sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: τραγούδι

todesfall

ο θάνατος

μια συνομιλία σε κενό αέρος

μια βία ανωτέρα πεσμένη στα έγκατα των χωμάτων

μια αναθυμίαση που σέρνει πίσω της κρότους

ο θάνατος

 

ο θάνατος

ανάσα σε δηλητηριασμένο νερό

εφιάλτης χωρίς το ξύπνημα του τρόμου

τραγούδι παιδικό σ’ ένα μπαλκόνι της πόλης

ο θάνατος

 

εγώ κι εσύ που δεν θα ιδωθούμε πια ποτέ

ο θάνατος

και κείνο το τραγούδι σ’ ένα αστικό μπαλκόνι

που δεν θα θέλω πια να ξανακούσω

ο θάνατος

 

μια προστριβή με την ανυπαρξία ο θάνατος

θερμόμετρο κάτω απ’ τους δέκα βαθμούς

αλήθεια που δεν έχει γυρισμό

μια πιθανότητα απευκταία

ο θάνατος

 

στιγμή ισότητας για όλους ο θάνατος

η μόνη σιγουριά μόλις γεννιόμαστε

μια φάρσα χωρίς γέλιο ο θάνατος

μια στάλα αέρα ύπουλη που κύλησε στο αίμα

ο θάνατος

 

ρεύμα αέρα παγωμένο ο θάνατος

ρυτίδα αλύγιστη στο χρόνο

όρκος της ανθρωπότητας για αιώνια λησμονιά

άγευστο δάκρυ και λουλούδια άοσμα

ο θάνατος

κώστα μ’ τα χιόνια λιώσανε

θέλω να χτίσω ένα σπίτι. θέλω να χτίσω ένα σπίτι σ’ αυτόν τον τόπο. τούβλο το τούβλο να τσιμεντώσω δυο δωμάτια, να ριζώσουνε σ’ αυτά τα χώματα. θα πάρω κι ένα καρύδι από τα δέντρα της γιαγιάς κάτω στο ποτάμι και θα το ρίξω στη μικρή μου αυλή. θα το πατήσω με το παπούτσι μου να σφηνωθεί μέσα στο χώμα. κι ύστερα θα φυτρώσει έξω απ’ το παράθυρό μου ένα δέντρο που θα γεννήσει καρύδια γλυκά, βγαλμένα από τα έντεκά μου χρόνια. θέλω να χτίσω ένα σπίτι στον τόπο σου πατέρα. να βγαίνω τη νύχτα στην αυλή και να ρίχνομαι με το κεφάλι στις βουνοκορφές. να μην φοβάμαι πια τους τόπους τους χλοερούς. να περιμένω να λιώσει το χιόνι από τις λευκές κορφές τριγύρω, να το βλέπω να κατρακυλάει τις άνοιξες στις πλαγιές και μετά να λούζω τα μαλλιά μου με το παγωμένο καθάριο νερό. να βγαίνω το ξημέρωμα στην αυλή και να βρίζω τους χριστιανικούς θεούς. να βάζω κάθε σούρουπο φωτιά στα μνήματα πέρα στο νεκροταφείο για να ζεσταθούν τα κόκαλά μου. κι ύστερα κλαίγοντας να σέρνω έναν χορό βαρύ, αργόσυρτο, παλληκαρήσιο. με το κεφάλι ψηλά και με το βλέμμα χαμηλωμένο να θυμάμαι όσους θάψαμε σ’ αυτά τα χώματα τα πέτρινα. να τραγουδάω βροντερά τα τραγούδια της γιαγιάς και απ’ το κλάμα μου να ξαναγεννιούνται τα αηδόνια. θέλω να χτίσω ένα σπίτι εδώ. να κλοτσάω αναίσχυντα κάτω στο λαγκάδι τα ξύλινα κουτιά που μας περιμένουν όλους στο τέλος της διαδρομής και οι νεκροί οι δικοί να μην πεθαίνουνε ποτέ. να ανθίζουν πριν την ώρα τους οι τριανταφυλλιές στο παρτέρι και να λάμπει από ζωή το πατρογονικό μας σπίτι. χρειάζομαι μιαν αυλή εδώ πατέρα. θέλω να φυτέψω μια κληματαριά που θα κρατάει την κάψα του αυγούστου για μήνες δεκατρείς. μια κληματαριά που θα με κρύβει από την αδιακρισία του ουρανού. θέλω να χτίσω ένα σπίτι. θέλω να σπιτώσω τη συγκίνηση. να θεριέψω τη θέλησή μου για ζωή. να στείλω στον αγύριστο το θάνατο. το θάνατο που συνεχίζει να ‘ναι τόσο αμετανόητος. το θάνατο που τολμάει και παίρνει μαζί του την έκφραση των προσώπων μας και μας αφήνει γυμνούς και ανέκφραστους να μπούμε μέσα στη γη. θέλω να χτίσω ένα σπίτι εδώ. να κρεμάσω στην εξώπορτα μια πινακίδα ανορθόγραφη που θα λέει πως εδώ ουκ έστιν πόνος πια. κι έτσι να ζήσω. νικήτρια με παράσημα όλες μου τις ήττες. αιώνια έφηβη με ρυτίδες γέλιου και πόνου και οργής και κλάματος. βλάσφημη ενώπιον θεού και ιερωμένων. ζωῄ τον θάνατο πατήσασα. θέλω να χτίσω ένα σπίτι γεμάτο στίχους και νότες εδώ. κι αυτούς που φύγανε να τους κρατήσω ζωντανούς στις μνήμες μας για πάντα.

