sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: σύννεφο

βεργούλες*

κάθομαι στο ίδιο παγκάκι. περιμένω το ίδιο βαγόνι με τότε. κάθομαι όπως και πριν από εφτά εννιά δεκατρία χρόνια. βαρύτερη. καθόλου αγόγγυστα κουβαλάω οφειλές, χαρές ανεπίδοτες, επιτυχίες αδιέξοδες, αποτυχίες περισπούδαστες. είκοσι χρόνια οι ίδιες μουσικές στα αυτιά μου. είκοσι χρόνια μια φυγή. να φύγω. να μπω στον ηλεκτρικό να φτάσω μέχρι την κηφισιά κι ύστερα γραμμή για πειραιά. να μυρίσω τη δυσωδία της θαλάσσιας μόλυνσης. να καπνίσω ένα τσιγάρο αργόσυρτο. να μου ξεφύγει ένα δάκρυ ίσα να ξαλαφρώσω από βάρη ανεξήγητα και μετά να επιστρέψω. πάνε αυτά. τελειώσανε. στον τόπο που ζω τώρα πια δεν έχω άλλες δικαιολογίες. ούτε προθυμοποιείται ντόπιος κανείς να μου δανείσει δύο τρεις κουβέντες παρασυμπαθητικές ίσα για να βγάλω την τουριστική σεζόν. οι νησιώτες δεν χαρίζουν. αλατισμένοι και εκ δυσμών πολιτισμένοι σου πουλάνε ό,τι θες. αποθηκεύουν ό,τι νιώθουν βαθιά μέσα τους κι ύστερα πορεύονται με το ζύγι. ούτε έχω πια δικαιολογία δήθεν πως μου λείπει η θάλασσα. η θάλασσα τώρα πια με πνίγει. με απειλεί. με καταπίνει. είναι γύρω μου παντού. πάλι όμως κάτι λείπει. πάντα όμως κάποιος λύπη. τιμωρώ τον εαυτό μου για τούτον τον διπολισμό με την μη γράφειν ποινή. με αφήνω να πνιγώ από τον ίδιο μου τον εαυτό. με αναγκάζω να γεννάω φουσκοθαλασσιές κι ύστερα να τις σκοτώνω με τα ίδια μου τα χέρια καταπίνοντάς τες. δεν θα γράφεις πια. χωρίς ανάσα θα διαβιείς στρώνοντας φλοκάτη τα αλλοτινά σου όνειρα και πατώντας πάνω τους με βία. δεκαεννιά του μήνα σήμερα. πάνε χρόνια από κείνα τα άλλα γενέθλια. διαπληκτισμός για το ποδόσφαιρο είπε η οθόνη. μαχαιριά εγκάρσια στον τόπο που ‘χαμε υποσχεθεί πως δεν θα περάσει ο φασισμός. θάνατος αγύριστος. λόγια καρδιακά. μάνα με αυχένα που πονάει μα δεν σκύβει. πρέπει να φύγω. πρέπει να ξαναγυρίσω στο νησί. πρέπει να κάνουμε τα νησιά πρωτεύουσες και τις πόλεις βοσκοτόπια. ήθελα να ‘μαι σε κείνη τη συναυλία. να μπορώ να κλάψω ελεύθερα. χωρίς ντροπή. αυτό μου λείπει. να μην ντρέπομαι να κλάψω. εδώ η συγκίνηση είναι λέξη άγνωστη. όχι όχι άγνωστη. εδώ η συγκίνηση είναι έννοια αχρείαστη. βυθισμένη μαζί με τις άγκυρες των κρουαζιερόπλοιων στον βυθό του λιμανιού. πρέπει να ενώσω την πόλη με το χωριό. να τραβήξω μια τεράστια γραμμή και να ενώσω με τελίτσες ό,τι κουβαλάω από της άστεως τα πεζοδρόμια με τα σύννεφα που ακουμπάνε στον αίνο για να ξεκουραστούν. πρέπει να ξεπλύνω τις αποσκευές μου στην ιόνια θάλασσα και να κηρύξω τον λόγο του δάκρεος. να διδάξω στα μυαλά πώς να υγραίνονται. να ξεπλύνω τα από χρόνια στεγνωμένα ενοικιαζόμενα εισοδήματα με δακρυγόνα. να εξανθρωπίσω τον τουρισμό. πρέπει να φύγω από δω. να ξαναγυρίσω στο νησί. αποχαιρετώ το στίχο του γιάννη ρίτσου που σκεπάζει ολόκληρο το σπίτι του λαού και τραβάω γραμμή για το νησί. στο δρόμο σταματάω την κυκλοφορία στην εθνική οδό και  κόβω βέργες. να φτιάξω μιαν ανθοδέσμη από βεργούλες και να την χαρίσω στον πρώτο παλαβό που θα βρω πάνω στο νησί να νιώθει. που να νιώθει την αδικία. τον χαμό. τον θάνατο. τα κάγκελα. την καταπίεση. έναν που να νιώθει τη χαμένη μας λευτεριά*.

