sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: τράπεζα

ρεκβivere

kalavrita-ereipia

οδηγώ στην αριστερή λωρίδα
όσο πιο αριστερά τόσο πιο καλά
έτσι μου λέει το ένστικτό μου
μα κάνουν λάθος τα ένστικτα ερωτηματικό
η ταμπέλα γράφει έξοδος προς θριάσιο
μα πού το ξανάδα αυτό
διερώτηση
α ναι η πράξη θανάτου που κουβαλάω μαζί μου
γράφει τόπος θανάτου θριάσιο ίδρυμα ή κάπως έτσι
για να πιστοποιήσεις την απραξία του θανάτου
απαιτείται πράξη
αγκαλιάζω την ειρωνεία για το ρεβεγιόν
όχι όχι γαλλικά δεν ξέρω γρι
ρεβεγιόν μπορεί να είναι ένα φαγητό
ή μια πόλη ή ένα κρασί ή μια γιορτή
οδηγώ αριστερά
ο κ μου λέει να μην τρέχω τόσο
τι να θέλω άραγε να προλάβω
χθες τη νύχτα δεν κοιμήθηκα είχα δυσφορία
τον ξανάδα στον ύπνο μου
πώς γίνεται να βλέπω όνειρα ξύπνια
τον βλέπω συχνά να χαμογελάει όχι σε μένα
να χαμογελάει στο σύμπαν έτσι έκανε όσο ζούσε
φτάνω στην επαρχιακή πόλη
πολύ πριν γίνει θέρετρο για τζιπ ήταν πόλη μαρτυρική
πόλη του θανάτου και της λευτεριάς
μπαίνω σε μια έκθεση ζωγραφικής με θέμα το ολοκαύτωμα
παντού γυναίκες να κλαίνε
μου καρφώνεται στο μυαλό ένας πίνακας
ένα άσπρο πουκάμισο επί ξύλου κρεμάμενο
με έναν κόκκινο λεκέ στο μέρος της καρδιάς
κι από πίσω ατάκτως γραμμένα
όλα τα ονόματα των δολοφονημένων της θηριωδίας
τίτλος του έργου κάτι σχετικό με τη μνήμη
μνήμη όπως μνήμα
μνήμη όπως μνημόνιο
μνήμη όπως άνυδρο κλάμα
μπαίνω στο ειρηνοδικείο
άκου εκεί ειρηνοδικείο
δηλαδή για να καταλάβεις δικάζει με γνώμονα την ειρήνη
δηλαδή για να συναισθανθείς δικάζει με στόχο την κοινωνική ειρήνη
εκεί θα πλειστηριάζονται τα σπίτια σας στα ειρηνοδικεία του πολέμου
εκεί μέσα θα ρίχνουν τις ναπάλμ
οι άλφαμπανκ και οι γιούρομπανκ και άπασες οι εις μπανκ λήγουσες
και εκεί θα λιποθυμάς όταν θα ανακηρύσσεσαι σε μη συνεργάσιμο
και ταυτόχρονα άστεγο γιατί ο καπιταλισμός δεν αστειεύεται σύντροφοι
ειρηνοδικείο που λες και όχι ούτε τώρα θα βάλω στίξεως σημεία
καλημέρα σας για μια αποποίηση ήρθα
ποιος ο αποθανών
κανένας ήθελα να της πω
αλλά έξω ένα πουλί τιτίβιζε και μπερδεύτηκα κάπως
με το θράσος της φύσης που συνεχίζει να ζει κι ας πεθαίνουμε εμείς
και της αποκάλυψα το όνομά του
έχετε πράξη θανάτου ναι μάλιστα έχω πέθανε στα σίγουρα
και όλα πολύ απλά και πολύ εορταστικά
σφραγίδες και υπογραφές και καλές χρονιές
και η ειρωνεία πουλί περιπλανώμενο
να ίπταται πάνω από τα κεφάλια μας
πώς να γιορτάζει άραγε την πρωτοχρονιά
ο πρώτος των υπουργών άλλως ο πρωθυπουργός