 

γιαγιά τα χιόνια λιώσανε

εις μνήμην

γιατί τραγουδάμε, σύντροφε;

935117_10200211817673023_813381845_n

να καθίσουμε, σύντροφε. να σου πω δυο λόγια. να καθίσουμε ήρεμοι. με τη γαλήνη του αλκοόλ. η αιθυλική αλκοόλη χαρίζει ελευθεριότητα. άκου με που σου λέω. να καθίσουμε σύντροφε και στ’ αυτιά μας να ακούγεται πως όλα στραβά γινήκανε και όλα είν’ ωραία. κι εγώ επιτέλους να σου μιλήσω. για ό,τι κάθισε μέσα μου σαν καρκίνος μεταστατικός, άσχημος, από κείνες τις μορφές του που ο γιατρός δεν σε κοιτάζει στα μάτια. κοιτάζει έξω ένα σπουργίτι που τσιμπάει το νοσοκομειακό φαγητό που του δίνει στο στόμα ο παππούς με τη χρόνια νεφρική ανεπάρκεια και σου λέει λυπάμαι, μα δεν σώζεται. ξέρεις τι κάθισε μέσα μου τόσα χρόνια; τα χρόνια δεν μετριούνται με βάση την αριθμητική που μας μάθανε παλιά αλλά με βάση το απόβαρό τους. κάθε χρόνος που φεύγει σου αφήνει βάρη που ζυγίζονται μόνο με τις αναπνοές σου. οι νοικοκυραίοι σβήνουν τα βάρη των ακινήτων τους με δόσεις στις τράπεζες. οι άνθρωποι προσπαθούν να σβήσουν τα βάρη τους ανασαίνοντας.

κάθισε κοντά μου σύντροφε γιατί αν δεν μιλήσω επιτέλους θα αποτρελαθώ. δείξε κατανόηση και υπομονή γιατί είναι πολλά που κανείς ποτέ δεν με άκουσε να λέω γιατί ποτέ κανείς δεν ήθελε να ακούσει τις κραυγές μου. κι έτσι πορεύτηκα με τη σιωπή για χρόνια. δώδεκα χρόνων παιδάκι και έκλαιγα. μα τόσο μικρή και τόσο απεγνωσμένη, μου λέγανε όλοι. ξέχνα τα αυτά και πήγαινε έξω να ζήσεις. και το δοκίμαζα, σύντροφε. πολλές φορές είπα δίκιο έχουνε, να βγω έξω, να ανασάνω. αλλά με πνίξανε. οι άνθρωποι μου βάλανε δερμάτινη ζώνη στο λαιμό και με πνίξανε. έτσι θα ζεις. αυτά θα φοράς. βάζε κραγιόν. μη μιλάς. μη φωνάζεις όταν κάνεις έρωτα. όταν θα βγαίνεις από τη σχολή θα ανεβαίνεις στο κολωνάκι και δεν θα κατεβαίνεις στα εξάρχεια. τι πας και κάνεις μόνη σου εκεί; μα διαβάζω. θα διαβάζεις στη βιβλιοθήκη. όχι στην ίντριγκα. κι ύστερα θα κάνεις δεσμό. να τηρεί τις προϋποθέσεις. όχι τον πρώτο τυχόντα. μα όλοι τυχόντες και τυχούσες δεν είμαστε;