Advertisements

τα βατράχια της κωπαΐδας

οι πιο μεγάλες βρώμικες αλήθειες
πνιγήκανε στον πάτο της πάλαι ποτέ λίμνης κωπαΐδος
έπεσε ξηρασία τούτον τον αιώνα
κάποιος να τρέξει στο νεκροταφείο του χωριού
ερώτηση να θέσει σε όποιον απέθαντος σαπίζει
είχανε τάχα όλοι οι αιώνες ξηρασία;

τόσες βροχές ριχτήκανε μανιωδώς στη γη
τόσα νερά πιτσίλισαν τους ώμους των λαών
κι όμως ο κόσμος συνεχίζει την πικρή ξερή πνοή του
γέμισε η προδότρα πόλη μας με σήματα καπνού
χαρίζεται αέρας
πωλείται υδρογόνο όξινο

οι άρχοντες προστάξανε να κλείσουν οι δεξαμενές
κάποιος ονόματι εφιάλτης τους σφύριξε το μέγα μυστικό
πως των ανθρώπων τα μυαλά όταν βραχούν γεννούν αγάπη
είμεθα οι συνεχιστές του σωτηρίου γένους των ασπόνδυλων
γεμάτων κόμπους σπόγγων
ξέρεις τι είναι οι ποιητές;
οι σφουγγαράδες του καιρού μας

μα εμάς μας απαγόρεψαν δια ροπάλου αστυνομικού
και με διάταγμα βασιλικό των βασιλιάδων που δεν έζησαν γυμνοί ποτέ τους
μας απαγόρεψαν λέω με την καρδιά μας να βουτάμε στη βροχή
κι ύστερα ιδέες όλο χρώμα να γεννάμε
κι έτσι μείναμε σαν αποστεωμένοι σκελετοί δίχως ρυθμό στο βάδην
σαν άνθη αποξηραμένα μέσα σε βάζο από φτηνό γυαλί
νεκροί κι όμως αναγκασμένοι να αναπνέουμε
σώθηκε το νερό από καιρό·
δεν φτάνει ούτε για να πλύνεις τις πληγές σου

κάποτε ξεκινήσαμε η διψασμένη συνομοσπονδία εργατών
πορεία πολέμου με πλακάτ τα σύννεφα ως την κωπαΐδα
δικαίωμα στην υγρασία και σύνταγμα υγρό ζητήσαμε
μια πυροβολαρχία πύρινη μας σταμάτησε έξω από την αττική
έσπασε τα πλακάτ και μας διέταξε βιαίως
στον ανεπίστρεπτο της ιστορίας ρου να υποταχθούμε

κι έτσι από τότε κάθε που καλοκαιριάζει τριγυρνάμε στα νησιά
κάνοντας μάταιη προσπάθεια αφαλάτωσης του μπλε της θάλασσας
εισπνέουμε τόνους ιώδιο και μας φυτρώνουν λέπια
και ούτε κι εμείς μα ούτε και οι άρχοντες μπορούν να νιώσουν
πως βασανιστικά και αργά μα αποτελεσματικά
έφτασε πια ο αιώνας και ο καιρός
ξανά στη θάλασσα η ανθρωπότητα να γυρίσει
οι άνθρωποι να αναπνέουμε με βράγχια και λυγμούς
κι οι ποιητές να μείνουνε τα μόνα αμφίβια του πλανήτη
μοναδικοί ακροβάτες ανάμεσα σε γη και μέλλον
ίστορες της παλιάς ζωής του νέου υποθαλάσσιου πληθυσμού
παράφωνα βατράχια· ραψωδοί πνιγμών νερών και ονείρων