when you look at yourself do you see what i see
if you do why the fuck are you looking at me
ο ν τις προάλλες μου είπε ότι φοβάται ότι είμαστε λόγια μόνο λόγια
και στο τέλος θα κρεμαστούμε από τα γραπτά μας για να τελειώνουμε
για τη νέα χρονιά φοβάμαι μήπως στερέψω από έμπνευση
και από οργή και από εμμονές
όχι τις εμμονές μου θα τις κρατήσω καλά φυλαγμένες μέσα μου
θα τις κάνω φρούριο και θα ζήσω εκεί μέσα
θα γράφω πάντα τα ίδια και τα ίδια
μέχρι που ούτε κι εγώ η ίδια να μην με διαβάζω
έξω από το μουσείο η προτομή του πετμεζά
σκουντουφλάω πάνω στα τζιπ αλλά δεν γρατζουνίζονται καν
μόνο η μνήμη μου γρατζουνίζεται
εκατομμύρια έτη φωτός πριν
δημοτικό σχολείο τα μισά μου μαλλιά πιασμένα ψηλά με φιόγκο
απαγγέλω ποίημα για τον πλάτανο της λεφτεριάς
διαβάτη εδώ σε τούτο το πλατάνι φωτήλας ζαΐμης πετμεζάς
κι ο γέρος του μωριά εκάμαν το συμβούλιο τους να ιδούμε λεφτεριά
γεράσαμε πριν να ζήσουμε μόνη μόνη πολύ μόνη
βαρέθηκαν να με ακούνε να λέω τα ίδια και τα ίδια
κι έτσι τώρα περπατάω στο δρόμο και παραμιλάω
αλλά μπορεί να μιλάω και στα δέντρα ή στις γάτες ποτέ δεν ξέρεις
ψάχνω τις τσέπες μου μπας και βρω ένα κόμμα ή μια τελεία
κάπου να ξαποστάσω να ακουμπήσω σε μιαν άνω τελεία τουλάχιστον
αλλά ξέμεινα έδωσα τα τελευταία μου σημεία στίξης σε έναν λαχειοπώλη
για να πάρω το πρωτοχρονιάτικο που κληρώνει αύριο
γιατί κάπως πρέπει να χτιστεί και το γήπεδο της αεκ ρε συντρόφια
και εξάλλου εγώ μεγάλωσα δίπλα στα γήπεδα της αεκ και του απόλλωνα
και μόλις ακούσω περιγραφή ποδοσφαιρικού αγώνα από σπίκερ
ή έστω τη μουσική της αθλητικής κυριακής
παθαίνω δεκαεφτά καταθλίψεις
και πρέπει να φάω πέντε σοκολάτες για να συνέλθω
τι σου έλεγα α ναι
λοιπόν αποφάσισα εγώ τη χρονιά δεν θα την αλλάξω αύριο
δεν είμαι έτοιμη να την αφήσω ακόμα
ίσως σε κανά μήνα να μπορέσω να την αποχαιρετήσω
έτσι κάνω με όλα και κυρίως με τους νεκρούς
τους τοποθετώ σε έναν δικό μου χωροχρόνο
και δεν τους αποχαιρετώ ποτέ
νομίζω πως δεν θέλω κάτι άλλο να πω γιατρέ μου για σήμερα
γιατί έπεσε το ζάχαρό μου και θέλω κάτι γλυκό πάλι
ούτε μισό δόντι δεν θα μου μείνει στο τέλος
και άντε να τρέχεις να πουλάς νεφρά για να βάζεις εμφυτεύματα μετά
έξοδα πολλά έξοδα αλλά προς το παρόν όλα καλά
έχω δυο νεφρά δυο πνευμόνια δέκα δάχτυλα
δυο μάτια άπειρα δάκρυα ανάλατα
και μια μόνο μια μόνο γαμημένη ζωή
που όχι ρε συντρόφια
δεν σκοπεύω να την πετάξω σε δαύτους
αμαχητί

