sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: τέρας

τσιγάρο δανεικό έσοδο κρατικό μηδέν

τσιγάρο δανεικό έσοδο κρατικό μηδέν

κοπάδια και αηδόνια και πέτρες στο χωματόδρομο
περπατάω όπως τότε
ουαί αν τη γραμμή πατήσω και όχι το πλακάκι
στοίχημα βάζω το βιος μου και να χάσω έχω ουδέν

θάλασσα πράσινη αντάρα τρομαγμένη από τον αέρα
κολυμπάω όπως ποτέ
αλίμονο αν στον αφρό χαθώ και δεν επιπλεύσω
καθίσταμαι φελλός και κίνδυνος να χαθώ ουδείς

κορδέλες στα μαλλιά κραγιόν στα χείλη χαμόγελο νεκρό
μεγαλώνω όπως πάντα
μυαλά ατροφικά σε σχήμα ώριμου τέρατος
κλείνω τις σκέψεις μου σε φέρετρο ρίχνω το πρώτο χώμα

κραυγές εν ώρα κοινής ανησυχίας ρυτιδιασμένες κλήσεις
θα πεθάνω όπως όλοι
μα αφήνω πίσω δόξα τιμή και απραξία διανοία ταλέντου
εντέλλω η διαθήκη να ανοιχτεί παρόντων εχθρών και συγγενών

χαλί ασκούπιστο τζάκι καιόμενο αλισίβες στα βλέφαρα
να καείτε όπως σας πρέπει
αποτεφρώνω τη στιγμή που αγάπησα ταρίχευσα τα χέρια σου
όστις στη φωτιά σου να αντισταθεί απεπειράθη πάγωσε εσαεί

σύννεφα φρύδια τσέπες κάλτσες πέτρες στους πολιτευτές
ψηφίζω όπως κανένας
δένω το στομάχι κόμπο και λευτερώνω το μυαλό
πεινάσαμε με επάρκεια αγκάλιασέ με να χυθούνε οι λέξεις

τσιγάρο δανεικό παράνομο έσοδο κρατικό μηδέν
καπνίζω όπως εσύ
να τα πάρει όλα η βία ο αέρας να κοκκινίσει το νερό
ίσα να ζήσουμε μαζί κείνο που γέννησε η μοίρα μου να είμαι

Advertisements

κι ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει

»Όταν έχω να κρίνω ανάμεσα σ’ ένα παιδί 15 χρόνων, που πετάει μολότωφ, κι έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό, που κρατάει πιστόλι, εγώ είμαι με το μέρος του παιδιού και όχι του αστυνομικού. Εκτιμώ βαθύτατα ένα παιδί που εξεγείρεται και βγαίνει στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί, έστω κι αν υπερβάλλει, έστω και αν κρατάει μολότωφ. Και δεν εκτιμώ καθόλου έναν αστυνομικό που το πυροβολεί. Ό,τι και αν έχει γίνει, όπως και αν έχουν τα πράγματα, θεωρώ τραγικό λάθος την αθώωση του αστυνομικού. Και πολύ κακό μήνυμα, που στέλνουμε στα νέα αυτά παιδιά, το υγιέστερο κομμάτι της κοινωνίας μας, που δεν έχει ακόμη διαφθαρεί, όπως εμείς. »

[Ο Μάνος Χατζιδάκις εν έτει 1990 μιλά για τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Μιχάλη Καλτεζά από τον αστυνομικό Αθανάσιο Μελίστα. Εντωμεταξύ, εν έτει 2014 και κατά τη διάρκεια των απολογιών ενώπιον των ανακριτών των νεοναζί βουλευτών και μελών της εγκληματικής οργάνωσης που ευθύνεται για το θάνατο αθώων και για τα πογκρόμ κατά πολλών περισσότερων κάποιοι άνθρωποι συγκεντρώνονται έξω από το Εφετείο εν είδει διαμαρτυρίας για την προφυλάκιση των φασιστών.]