 

 

ψευδοκράτος ιδεών

538813_3553368547779_974979858_n

γίνατε όλοι εραστές της ειλικρίνειας

και την αλήθεια όλοι αγαπάτε

τη συντροφιά του ψέματος κανείς σας τώρα πια δεν κυνηγά

την καλοσύνη του κανένας δεν διεκδικεί

 

κι έτσι το ψέμμα μακριά απ’ την επιθυμία του λαού

έμεινε μόνο, αγάμητο,

φούσκωσε, γέμισε, έγινε πλαδαρό

σαν γυναίκα ή άντρας πενηντάρης που σταμάτησε τον έρωτα λόγω αδύναμης καρδιάς

-κι όπως επιθυμείτε ερμηνεύστε το κι αυτό-

απλώθηκε σαν λαίλαπα πάνω απ’ τη χώρα

ένα τεράστιο, υγρό και γκρίζο σύννεφο

 

όχι, η αλήθεια δεν κρυβότανε ποτέ στον αργαλειό της πηνελόπης

αλλά με την ελένη ως την τροία ταξιδέψανε μαζί

μέσα στα πιο απαλά σου ψέμματα κοιμήθηκα τις πιο ωραίες μου νύχτες

κι από τις πιο σκληρές μου αλήθειες ζήσανε ως το τέλος τα πιο ωραία παραμύθια

έτσι που τελικά πριγκίπισσες και δράκοντες μαζί να εκτοξεύουνε το υγρό το πυρ

μήπως και καταφέρουνε το γκρίζο, πλαδαρό και άσχημο ψέμα να διαλύσουν

μήπως και ο ήλιος του παραμυθιού στη χώρα άλλη μια τελευταία ανατολή χαρίσει

 

Überlin

*

Όμως, θεωρώ το Βερολίνο καρδιά της Ευρώπης, γιατί εκεί έλαμψε ο τόσο σημαντικός (και σχεδόν άγνωστος) πολιτισμός της εποχής της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, γιατί εκεί σχεδιάστηκε η εξόντωση όλων των ευρωπαϊκών λαών (αρχίζοντας από τους ρώσους, τους εβραίους και τους τσιγγάνους, γιατί εκεί ο Κόκκινος Στρατός συνέτριψε το χιτλερικό όνειρο, και, γιατί εκεί εκφράζεται με τον οξύτερο τόνο η μάχη των δύο Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτά τα εξ αντικειμένου γεγονότα γέννησαν τη μυθολογία του Βερολίνου, που επενεργεί πάνω μας εξ υποκειμένου. Η μυθολογία του Βερολίνου σκεπάζει, σαν πυκνή ομίχλη, αυτό τούτο το Βερολίνο. Όλοι μας είμαστε θύματα της μυθολογίας του Βερολίνου.

[Ηλίας Πετρόπουλος, Η Μυθολογία του Βερολίνου, 1988]

*

[νότα // δωμάτιο στο άμστερνταμ // ρηχά τα όνειρά σου // και πάλι μινόρε μάγκες // νότα]

427309_2815104091629_1486779482_n

*

[02.10.2011]

Ανεβαίνω στο αεροπλάνο. Σκουπίζω τα μάτια μου με την μπλούζα μου. Λες να μουτζουρώθηκα; Βρίσκω τη θέση μου, κάθομαι, δένω τη ζώνη ασφαλείας. Ίσως η πιο ανασφαλής στιγμή της ζωής μου κι εγώ ήμουν δεμένη με ζώνη ασφαλείας. Αν και δεν υπάρχει πολύς χώρος στα πνευμόνια μου- ή τουλάχιστον έτσι νιώθω- προσπαθώ να πάρω μια βαθιά ανάσα. Κλείνω τα μάτια. Αυτό ήταν.