Advertisements

απετάξω τον αύγουστο

πουλάω κοσμήματα πάνω στο κράσπεδο
ξεπουλάω υπάρχοντα στους δρόμους
οι ποδηλάτες δεν με βλέπουν καν
ποδοπατάνε τα οικογενειακά μου κειμήλια

τα φώτα του αυγούστου με τυφλώνουν
μα εγώ πουλάω
πουλάω σωρηδόν
εξασφαλίζω ανάσες
υπογράφοντας δικαιοπραξίες υποσχετικές
υπόσχομαι
πως ό,τι στα χρόνια που μέλλει να ‘ρθουνε
ό,τι
οτιδήποτε σου λέω
θα σας το ξεπουλήσω
ζωή και τιμή και αντεθνική υπερηφάνεια
θα τα μεταβιβάσω
θυσία εκτελώντας
στο βωμό του πατριωτικού τουρισμού

όταν η νύχτα ξημερώσει
άπαντα τα υπάρχοντά μου έχουνε δοθεί μισοτιμής
στα κορίτσια με τις ανταυγίζουσες αλογοουρές
που πιάσανε το συνοδό τους από το χέρι
και δια της ερωτικής βίας τον σύρανε στο νησί μου
κακή συνήθεια οι αντωνυμίες που κτήση δηλώνουν κύριε καθηγητά

σου έλεγα ότι με το ξημέρωμα της παλλαϊκής αργίας
της κοιμήσεως της ανύπανδρης μαρίας
στα χρόνια μου βλέπεις οι αιμάτινες απεργίες από αργίες βουλιμικής κατάνυξης αντικαταστάθηκαν
ο πάγκος μου αδειάζει
έδωσα πια ό,τι είχα
ξεπούλησα τα πάντα
καλοκαίρια και χειμώνες και ακτίνες του ήλιου
και υποθαλάσσιους υδρογονάνθρακες που πάνω σε μυθικούς ιππόκαμπους
για τις χώρες του δύοντος ηλίου ταξιδεύουνε
έναν τόπο ολόκληρο ξεπούλησα
σε κείνα τα αγόρια με το τατουάζ του Τσε ακριβώς πάνω στον καλογυμνασμένο βραχιόνιο μυ
αλήθεια σε ρωτάω κάθε αύγουστο και απάντηση δεν παίρνω
γιατί του Άρη τη ζωή δεν μας μάθανε ποτέ οι δάσκαλοι

ξημερώνει σεπτέμβρης
ο μήνας που πάντα γρήγορα έρχεται κι ύστερα πάντοτε ξεχνά να αποχωρήσει
ξημερώνει φθινόπωρο λέω
και ήρθε πια ο καιρός τον πάγκο του ξεπουλήματός μου να μαζέψω
θα ζήσω τον χειμώνα μου
τρώγοντας περήφανες συμφωνίες σωτηρίας

μια μόνο απέλπιδα ερώτηση μομφής και δυσπιστίας σε όλους σας απευθύνω

γιατί φορώντας το ρούχο του σοσιαλισμού
τις σάρκες μου σταυρώσατε
και στον αιώνιο χειμώνα των τραπεζών με καταδικάσατε;

πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία*

διατηρώ την τηλεόραση ανοιχτή όλη μέρα
θέλω να με τρομοκρατήσεις όσο αντέχεις
θέλω να νιώσω το φόβο να μπαίνει κάτω από το πετσί μου
να ρέει στο αρρωστημένο μου αίμα
να κάθεται στα νεφρά μου
κι ύστερα να περπατάω διπλωμένη από τον πόνο στα δύο
και άρα σκυφτή για πάντα