10470928_677407822329035_4363966819359641633_n

// τα παιδιά κάτω στον κάμπο δεν μιλάν με τον καιρό // ο δρόμος κλεισμένος πάλι από κλούβες // μόνο πέφτουν στα ποτάμια για να πιάσουν το σταυρό // χρυσοί σταυροί κρέμονται από τους λαιμούς // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγούν έναν τρελό // μπροστά μου ένα ανθρωπάκι // τον επνίγουν με τα χέρια και τον καίνε στο γυαλό // δολοφόνοι με ύφος αδικημένου πολίτη //

 // έλα κόρη της σελήνης κόρη του αυγερινού // εικοσάχρονα κορίτσια με μπλούζες πίτμπουλ // να χαρίσεις στα παιδιά μας λίγα χάδια του ουρανού // ο ουρανός προσπαθεί να κρυφτεί από τα σκοτάδια της λουκάρεως // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγάνε τους αστούς // αντί να τους κυνηγάμε εμείς μας σφάζουν αυτοί // πετσοκόβουν τα κεφάλια από εχθρούς και από πιστούς // υπολογίζω τα κρυμμένα μαχαίρια στις τσέπες //


// τα παιδιά κάτω στον κάμπο κόβουν δεντρολιβανιές //
μυρίζει θάνατο η πόλη των περιπολικών // και στολίζουν τα πηγάδια για να πέσουν μέσα οι νιες // περνάω ανάμεσά τους δεν σας φοβάμαι ρε // τα παιδιά μες τα χωράφια κοροϊδεύουν τον παπά // σας κοιτάζω όλους κατάματα // του φοράνε όλα τα άμφια και τον παν στην αγορά // μάτια άδεια τσιγάρα που δεν καίνε μυαλά που μυρίζουν στάχτη

// έλα κόρη της σελήνης έλα και άναψε φωτιά // πού πήγαν οι φλεγόμενες καρδιές μας // κοίτα τόσα παλληκάρια που κοιμούνται στη νυχτιά // ο παύλος και ο σεχτζάτ είναι αδέρφια μου // τα παιδιά δεν έχουν μνήμη τους προγόνους τους πουλούν // πατρίδα μου σε μισώ // και ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει γιατί ευθύς μελαγχολούν // ούτε φόβος ούτε θλίψη μόνο μίσος //

φωτογραφία: νιώσε

Νήσος Ελένη

388449_2374991089079_1802381414_n

τ’ αηδόνια σε χτικιάσανε στην τροία
που στράγγιξες χαμένα μια γενιά

Μάνος Ελευθερίου

 

γνωρίζει τάχα άραγε κανένας από σας
πως η φόνισσα του άντρα της η Κλυταιμνήστρα
αδερφικά την κόρη μου Ιφιγένεια μεγάλωσε;

γνωρίζετε άραγε όλοι εσείς
που απόψε την πόρτα μου βιαίως την χτυπάτε
ζητώντας να τιμωρηθώ σκληρά
για ολάκερο το αίμα που χύθηκε τότε στο Σκάφανδρο
τα βάσανα, τις γέννες μου, τους άντρες, τις αγάπες;

σε πόσα τάχα κρεβάτια με ξάπλωσε η ομορφιά αναρωτιέστε
-έχε στο νου σου πως οι μάχες οι μεγάλες δόθηκαν πάντα από εραστές-
με καταράστηκαν θνητοί και αθάνατοι
γιατί υπήρξα όμορφη σε εποχές που απαγορευότανε η ελπίδα
γεννήθηκα την εποχή των άμορφων
καταδικάστηκα από τέρατα
σύρθηκα πα’ σε κράσπεδα
-κάθε εποχή έχει και τη Μαγδαληνή της-

κι ήτανε ξέρετε πάντοτε για τους εραστές μου
συνθήκη και αναγκαία και ικανή
πως ένα κορμί με δάχτυλα μακριά και βλέφαρα υγρά
χρεία άλλου πράγματος δεν έχει για να ‘ναι ευτυχισμένο

όμως οι Μοίρες
που άλλο δεν είναι απ’ τις Επιθυμίες πράγμα
αλλιώς φαντάστηκαν την ομορφιά μου να πεθαίνει

γιατί τα τρόπαια το ποδόσφαιρο αφορούν
γιατί τα είδωλα τις θρησκείες ενδιαφέρουν

μάθετε τώρα όλοι εσείς οι υποψήφιοι βασανιστές μου
οι γιοι και οι πρόγονοι των εσατζήδων
πως πάτησα σε άγια γη
πως γέννησα την Επανάσταση απέναντι απ’ το Λαύριο
πως άγγιξα όλες τις πληγές εκείνων που με αίμα υπογράψανε για τη δική σας την Ελευθερία