Όταν πολύ γλυκά και ευγενικά η αεροσυνοδός με ξύπνησε, βρισκόμουν σε άλλη χώρα. Άνοιξα τα μάτια μου μετά από έναν λήθαργο τριών περίπου ωρών. Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

Όπως μάλλον συμβαίνει με όλα τα όμορφα πράγματα, δεν ανακαλώ παρά στιγμές. Ξεκομμένα καρέ από μια ταινία που δεν γυρίστηκε ποτέ. Φιλοξενούμενη σε ένα σπίτι αγνώστων, φιλοξενούμενη σε μια χώρα αγνώστων, φοιτήτρια σε μια από τις καλύτερες πανεπιστημιακές σχολές της Ευρώπης, ελεύθερη για πρώτη φορά στη ζωή μου στην πόλη που γεννάει κάθε τόσο κινήματα και τάσεις και διατάζει κάθε εκατό περίπου χρόνια τη δολοφονία ολόκληρων λαών. Μια Ελληνίδα στο Βερολίνο εν έτει 2011 είναι περίπου σαν ένα πρόβατο στη στάνη τη Μεγάλη Παρασκευή το σούρουπο. Οι αντίστοιχες βλέπεις γερμανικές εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας κάνουν κι εδώ το θαύμα τους· οι τεμπέληδες Έλληνες σας παίρνουν τις συντάξεις, ενημερώνουν το γερμανικό λαό, κι εγώ ψάχνω υπόστεγο να προστατευτώ από τη βροχή και την κακία που γεννάνε οι ρεπόρτερς συμφερόντων.

Ας είναι.

*

Κάθε μέρα λύνω δέκα προβλήματα και ξεπετάγονται ενώπιόν μου άλλα είκοσι. Οικονομικά, πρακτικά, τεχνικά, επικοινωνιακά, ουσίας, συναισθηματικά, εκπαιδευτικά. Ο ήλιος εγκαταλείπει την πόλη γύρω στα τέλη του Οκτώβρη και την ξεχνά εντελώς για ένα εξάμηνο. Γύρω στις τρεις νυχτώνει. Το καλησπέρα με το καληνύχτα συγχέονται. Όσο για το καλημέρα, όταν προφέρεται γκούτεν μόργκεν δεν έχει την ίδια γλύκα.  Εξάλλου η δήθεν επάρκειά μου στη γερμανική γλώσσα αποδεικνύεται άχρηστη. Τι να τα κάνω όλα τα ανώμαλα ρήματα και τους αρχικούς τους χρόνους όταν δεν μπορώ να παραγγείλω μισό κιλό κρέας;

Καταλαβαίνω από τις πρώτες κιόλας μέρες ότι τίποτα εδώ δεν θα είναι εύκολο και ότι η ζωή μου εδώ θα μοιάζει μόνιμα με μια σκυταλοδρομία μετ’ εμποδίων. Ξεπερνώντας τα εμπόδια που βρίσκονται ριζωμένα στο γερμανικό έδαφος, η σκυτάλη παραδίδεται στις χρόνιες αδυναμίες της γράφουσας, που τώρα πρέπει να τις αντιμετωπίσει εκούσα άκουσα. Πάνω στην πρώτη κρίση πανικού που δεν σηκώνω το τηλέφωνο, δεν ανοίγω το σκάιπ, δεν πιάνω μολύβι και χαρτί, δεν παίρνω αλλόφρων τους δρόμους, ξέρω βαθιά μέσα μου πως εγώ γι’ αυτό ήρθα μέχρι εδώ· κανένα μεταπτυχιακό, κανένας σύντροφος, καμία καινούρια παρέα, καμία εμβάθυνση στη γερμανική νύχτα και μπύρα. Εγώ ήρθα μέχρι εδώ για να λύσω και να λυθώ. Και η λύση έρχεται όταν σκάβεις με μανία μέσα σου, ξαναπιάνεις τις εξισώσεις εκείνες που σε ταλανίζουν από τα δώδεκα, το πυθαγόρειο θεώρημα ζωντανεύει μπροστά στα μάτια σου και ξεκινάς, μόνος, αδύναμος και αβοήθητος να αποδείξεις με τι ισούται η ζωή σου υψωμένη στο τετράγωνο. Υψωμένη πάνω στο τείχος που η δειλία σου έχτισε ανάμεσα σε σένα και την αλήθεια σου. Δυτικός και Ανατολικός Εαυτός ξανασυναντιούνται μετά από χρόνια Ψυχρού Πολέμου και αποφασίζουν να ξαναμοιράσουν τις ζώνες επιρροής του καθενός.