προσπαθώ να βρω το φόβο μέσα μου
αλλά τα μόνα πράγματα που φοβάμαι
είναι αν θα νιώθω ασφυξία την ώρα που θα με θάβουν
αν κάποια στιγμή θα βολευτώ με τρόπο εκκωφαντικό
σε μια ζωή χαρούμενη ακροπατώντας στα ρηχά
και κυριότερα
αν ξημερώσει μια μέρα που δεν θα μου κρατάς το χέρι
στον καύσωνα στους μείον δύο
και κάτω από την ανθισμένη αμυγδαλιά σου

ξέρετε
σήμερα απαίτησα από μια τράπεζα ιδιωτική
χτισμένη από το αίμα των νεκρών σας
να εκτελέσει έργο για το οποίο υποχρεούται
κι όταν μου επικαλέστηκαν το τάχα χάος
μετ’ ευκολίας απεκδύθηκα την κατ’ επίφαση ευγένεια
και φώναξα μέσα από τη γραμμή
σε κάποιον συνομήλικό μου ίσως
πως εργάζεται με τρόπο τόσο σώφρονα
για κάποιον που τρέφεται από τον ιδρώτα όλων μας
κι ύστερα ένιωσα ελεύθερη
τόσο ψεύτικα ελεύθερη
γιατί η αληθινή ελευθερία θα σήμαινε
να έφτανα ως το γραφείο του υπαλλήλου των πεντακοσίων
ευρώ
να τον έπαιρνα από το χέρι με ορμή
και μέχρι το μεσημέρι να πίναμε κρύο ρακόμελο κάπου στην πόλη

να μην σπέρνω το διχασμό μου ψιθυρίζουν στο ακουστικό
μα εγώ είμαι ήδη αλλού
αποθηκεύω σε βαζάκια δάκρυα αντάρτη από τη βάρκιζα
φυλάσσω σε τρόπο δροσερό τις στάχτες όσων
από κάποια ταράτσα του κλεινόν άστεως για τελευταία φορά ανάσαναν
συντάσσω παράνομες εξώδικες διαμαρτυρίες
όσων νομίμως κλοτσηδόν απολυθήκανε
γιατί του αφεντικού το δίκιο
ήτανε τόσα χρόνια ο νέος της βαρύτητας κανόνας
κερδίζει πάντοτε η βαρυτέρα τσέπη
πεθαίνει πάντα ο φτωχός στο τέλος του παραμυθιού

κι έτσι τώρα λύσιν άλλη δεν κατέχω
παρά τον βάναυσό σας διχασμό
γιατί έφτασε νομίζω πια η ώρα
η ήρα από το στάρι και ο αμνός απ’ το ερίφιο
ξέχωρα έξω από το παραβάν να στέκουν
ανήκω βλέπετε σε κείνους τους ανόητους
τους στους αιθέρες πάντοτε πετώντες
που διατυμπανίζουνε ψευδώς και εν γνώσει τους
πως η ρόζα γράφτηκε για μια ηρωίδα
κι όχι για μια κοπέλα που τάχα μου
βαθιά τον στιχουργό κάποτε πλήγωσε
κι έτσι πλημμυρισμένη από ευτυχία και άγνοια μαθηματικών
με ανακούφιση δηλώνω πως όχι δεν καταλαβαίνω
ούτε το συν ούτε το πλην ούτε κυρίως τους αγκυλωτούς κανόνες
και έτσι ανέτοιμη και με το χέρι πάντα δίπλα στο δικό σου
διαλέγω όρθιο το κεφάλι
άδειο το στομάχι
τρύπια την τσέπη
και ελεύθερη για πάντα την καρδιά

