sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: τοίχος

αποστάσεως, εξ

317367_10200197204907713_1232321589_n

 

δεν είναι που δεν ήρθες απόψε
-δίνω όλες μου τις ανάσες ακόμα για τα μακρινά σου χαμόγελα-
είναι που οι τοίχοι του σπιτιού σκίρτησαν
στο άκουσμα του ερχομού της αύρας σου

δεν είναι που δρόσισαν οι νύχτες
-έχω μάθει να ντύνομαι ζεστά για να μην παγώνει το βλέμμα μου-
είναι που πέρασαν καλοκαίρια πολλά
προτού να συναντηθούνε τα δάχτυλα

δεν είναι που η θάλασσα αλλάζει τα μπλε της τόσο συχνά
-αν μείνει ακίνητη ακόμα κι αυτή τότε θα ‘χει έρθει το τέλος μας-
είναι που της λείπουμε οι άνθρωποι
όλος ο χειμώνας μια μοναξιά για κείνη

δεν είναι που το κλάμα τίποτα δεν ξεπλένει πια
-μια απάτη των βολβών τα δάκρυα που ποτέ δεν πιστέψαμε-
είναι που ανακαλύπτω με μια μικρή πικρή καθυστέρηση
πως και η θλίψη ακόμα μια απαραίτητη χειραποσκευή είναι

που θα με ακολουθεί σε κάθε τόπο

Advertisements

Περίπατος

φοβούμενη μια νύχτα μαύρη τις προάλλες

πως από ασφυξία η ζωή μου θα τελειώσει

πετάχτηκα από το σπίτι σέρνοντας

τις μπάλες που με το κελί μ’ ενώνουν

 

στο δρόμο πάνω, στη γωνία

-και μη νομίζετε, σε λαϊκή νεόπτωχων επαρχία μένω-

συνάντησα μια εξαίσια εικόνα

‘’κι αν κάποτε οι εχθροί σου ξεκινήσουν

με στόχο στην κοιλιά σου πάνω να καθίσουν

θα στέκεις άραγε αγέρωχο λιοντάρι

ή τάχα την πνοή σου όλη έχουν πάρει;‘’

 

με σπρέι μαύρο, βιαστικό και οργισμένο

κάποιος στου γείτονα τον τοίχο ορνιθοσκάλισε

 

στα γράμματα στρογγύλεμα ουδέν

οι τόνοι τα απειλούσαν με εκρήξεις

-ελέω λαού και ελευθερίας

και με σκοπό την προστασία των ηθών

οι τόνοι που όλοι ξέραμε μαράθηκαν

μετονομάστηκαν σε κρότου λάμψης αναιδώς

οι λέξεις πια δεν θέλουν να τονίζονται

οι σκέψεις μας ανατινάζονται τῂ εκφορά των

κι όποιος τονίζει ως εχθρός του καθεστώτος θεωρείται

 

στη νέα αυτή πραγματικότητα

-ρούχο επίσημο του ψεύδους των αρχόντων-

που ευνούχισε τους ποιητές και λείανε τα πάθη

που γκρέμισε τα σπίτια μας και ύψωσε το μήπως

που στέρησε από το λαό και το όχι και το λάθος

καταλαβαίνετε το εξαίσιο της εικόνας

 

κατά παράβαση του νόμου των αρχών

ο εγκληματίας μου θύμισε πληγές και γεγονότα

ξανάφερα στη μνήμη μου το λόγο της οργής μου

θυμήθηκα πώς κάποτε -δεν πάει αλήθεια πολύς καιρός-

κι εγώ κι εσύ παλεύαμε κατά της αδικίας

και πώς το επιτρέψαμε βιαίως να αλωθούμε

 

πλησίασα με αφοβισιά στον τονισμένο τοίχο

έχωσα μες στις τσέπες μου τους κρότου λάμψης τόνους

και χάθηκα στις γειτονιές που βύθισαν στη λήθη και στο γήρας

καπεταναίοι ασήμαντοι και εφοπλιστές αδέκαστοι φονεύοντας τους νέους

 

σύμφωνα με το ανακοινωθέν που εκδόθηκε το επόμενο πρωί

ομάδα αγνώστων νεαρών που πια καταζητούνται

βανδάλισε τα κτίρια του οσίου καθεστώτος

κι όποιος πληροφορίες δώσει περί αυτού

απλόχερα θα πληρωθεί -κουκούλα προαιρετική-

 