Αποφεύγω τώρα πια να μιλάω για τον ομορφότερο χρόνο της ζωής μου, υπάρχουν τραγούδια που μόλις τα πετυχαίνω στα ερτζιανά αλλάζω σταθμό πάραυτα, γιατί αλλιώς μια τεράστια θλίψη απλώνεται μέσα μου για κείνο που ‘φυγε και πια δεν ξανάρχεται. Το Βερολινάκι μου.

*

// don’t forget to change // it will save you // chasing in the city with the stars //

Εκείνοι οι ατελείωτοι περίπατοι σε γνωστές και άγνωστες γειτονιές της τόσο όμορφης αυτής πόλης λείπουν τώρα από την καθημερινότητά μου. Φωτογράφιζα με τα μάτια τα κτήρια, το χρώμα του ουρανού, το νερό του ποταμού, την προτομή του Μπρεχτ, τους δρόμους με τα ονόματα των ποιητών, τις πλατείες με τα ονόματα των γεννητόρων του σοσιαλισμού, τα «δεν ξεχνώ» μνημεία των φονιάδων του ναζισμού, όλοι μαζί και όλοι χώρια σ’ αυτόν τον τόπο, όπου περπατούσες υπήρχαν μνήμες πολέμου, το όνομα Αδόλφος απαγορευμένο δια παντός να το ξεστομίσεις, οι νεοναζί με τις γελοίες παράτες τους, το γεμάτο μετανάστες και αδέκαρους καλλιτέχνες Κρόιτσμπεργκ, οι χαμογελαστοί Τούρκοι με τα καλύτερα ντονέρ που έφαγες ποτέ στη ζωή σου- Τούρκοι, αδέλφια μου, στο χαμόγελό σας βλέπω το χαμόγελο του αδερφού μου, του φίλου μου, του πατέρα μου, του συντρόφου μου.

// es geht kein Weg zurück // die Welt ist bunt und schön // es gibt auch ein Wiedersehen // immer vorwärts Schritt um Schritt //

Οι τυπικοί Γερμανοί, ευγενικοί σχεδόν πάντα εξ αποστάσεως, οι άγαρμποι νέοι που δεν ξέρουν καλά καλά να φλερτάρουν- βλέπεις οι Τούρκοι τους παίρνουν τις καλύτερες γυναίκες– οι καθηγητές μου στο Πανεπιστήμιο που μου εκφράζουν τον υπέρμετρο θαυμασμό τους για την Ελλάδα και τους επιστήμονες που παράγουν έργο, είχα καθηγητή τον κύριο Τσάτσο, μου λέει ένας καθηγητής του Ποινικού Δικαίου και στη συνέχεια με εξετάζει- φευ!- προφορικά στο Ειδικό Ποινικό Δίκαιο σαν ίσος προς ίση, κι εγώ δεν μπορώ να μην ανακαλέσω το ύφος των καθηγητών μου στη Νομική Αθήνας, που με αντιμετώπιζαν περίπου σαν μυρμήγκι· βλέπεις, ούτε στη Δ.ΑΠ. ήμουν γραμμένη, ούτε το όνομά μου ήταν γνωστό, ούτε στα πρώτα έδρανα κάθισα ποτέ.