*στίχος του άλκη αλκαίου

φι πι άλφα

κατέβηκε το δρόμο βιαστικά. το χέρι πιέζει τη μέσα τσέπη του σακακιού. στο σημείο της καρδιάς. όχι. δεν φοβάται μήπως τον προδώσει η καρδιά. αυτός ο φόβος εξαχνώνεται με τα χρόνια. μαθαίνεις να δίνεις στην καρδιά την αξία που της πρέπει. στη μέσα τσέπη όμως μαζεύτηκε κόπος μηνών. πόσο εύκολα βγαίνανε παλιά τα λεφτά. πώς πλήρωνε τα πάντα. πώς ταξίδευε. πώς ένιωθε σωστός οικογενειάρχης με μια τσέπη γεμάτη. και τώρα; ευρώ το ευρώ. να πληρωθεί το φροντιστήριο του παιδιού. τα φάρμακα της μάνας. η ασφάλεια του αυτοκινήτου. και κάτι να μείνει στην άκρη. όχι για οικονομίες. η μαγική λέξη της πρώτης φοράς αριστερά κυβέρνησης. διακανονισμός. μαζεύτηκε το φπα. όσο μπορεί φοροδιαφεύγει. όσο γίνεται πληρώνει και πληρώνεται μαύρα. αλλά και πάλι μαζεύτηκε ποσόν. φόρος προστιθέμενης αξίας. φόρος αφαιρούμενης ζωής. μαζεύτηκε. πήγε στον έφορο. παλιός πελάτης. τι να κάνουμε. διακανονισμός. διακόσια ευρώ το μήνα. διακόσια ευρώ. τι ήταν παλιά το διακοσάρι και τι είναι τώρα. τρίτος μήνας. τρίτη δόση. δεν ξέρει αν τον επόμενο μήνα θα το ‘χει το ρημάδι. καλοκαίρι γαρ. λίγη θάλασσα δεν πρέπει να δουν τα μάτια τους;

κατεβαίνει το δρόμο βιαστικά. φοβάται μήπως τον προδώσει η καρδιά. όσο μεγαλώνεις η καρδιά γίνεται όλο και πιο επίφοβη. να προλάβει. να μπει στο υποκατάστημα. να αντικρίσει τις γραβάτες. να κόψει την απόδειξη. να φύγει άλλη μια δόση. ο δρόμος. που είχε τη δική του ιστορία. κεντρικός δρόμος της πρωτεύουσας δευτέρα πρωί. έρημος. ειδοποιήστε τους συγγενείς. η εγχείρηση πέτυχε. ο ασθενής απεβίωσε. η αθήνα μας άφησε χρόνους. στη γωνία τον πνίγει ένας λυγμός. παλιά γραφεία. φίλοι. μπύρες. η γνωριμία με τη γυναίκα της ζωής του. χάνεται στις σκέψεις του. τα χρόνια που έφυγαν. και πού στα κομμάτια πήγανε; τα ρούφηξαν οι υπόνομοι της πόλης. θρέψανε οι κατσαρίδες. χόρτασαν ανθρώπινο χρόνο και πόνο.

τι είναι και ο χρόνος νομίζεις. μονάδα μέτρησης της ζωής.

να προλάβει να μπει στο κλιματιζόμενο κατάστημα. στρίβει αφηρημένος. πέφτει σχεδόν πάνω σε ένα δάκρυ. κάνει γκελ με τα πόδια για να μην ποδοπατήσει τον πόνο. μια άγνωστη που κλαίει βουβά. βουβά και φανερά. δεν τη νοιάζει που τη βλέπουν. ο πόνος σε τούτη την πόλη δεν κρύβεται πια. αυθόρμητα την αγγίζει στον ώμο. πάλι καλά που είμαστε εδώ στο νότο. αλλού το άγγιγμα είναι απαγορευτικό. την αγγίζει και κάνουν κύκλωμα. το βουβό κλάμα γειώνεται. μην κλαίτε. στην ηλικία της μάνας του. μην κλαίτε. υπερήλικας. άρρωστος. με μηχανική υποστήριξη. με πήρανε από το νοσοκομείο. δεν μπορούν να τον κρατήσουν άλλο πια. μην κλαίτε. δεν έχουν χώρο. πρέπει να τον πάρω σπίτι. ο πατέρας μου. πρέπει να πεθάνει μέσα στο σπίτι. τα νοσοκομεία δεν χωράνε πια τους εν δυνάμει νεκρούς. δεν έχω δωμάτιο. ένα δυάρι τρία άτομα. δεν έχω ούτε κρεβάτι. τι θα κάνω; μην κλαίτε.