ποτέ λοιπόν στην Τροία και καμιά Αίγυπτος
-ίσως μια στάλα Βερολίνο· ποιος το ξέρει-
κατάφερα και φύτεψα φτερά στις πλάτες μου
κι έφτασα ένα ξημέρωμα στο Μακρονήσι
αρνήθηκα κόρες και γιους κι ανέβηκα κρυφά σε άλογο
έχτισα μόνη τα κελιά της απομόνωσης του μέλλοντος
χάιδεψα βότσαλα που κάποτε θα ζωγραφίσουν ποιητές
έκλαψα για αιώνες για τους ήρωες της χώρας
έθαψα κάπου κόκκινο μαντήλι από ερωτικά υγρά εμποτισμένο
χάραξα ένα έψιλον σε αμμουδιά κρυφή
για να θυμάται κάποιος κάποτε στο μέλλον
πως η Ελένη έζησε ουρλιάζοντας για Αγάπη
πως η Επανάσταση είναι της Ομορφιάς η κόρη
πως η Ελπίδα γέννησε καρπούς στο Μακρονήσι

άκου βασανιστή κορμιών ψυχών και ηρώων
μάθε πως οι Αθάνατοι μου είπαν την Αλήθεια
μάθε πως τ’ αηδόνια γίνανε σύμμαχοι της Λευτεριάς
έχε στο νου σου πως στην Άγια Μακρόνησο
μη με λησμόνει άνθος δε θεάθηκε ποτέ
γνώριζε ακόμα πως του Διηφόβου η γυναίκα άνοιξε νύχτα την κοιλιά της
για να ξεπεταχτούνε από μέσα της οι άλικοι εξεγερμένοι όλου του κόσμου

από καταβολής του κόσμου βλέπεις οι παραμυθάδες με ονόμασαν Ωραία
τι κι αν εγώ ήθελα πάντα να προτάσσω το Γενναία
με φίμωσαν οι ιστορικοί μετά των χαρτοφυλακίων τους
νόμισαν βλέπεις πως ο πόλεμος κερδήθηκε κι εγώ πως πάει, πέθανα

μα εγώ αγάπησα βαθιά τον Πολυμήχανο
που ήρθε ένα σούρουπο έξω απ’ της Θέμιδος το Μέλαθρον και με συνάντησε
μου ‘βγαλε τα φτερά και μου ‘μαθε ξανά να κολυμπώ
-η μάνα μου ήτανε γοργόνα και οι Διόσκουροι ιχθείς του ποταμού-
φτάσαμε απέναντι όταν πια βράδιαζε ο Απρίλης
σταθήκαμε στην εσχατιά της Αττικής που Λαύριο ονομάστηκε
-μόνο και μόνο θαρρείς για να ‘χει μέσα του το Αύριο-
κι αποφασίσαμε πως ήρθε η ώρα πια καμπάνες νίκης να ηχήσουν
χαράξαμε σ’ ένα παγκάκι ποιήματα που γράψαμε πριν από εικοσαετίες
και αγκαλιαστήκαμε σφιχτά πετώντας μες στη θάλασσα για πάντα τη Σιωπή

λοιπόν επίδοξοι βασανιστές δηλώνω τώρα διάφανη
μίλησα την αλήθεια μου κι έσπασα τα δεσμά μου
οι κόρες μου και οι γιοι μου ξέρουνε πια την πάσα αλήθεια
σκοτώστε με δυο και τρεις και εφτά φορές
κι εγώ υπόσχομαι τις στάχτες μου πέρα στο Μακρονήσι να τις στείλω
να φοβηθεί ο Θάνατος
να θρέψει η Ελευθερία.