*

Αλλά είπαμε, εγώ δεν ανέβηκα μέχρι το Βερολίνο για να προσθέσω ένα μεταπτυχιακό στο βιογραφικό μου. Ανέβηκα για να ξαναγράψω το βιογραφικό μου με άλλο ύφος, άλλους όρους, άλλη γραμματοσειρά. Έτσι, οι βιβλιοθήκες και τα αμφιθέατρα δεν με έβλεπαν παρά όταν ήταν αναγκαίο. Οι δρόμοι, οι σταθμοί του μετρό, τα πάρκα, οι πλατείες, οι καινούριοι άνθρωποι, οι παλιοί παλιάνθρωποι που άφηνα οριστικά πίσω μου, οι παλιοί φίλοι που με συντρόφευαν ακόμα, το αναμέτρημα με τις δυνάμεις μου, τα σκοτεινά μπαρ, οι ποικιλίες της πάμφθηνης μπύρας, τα δρώμενα του δρόμου, το σπίτι μου- το βασίλειό μου- τα μαύρα σύννεφα του ουρανού, το πάλλευκο χιόνι που σκέπαζε τα πάντα, η ευτυχία του πεντάευρου για πέντε μέρες- ένα Ευρώ ημερησίως απαρεγκλίτως– η συνάντηση μετά από μήνες με τη μάνα, με τον αδερφό, με τους φίλους, με όλους όσοι ήρθαν να με επισκεφθούν, το μεθύσι με την επίγνωση ότι μετά είσαι η μόνη υπεύθυνη να περιθάλψεις το σώμα σου, το κλειδί που μπαίνει στην πόρτα και είσαι μόνος με τον εαυτό σου- διάολε, αναγκαστικά πρέπει να αγαπήσεις αυτό το πρόσωπο, αυτά τα χείλη, αυτό το βλέμμα- όλα τούτα είναι που σε κάνουν πολίτη· του κόσμου και του εαυτού σου. Μαθαίνεις να κλαις με λόγο και να χαμογελάς αναίτια. Εκτιμάς αυτό που μόλις πετάγεσαι από τη μήτρα παλεύουν να σε κάνουν να το λησμονήσεις· τη ζωή της ομορφιάς και την ομορφιά της ζωής.

Μαθαίνεις να ζεις.

*

1451998_10152087056391979_1509812661_n

[02.01.2012]

Και κάπου εδώ αποφασίζω. Τα αεροδρόμια δεν μου αρέσουν. Ο αποχωρισμός, ο αποχαιρετισμός, το μάτι που γυαλίζει αλλά παριστάνει πως γελά. Όχι, τα αεροδρόμια δεν μου αρέσουν. Αγγίζεις κάποιον, τον αγκαλιάζεις, τον φιλάς. Και φεύγει. Πονάει η στιγμή. Και μετά δεν θες να γυρίσεις στο σπίτι, θες να ξημερωθείς τριγυρίζοντας στην πόλη. Μα εδώ είναι  Βερολίνο, γλυκιά μου. Βρέχει και κάνει κρύο, δεν σε βοηθά ο καιρός να ξεχάσεις, να ξεχαστείς. Πρέπει να γυρίσεις στο σπίτι σου. Μεγάλη αλήθεια αυτή. Τη συνειδητοποίησα μόλις την έγραψα. Η πόλη, η χειμωνιάτικη πόλη, δεν σε βοηθά να ξεχάσεις. Σε προκαλεί να αναμασάς συνεχώς, να θυμάσαι, σου θυμίζει συνέχεια κάτι. Το οικείο της πόλης ξαφνικά δεν μου είναι τόσο ευχάριστο. Αν ψάχνεις τόπο για να ξεχάσεις και να ξεχαστείς, μην έρθεις εδώ. Όχι, δεν είναι η πόλη της λησμονιάς. Ήρθα εδώ γεμάτη λαχτάρα να ξεχάσω, να αδειάσω από όλα, να ξαναγεμίσω με καινούρια, να γίνω μια άλλη. Μάταιος κόπος. Είμαστε ό,τι έχουμε ζήσει. Είμαστε ό,τι κουβαλάμε. Φεύγοντας από κάπου, είμαστε ακόμα περισσότερο μια τρισδιάστατη φωτογραφία του παρελθόντος μας. Πολύ περισσότερο εδώ, στο Βερολίνο. Σε κάθε γωνιά της, η πόλη μου κρύβει καθρέφτες. Κοιτάζω και με βλέπω μικρό παιδί, κοριτσάκι, έφηβη, φοιτήτρια. Ξημερώνει κι έγινα δέκα χρόνων παιδάκι που θέλει τη μαμά του να το κρατάει από το χέρι για να νιώθει ασφάλεια. Βερολίνο, η πόλη της υπενθύμισης. Και της ανασφάλειας. Αν και αυτό το τελευταίο δεν είναι θέμα πόλης θαρρώ. Είναι προσωπική μου χειραποσκευή, την κουβαλώ παντού. Βερολίνο λοιπόν, η πόλη της θύμησης. Και, όχι, δεν μου αρέσουν τα αεροδρόμια.