εγώ, ο διαβάτης που κάθε βράδυ κυνηγιέται από ασφυξία

σ’ ευχαριστώ, παράνομε των τόνων μαχητή

εγώ, ο αγριεμένος κάτοικος νεόπτωχης περιοχής

σ’ ευχαριστώ, ασυγκράτητε του δικαίου των αδίκων καθεστώτος

ανίκατε, συ

1800814_10203085475563867_1528756075_n

δύσκολα και με βάσανο πέρασε η νύχτα απόψε

ιδιαιτέρως με άγγιξε και σύρθηκα να μάθω

μιας λέξεως την προέλευση κι τη δυσλειτουργία

ανόσιος γράφει το βιβλίο και εγώ ποιον να ρωτήσω

 

τι είναι στ’ αλήθεια ιερό και τι τ’ αντίθετό του;

 

όσοι πιστεύουν σε θεούς ξεχνάνε τους αγίους

κι αυτοί που ζουν με προσευχές διστάζουν στο τραγούδι

μα αν δεις τις νότες στη σειρά ίσως να αναφωνήσεις

πως άνθρωπος τις έφτιαξε όπως και τους θεούς σου

 

κι οι νότες του πεντάγραμμου άθεες τάχα να ‘ναι;

 

οι έρωτες κι οι αγκαλιές που ζήσαν στα σκοτάδια

παράνομοι ονομάστηκαν κι ας ζέσταναν τα αστέρια

κι εκείνοι που τους έγραψαν χαράζοντας ρυτίδες

δε μοίρασαν τη θέρμη τους σε ποίημα ή σε τοίχο

 

κι όποιος κρυφά σε φίλησε δεν φίλησε στ’ αλήθεια;

 

λοιπόν επίσημε γραφιά της λίστας των κακούργων

βάλε κι εμέ στη λίστα σου την των αγκαλιασμένων

να ανασαίνω ελεύθερα παράνομη και αθώα

και στων ανόσιων εραστών τα χέρια να κοιμάμαι

 

μόνος κακούργος οι χρονιές και φυλακή οι γιορτές τους

 

καθώς ξημέρωνε γλυκά αντίκρισα τον ήλιο

και τότε σιγουρεύτηκα πως κι ο έρωτας φωτίζει

δεν γράφεται σε ποιήματα μόνο σε βλεφαρίδες

του ανθρώπου σου τα βλέφαρα ίδια κυματοθραύστες

 

κύμα και πίκρα μοιάζουνε, ρωτήστε και τους ναυτικούς

 

ανόσιος όποιος δήλωσε στο γλέντι ας κοπιάσει

χωρίς των γέρων συμβουλές χωρίς και τα γυαλιά του

με ορίζοντά μας την οσμή σήμερα θα γλεντάμε

ανέμελοι και ανίεροι, ίδιοι με τους θεούς μας

 

και του γλεντιού μας η φωτιά και αγίους θα ζεσταίνει

τρίγωνα κάλαντα σε φα ένα ένα τέσσερα ύφεση

*

| αόρατα λαμπάκια στους τάφους όσων αυτοκτόνησαν |

| να επιτρέψουνε την καύση των νεκρών |

| τουλάχιστον |

| μήπως να κλειστούμε στη σιωπή του νομπελίστα |

| όχι | όχι | ναι |

| ένα | ένα | τέσσερα |

| συνθήματα γραμμένα πάνω σε ετοιμόρροπα ρήματα |

| απουσία επιθέτων |

| απουσία ουσιαστικών |

| ούτε επίθεση |

| ούτε ουσία |

| μόνο αδύναμη άμυνα |

| τα χριστούγεννα των ζωντανών |

| είναι οι απόκριες των νεκρών |

| όπως και | 

| το κλάμα των ζωντανών |

| είναι το γέλιο των νεκρών |

| και μην παρασυρθείς |

| και νομίσεις |

| πως το κλάμα είναι πάντοτε ζεστό |

| και το γέλιο πάντα παγωμένο |

| έτσι και |

| στους τάφους πάνω υπάρχουνε λαμπάκια |

| που την αιώνια ανάσταση προσδοκούν |

| αόρατα |

| μα φωτεινά |

*