 

σελίδα δεκατρία, εικόνα τρίτη

283227_4285835779002_1939992038_n

από τα μεγάφωνα ακούγεται ένας βρυχηθμός

δεν με νοιάζει μη σε νοιάζει τι τους νοιάζει

απαγορεύεται να περπατήσεις μες στην πόλη

χωρίς να ακούς τους βρυχηθμούς του τέρατος

που πνίγεται από τα ίδια του τα υγρά

*

το καθεστώς

έτσι το λεν στις συνελεύσεις

-εγώ καλύτερα με τη λέξη τέρας αγκαλιάζομαι-

αντάλλαξε τις μουσικές με τις κραυγές

-καλπάζει η ανεργία στους μουσικούς-

 

ίσως στο τέλος τέλος

οι μαθητές του μέλλοντος πιο τυχεροί από μας να είναι

γιατί μπορεί στα σχολικά βιβλία της ιστορίας

μόνο εικόνες να περιέχονται

φωτογραφίες μωρών, ανέργων και νεκρών

 

και τότε όλοι εμείς θα στριμωχτούμε

ιστορική ανάγκη οι συνωστισμοί

σε μια λεζάντα μιας φωτογραφίας

ο πληθυσμός ανήμπορος τη μοίρα του εδέχθη

σελίδα δεκατρία εικόνα τρίτη· βλέπετε την ανημποριά;

 

και μόλις η κουβέντα στην τάξη θα φουντώνει

στην πρώτη ερώτηση γιατί από κάποιον μέτριο μαθητή

ο δάσκαλος θα ψάχνει δήθεν τα χαρτιά του

μήπως και την απαίσια απάντηση αναβάλει

αλλά το βλέμμα απορίας θα παραμένει

 

κι έτσι ακουσίως ο δάσκαλος

θα αναγκάζεται απόκριση να δώσει

γιατί δεν κάναν τίποτα;

γιατί παιδιά μου η αλήθεια είναι

πως φοβήθηκαν·

 

πιστεύω στα σχολεία του μέλλοντος

οι μαθητές το μάθημα πως θα ορίζουν

θα μπλέκονται η ιστορία με τη φιλοσοφία

και του πολίτη η αγωγή με νότες στο πεντάγραμμο θα γίνεται

κι οι μαθηματικοί θα ξέρουνε τη θάλασσα να ζωγραφίζουν

 

και μην ξεχάσω να σας πω

πως μέχρι τότε η γεωγραφία

ποτάμια, λίμνες και βουνά θα αναφέρει

και στων παιδιών τους νέους χάρτες που θα μοιράζονται

ως σύνορο μοναδικό ο ορίζοντας θα υπάρχει

*

άξαφνα μελωδία πλημμύρισε τους ματωμένους δρόμους

κάποιος ανέβηκε παράνομα στης πόλης μας τους στύλους

άλλαξε την κασέτα που από τα μεγάφωνα κραυγές ξερνούσε

και ακούστηκε ύστερα από μήνες

-μήνες πολλούς, βαριούς και άκαπνους-

 

τραγούδι αέναο από το μέλλον μας φερμένο

κάποιος τραγούδαγε

πως όπου να ‘ναι

τα σύνορα και οι μαχαιριές

ταυτόχρονα απ’ τους χάρτες θα σβηστούν

ψάχνοντας τα δύο ταυ

ψιτ

φώναξα σε ένα παιδί

έχασα τα γυαλιά μου, μήπως τα είδες πουθενά εδώ γύρω;

σήκωσε τα μάτια από το τιμόνι του ποδηλάτου του

-ήτανε πια μεγάλος, δεν χρειαζότανε βοηθητικές ρόδες-

ό,τι γυαλιά χάνονται εδώ γίνονται θρύψαλα από τα ποδήλατά μας·

έσμιξε τα φρύδια και με κοίταξε

και σ’ αυτό το σμίξιμο των φρυδιών είδα ένα μικρό παιδί να μεγαλώνει ίσαμε σαράντα χρόνια

η ευτυχία του να είσαι παιδί βρίσκεται στο να λες ψέμματα χωρίς τύψεις

-όποιος σας έμαθε πως δεν είναι στη φύση σας να λέτε ψέμματα κάτι ήθελε να κερδίσει από σας-