*

Κι ύστερα; Κάποτε έρχεται η στιγμή που πρέπει να πεις το Μεγάλο Ναι ή το Μεγάλο Όχι. Και τώρα τι κάνουμε; Η Ελλάδα βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στη θλίψη και το θάνατο, ψάχνεις απεγνωσμένα λόγους για να γυρίσεις. Ό,τι έμαθες ήρθε η ώρα να μεταλαμπαδευτεί στο επόμενο στάδιο της ζωής σου. Αν υποθέσουμε ότι η λέξη «λόγος» ανήκει στην ίδια οικογένεια λέξεων με τη «λογική», μέρα με τη μέρα συνειδητοποιείς ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για να γυρίσεις εκεί, από όπου ο κόσμος φεύγει κατά εκατοντάδες για να βρει μια καλύτερη ζωή. Κανένας λόγος εξόν από έναν· την αγάπη.

Θαρρώ πως η αγάπη κινεί τα ορατά και αόρατα νήματα της ζωής μας. Η παρουσία ή η απουσία της μισοκρύβεται πίσω από κάθε μας απόφαση. Όπως αγάπησες, όποιον αγάπησες, όσο αγάπησες, ό,τι αγάπησες εδώ ήρθε ο καιρός να το ταξιδέψεις και να το φτάσεις σ’ εκείνη τη μικρή και ώρες ώρες αστεία χώρα που γουστάρει να σε πληγώνει, να σε δοκιμάζει, να σου ζητά να της αποδείξεις την αγάπη σου με τους πιο απαιτητικούς τρόπους.

Ξέρω πως τώρα πια θα ζω με μια νοσταλγία που δεν θα θεραπευτεί. Αλλά αποφασίζω να ακούσω τις ψιθυριστές ενστικτώδεις φωνές που μου γαμάνε το κρανίο*. Ό,τι με έφερε μέχρι εδώ με ξαναστέλνει στην Ελλάδα.

Για να παλέψω.

Μάλλον δεν ξέρω να κάνω και κάτι άλλο.

Εγώ θα γυρίσω.

*

[22.11.2012]

Κραυγή κατάντησε αυτό το κείμενο, μια χώρα που ουρλιάζει είμαστε, με μια ανάσα στα είπα όλα, κάτσε να πιούμε μια μπύρα και θα κοιμηθούμε μετά. Θέλω να σε ευχαριστήσω. Περάσαμε τον καλύτερο ίσως χρόνο της ζωής μας εδώ. Αυτό το παράθυρο και αυτή η μυρωδιά του τρένου θα μας ενώνουν για πάντα. Αλλά τώρα πρέπει να φύγω. Θέλω να φύγω. Με περιμένουν, το καταλαβαίνεις;

Όχι, εγώ θα γυρίσω. Πάω κόντρα στους καιρούς, σάμπως πάντα ανάποδα δεν πήγαινα; Τουλάχιστον ζω αυτό που νιώθω. Δεν έχω άλλο τρόπο να το αντιμετωπίσω αυτό, δεν έχω άλλη επιλογή, δεν θα με διώξουν, δεν θα μας γονατίσουν, ακούς; Θυμάσαι τι σου έλεγα; Το κεφάλι ψηλά. Να τους το τρίψουμε στη μούρη το Arbeit macht frei. Θα γυρίσω, μ’ ακούς; Να με περιμένεις στην Αθήνα. Και να με αγαπάς. Θυμήσου.