λούφαξαν οι κατσαρίδες. ανέβηκε η θερμοκρασία. καύσωνας αθηναϊκός. ασφυξία. το χέρι στο σημείο της καρδιάς. μια άγνωστη. η δόση. το φροντιστήριο του παιδιού. να πάρει ένα λόουερ. να έχει εφόδια για να βουλιάξει αύριο στην ανεργία και την ανέχεια. ο πατέρας μου. δεν έχει πού να πεθάνει. διακόσια ευρώ. ευρώ το ευρώ μαζεμένα. ο διακανονισμός. ζητείται κλίνη για να πεθάνεις. ζητείται κολυμπήθρα για να ξεπλύνει την ανηθικότητα του καπιταλισμού. που είσαι γαμημένε σιλωάμ σήμερα δεύτερα πρωί που σε χρειάζομαι.

το χέρι σφιχτά στο σημείο της καρδιάς. ανταρσία εσωτερικών οργάνων. τον πρόδωσε η καρδιά του. ένας υπερήλικας πατέρας θα βρει ένα φτηνό κρεβάτι για να πεθάνει. ένας έφορος δεν θα εισπράξει ποτέ τη δόση του μαΐου. κι ένας άνθρωπος θα κατέβει τον έρημο κεντρικό δρόμο της πρωτεύουσας με το σακάκι στον ώμο. την τσέπη άδεια. τα μάτια λίμνες. τα χέρια ανάλαφρα. το κλάμα απροστάτευτο.

και τη ζωή νικήτρια. για πάντα.

δανειοθάλασσες

45800_4795694885161_929554403_n

ο κύριος και η κυρία μπλάιμπ

κάθε πρωί

ξυπνούν με τα κοκόρια της αυλής τους

ανάβουνε φωτιές συνθηματικές

και δίνουν εντολές στον ήλιο να προβάλει

ύστερα αγκαλιάζονται

φιλιούνται πεταχτά

εκείνος κατηφορίζει για την τράπεζα

εκείνη ξεκινάει για το λιμάνι

*

την τραβούσε πάντα η αρμύρα

και από μικρή ήθελε βασίλισσα να γίνει

τους νόμους να αλλάξει

μια καινούρια λέξη να γεννήσει

κι ύστερα με νόμο του βασιλείου της να την καθιερώσει

γιατί πώς λέγεται το κορίτσι που απ’ τη θάλασσα ζει;