γιατί το ψέμμα είναι το διαγώνισμα της ζωής

και ο καλύτερος βαθμός είναι το τρία

με άριστα το ένα

*

κάτι μου θυμίζει αυτός ο στίχος

α εμένα μην με μπερδεύετε

εγώ τόσα χρόνια γεννάω τα λόγια μου

κι ύστερα τα παρατάω στις πόρτες σας

με ένα σημείωμα καρφιτσωμένο πάνω τους

αυτό το τερατάκι ψάχνει μια οικογένεια να μεγαλώσει

είμαι μια μάνα άσπλαχνη

γιατί κάποιος κάποτε μου ξερίζωσε τα σωθικά

και με καταδίκασε σε αιώνιο πόνο

μητρικό

χωρίς περιθώρια ίασης

το Παγκόσμιο Μητρικό Δικαστήριο

με έχει καταδικάσει

να γράφω χωρίς να σβήνω

τα χαρτιά μου είναι τερατογενέσεις

μην τα αγγίζεις

ο ιός σε παρασέρνει πάλι στο ψέμμα

το δίχως τύψεις

 

μα πού στηρίζεσαι

με ρωτάνε

στηρίζομαι στους στύλους της Δ.Ε.Η. που τα πουλιά τους αγνοούν

μου αρέσουνε τα πράγματα που οι διαβάτες και τα πετούμενα

τα προσπερνούν

πότε πότε στηρίζομαι 

-όπως κι εσύ-

σε τέρατα αλλωνών

 

ο αγαπημένος μου ποιητής

αντάλλαξε τη σιγουριά

με το αιώνιο πέταγμα πλασμάτων φαντασίας

κι εκεί που άλλοτε ήταν σίγουρος

πως οι αλήθειες δεν θα αντέξουν

και τη ζωή τους πίσω από τα όνειρα θα ζητήσουν

τώρα απορεί

αμφισβητεί

τώρα ρωτάει

 

προσφάτως έπιασε δουλειά

οδοκαθαριστής κάπου στο Μενίδι

κάθε πρωί σκουπίζει τα ξεραμένα χρήματα των Ρομά

παλιά εργαζόταν κάπου στη Μανωλάδα

μάζευε φράουλες

αλλά τον σκότωσαν

γιατί τις νύχτες ανέβαινε πάνω στις πυγολαμπίδες και ταξίδευε

χωρίς χαρτιά·

κι έτσι τώρα σαν σκουπιδιάρης έχει το κεφάλι του ήσυχο

και τα χέρια του πάντα καθαρά από αίμα

 

-άραγε η πρόωρη εκσπερμάτωση να οδηγεί σε πρόωρη γέννα;

και μήπως αυτή είναι η εκδίκηση του σπέρματος;-

 

εγώ πάντως, αν διάλεγα δουλειά

θα διάλεγα εκείνη του θεού

θα γκρέμιζα ναούς, βωμούς και θυσιαστήρια

και τα παλιά νησιά θα έφερνα και πάλι στη ζωή

και ύστερα οι παγκόσμιες μυθολογίες θα γράφανε

πως στον δικό μου τον κατακλυσμό δεν πέθαναν οι άνθρωποι

μα τα φουγάρα·

*

τα γυαλιά μου δεν είναι πουθενά

το μικρό παιδί με τα σκεπτόμενα φρύδια

με κοίταξε για τελευταία φορά

ήτανε ταξικά;

με ρώτησε

ναι, ήτανε της πέμπτης τάξης του δημοτικού

του απάντησα·

γέλασε τόσο δυνατά που ο τυμπανιστής του αυτιού μου

παραιτήθηκε εθελουσίως

πρέπει να ξεφλουδίσεις τις μνήμες σου·

μου είπε

όπως ο ποιητής σου ξεφλουδίζει τα ποιήματά του

να φτάσεις στις πρώτες σου τις θύμησες

όπως εκείνος κάποτε θα φτάσει στην ένατη γραφή

 

κι εσύ αλήθεια που τον ξέρεις τον ποιητή;

μα εκείνος με κατέβασε στη γη

 

ωστόσο εσύ μην ψάχνεις άλλο για γυαλιά

κι ας έχεις τόσο αγαπήσει

το ρήμα

ψάχνω

και το γράμμα

ψ

πήγαινε πίσω

βρες το απολυτήριο του δημοτικού

κάντο κομμάτια

και άσε το χαρτοπόλεμο να πέσει αργά

πάνω σ’ έναν

περήφανο

καταυλισμό

τσιγγάνων

 

για τη δεύτερη γραφή

της Ψυττάλειας Β

του Σαμσών Ρακά

Αφαλός στο Μέτωπο