Αυτή είναι η δική μου πατρίδα.

Αυτή είναι η δική μου επιστροφή. 

Das ist mein Zurück.

Για το μαύρο χελιδόνι από την αραπιά και για το άσπρο περιστέρι από τον τόπο μου.

Εγώ θα γυρίσω.

*

[30.11.2012]

Το αεροπλάνο προσγειώνεται. Μια καταταλαιπωρημένη κοπέλα κατεβαίνει από το αεροσκάφος. Τα βήματά της κάνουν ταλάντωση ανάμεσα στην απορία και την αποφασιστικότητα. Στην έξοδο την περιμένουν οι φίλοι της. Μισή ώρα μετά, τα γέλια της παρέας, που γιορτάζει την επιστροφή πίνοντας κάπου καφέ, ακούγονται σε όλη την Αθήνα, σε όλη την Ελλάδα, σε όλη την Ευρώπη, φτάνουν μέχρι το Βερολινάκι.

Εμείς θα ζήσουμε, ρε.

// θα δούμε άραγε // ξανά μαζί ποτέ // το χιόνι του Δεκέμβρη // απόγευμα να πέφτει // έξω απ’ τη τζαμαρία // του μπλάιμπ-τρόι καφέ //

*

[νότα // μπερλίν // αχ // ντου // μπερλίν // νότα]

 

* στίχος των Κόρε Ύδρο.

κατά ριπάς

015

 

όταν τα σύννεφα θυμώνουν

– μπορεί και όταν χαμογελούν ή κι όταν παίρνουν την απόφαση να πουν ένα τραγούδι και κουνάνε ρυθμικά τα χείλη τους-

αφήνουν να ξεσπάσει ένας λυγμός·

 

το σχήμα της σταγόνας της βροχής

είναι σχήμα οξύμωρο

-και εντέλει το καλό με τα οξύμωρα σχήματα είναι ότι τα περιέχουν όλα μέσα τους-

από τη μια της πλευρά η σταγόνα είναι στρογγυλή

και από την άλλη μυτερή

χαϊδεύει και τρυπάει ταυτόχρονα·

σε μια σταγόνα βροχής είναι κλεισμένοι

ένας άντρας και μια γυναίκα

 

όταν πέφτει πάνω σου το νερό της βροχής

κάπου δυο παιδιά φιλιούνται στο στόμα για πρώτη φορά

– κι ίσως οι δυο αυτές στιγμές να μοιάζουν μεταξύ τους· είναι το αμήχανο και άβολο εκείνο χρονικό σημείο που για κάποιον λόγο δεν θέλεις να τελειώσει-

 

είναι το φαινόμενο της σταγόνας

που μπορεί να μεταμορφωθεί σε μαρτύριο

από τη μια στιγμή στην άλλη

 

κι ίσως πάλι να μην είναι τυχαίο

που βροχή και κλάμα

έχουν το ίδιο σχήμα

και την ίδια πορεία

 

το χώμα καταπίνει τη σταγόνα

το στόμα καταπίνει το δάκρυ

– περήφανη λέξη· διάλεξε το δύσβατο ύψιλον-

 

κι ίσως το λάθος του πολιτισμού να είναι αυτό·

οι υπόνομοι καταπίνουν τώρα πια τη βροχή

τα μαντήλια παίρνουν μακριά τώρα πια το κλάμα

έτσι που να μην θυμάσαι τι χρώμα έχει η βροχή

και τι γεύση έχει το κλάμα

και κανείς δεν απορροφά κανέναν·

 

και η γη

όπως και το στόμα

στεγνώνουν

τώρα πια

 

κι έχουν τόση θλίψη μέσα τους

τα χωράφια

και τα χείλη

αλλά δεν ξεσπούν·

 

γιατί δεν ξέρουν να κλαίνε.

 

και τι τραγούδια να τραγουδάνε άραγε τα σύννεφα;