*

πάνω σε τούτο το νησί

πάντα οι γυναίκες για γοργόνες λογαριάζονταν

και καμιά ποτέ δεν έγινε ψαράς

γιατί η λέξη, το επάγγελμα, το θάρρος

ήταν αδόκιμες

για πλάσμα που μια μήτρα κουβαλάει

*

η δεσποινίδα μπλάιμπ βασίλισσα δεν έγινε ποτέ

αλλά το θάρρος της δεν έχασε

και ενάντια στου νησιού τις δοξασίες

δια παντός αποφάσισε να ζήσει

κι έτσι

έγινε ψαράς

*

όταν αγάπησε τον κύριο μπλάιμπ

τα αφροδισιακά του βυθού της

ζηλέψανε την τύχη του

ερχόταν τώρα ένας κύριος με γραβάτα

και τα υγρά της για δικά του τα λογάριαζε

με τον καιρό όμως τα ψάρια συνηθίσανε

και με τον αντίζηλό τους συμφιλιώθηκαν

δεν είχαν άλλωστε επιλογή

*

ο κύριος μπλάιμπ γνώριζε τα λογιστικά

καλύτερα από όλους τους εντός και εκτός θαλάσσης

ενώπιόν του υποχωρούσαν όλοι οι πελάτες

της τραπέζης

και με το λέγειν του έφερνε κέρδη αμέτρητα

στον τραπεζίτη αφεντικό του

*

τις νύχτες που το ζευγάρι αγκαλιασμένο έσβηνε φωτιές

εκείνος συχνά ομολογούσε την ασχήμια του

ένιωθε πως τα χνώτα του μυρίζανε χρυσάφι

και πως τα χέρια του ήταν κρύα

ενώ οι ανάσες της κυρίας μπλάιμπ

-όποτε βέβαια ανέπνεε γιατί σαν αμφίβιο λογιζόταν-

μυρίζανε ατλαντίδα και ιώδιο

τα χέρια της ήτανε πάντα ζεστά

και τα μαλλιά της

όταν έπεφτε ο ήλιος

σε αρμυρίκια μεταμορφώνονταν

*

πως θέλει να αλλάξει τη ζωή του

λογάριαζε τις νύχτες ο κύριος μπλάιμπ

ήτανε βλέπεις η γυναίκα του ο ψαράς που τόσο τον γοήτευε

και ήταν εκείνη που τις νύχτες τις αντάρες του κατάπινε

γιατί

όπως του έλεγε

οι δυο τους σαν ζευγάρι

το τέλειο παραμύθι για τα παιδιά των πόλεων σχηματίζανε

γιατί ένα θαλασσοδάνειο σε σχήμα λειχήνας

αρκούσε λέει στους αδαείς των πόλεων τους κατοίκους

που οθόνες προσκυνούσαν

για να πιστέψουν

πως η φτώχεια τους δικαίως τους καταπλακώνει

 

και για να μην αντέξουν ποτέ

να δουν τους εαυτούς τους όρθιους

ενάντια στις τράπεζες

απέναντι στα δάνεια

κι επάνω στον θαλάσσιο αφρό

ελεύθεροι να περπατούν

ένα όνειρο που μπορώ

x96mcghhlzk.png

μην με παρεξηγήσεις.

 

δεν είμαι με κανέναν, έτσι λέτε όλοι σας

να καούν οι τράπεζες, να πάρουν φωτιά

                          αλλά δεν το εννοείτε.

 

μην με παρεξηγήσεις

 

αυτή η ιστορία μαθεύτηκε. πόσες δεν ξέρεις;

πόσοι Αχμέτ τρώνε ξύλο κάθε μέρα;

 

κι εσείς οι άλλοι που δεν σας νοιάζει

που θέλετε να πάνε σπίτια τους

να θυμάστε τον παππού μου

που πήγε γκασταρμπάιτερ στο μόναχο.

τον έστειλαν πίσω γιατί του έλειπε ένα δόντι.

 

έτσι είναι. ο εργάτης πρέπει να έχει όλα του τα δόντια

 

ξαναπήγε με ψεύτικο δόντι και τον κράτησαν. και όταν γύρισε ήταν αγνώριστος

 

μην με παρεξηγήσεις

 

μόνο να αποφασίσεις τι σε ενοχλεί πιο πολύ

η ανομία

ή

η παρανομία

 

η δικαιοσύνη γέννησε κάποτε δύο παιδιά

το ένα το κράτησε κοντά της

το άλλο το έδιωξε για πάντα

η ανομία είναι η άσωτη κόρη της δικαιοσύνης

πάλι παραμύθι έφτιαξα

 

μην με παρεξηγήσεις

 

δεν μου αρέσει η βία

ούτε οι ληστείες μου αρέσουν

αλλά βάλ’ τα στη ζυγαριά

 

και πες μου ποιος νικά

 

μην με παρεξηγήσεις

αλλά αναρχία είναι η μουσική του μάνου

 

μην με παρεξηγήσεις

αλλά υπερασπίζομαι την αναρχία.

 

 

υ.γ.: χρειαζόμαστε νέους ορισμούς. για όλα. καλή μας τύχη.