είναι κι άλλα σύντροφε, πολλά. κοροϊδία. ξέρεις, εγώ περπατάω πάντα με μουσική στ’ αυτιά. μέσα μου καταιγίδες φουρτούνες και κλιματικές αλλαγές και έξω μου κορίτσια ανέμελα και αγέλαστα, αγόρια με τζελ στα μαλλιά και αμάξι που το χρωστάνε στην τράπεζα, άνεργοι που φοβούνται μην κυβερνήσουν οι αριστεροί, να πετάξω από μια θεατρική τριλογία του ίψεν στο κεφάλι του καθενός μου ‘ρχεται, κόσμος που περπατάει με θόρυβο σέρνοντας αλυσίδες, τα βάρη που σου ‘λεγα πριν, κι όλοι να περιμένουν το καλοκαίρι για να πληρώνουν είκοσι ευρώ για να πάνε στην παραλία, να βγάλουνε φωτογραφίες δυστυχίας με τεράστια γυαλιά ηλίου και άδειες ψυχές, λες και η ασχήμια καλύπτεται από διόπτρες, κι εγώ το μόνο που θέλω να είμαι στους πετανούς και να με βγάζουν τα λεφτά μου για πέντε μπύρες τη μέρα, να κοιτάζω τον ήλιο που δε βαριέται να πέφτει και να ξανασηκώνεται και να σου λέω για την επανάσταση. την επανάσταση της καρδιάς. την ελευθερία του νερού. την αλμύρα των δακρύων μου. το χαμόγελο που δεν θα αποτυπωθεί ποτέ σε κάμερα. αλλά κοροϊδία ρε σύντροφε. η τρελή άρχισε πάλι τις βλακείες. κι εγώ να μην αντιμιλάω. να χαμογελάω πικρά. να λέω δεν πειράζει. θα καταλάβουνε. κάποτε θα καταλάβουνε. κι αν δεν καταλάβουνε όλοι, τουλάχιστον να ζήσω με αυτούς που νιώθουνε.

μα τι τα θες. να βρεις μια δουλίτσα. ένα καλό παιδί. ένα γραφειάκι. κι ύστερα ένα διαμερισματάκι. και να κάνεις ένα παιδάκι. καλά τα όνειρα αλλά προσγειώσου. όλα υποκοριστικά. όλα πνιγηρά. τι είναι η ζωή για να την κλείσω μέσα σε μια κατάληξη υποκοριστικού; θαρρείτε πως θα ξανάρθει; θάνατος στα υποκοριστικά. εγώ διάβασα για το ωραίο το μεγάλο και το αληθινό κι από τότε ίδια δεν θα ξαναείμαι. μα το ωραίο και το μεγάλο και το αληθινό σπέρνει πόνο. καλοδεχούμενος και ο πόνος. δικός μου κι ο πόνος. κομμάτι μου. παιδί μου κι ο πόνος μου. παιδί μου και ο αγώνας για ελευθερία. εξώγαμα που δεν θέλουν αναγνώριση από κανένα δικαστήριο και υπογραφή από κανέναν συμβολαιογράφο. παιδιά που ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα. παιδιά που δεν ανήκουν πουθενά. κοινοκτημοσύνη και ακτημοσύνη. και αγνωμοσύνη από όλους. ωχ η τρελή. άρχισε πάλι τα χαζά.

τριάντα χρονών και έπαθα καρκίνο στο βλέμμα ρε σύντροφε. γέμισαν τα δόντια μου φτηνό κραγιόν και οι γάμπες μου μικρές ύπουλες μπλε φλέβες. κούραση και αϋπνία. σερβιτόρα, πωλήτρια, δασκάλα. καλό παιδί αλλά δεν κάνει για δικηγόρος. ονειροπόλα. με κοιτάζουν και γελάνε. φανερά. βλέπω το μειδίαμα. βλέπω την ειρωνεία. όλα τα βλέπω. γι’ αυτό και εγώ σταμάτησα να μιλάω. κλείστηκα στο εφηβικό μου δωμάτιο και κανέναν δεν θέλω να βλέπω. τις νύχτες πηγαίνω στη θάλασσα και σπαταλάω δεκαπέντε ευρώ βενζίνη μόνο και μόνο για να ουρλιάξω ελεύθερη. γράφω χαρτιά και τα πετάω στο κύμα. κάποιος. κάπου. να τα βρει. να ζωντανέψει το υγρό μελάνι και να τους ξαναδώσει πνοή. φτιάχνω καραβάκια και τα σκορπάω παντού. το σινιάλο μου για όταν έρθει η ώρα. να είσαστε έτοιμοι. θα σαλπάρουμε κάποια στιγμή. λες αλήθεια; λέω αλήθεια. στο ‘χω ξαναπεί, σύντροφε. το arbeit macht frei να τους το τρίψουμε στη μούρη.

θυμάσαι; κάναμε όνειρα. ακόμα κάνουμε. δεν είμαστε λίγοι. μην τους ακούς τι λένε οι ανθρωποφύλακες με και χωρίς στολή. σύντροφε. εδώ είμαστε. κι εδώ θα ‘μαστε. ανάχωμα και εμπόδιο στο σκοτάδι. να μοιράζουμε χαμόγελα κι ας μας λένε τρελούς. σχεδόν χριστιανοί. σχεδόν παιδιά του χριστού και της μαγδαληνής. σχεδόν απέθαντοι. σχεδόν όμορφοι. σχεδόν σχεδίες. ποτέ με σχέδιο. σχεδόν ανασαίνοντας. ελάχιστοι ανυπέρβλητοι και επουσιώδεις.

για να ενώσουμε τον κόσμο.

γι’ αυτό τραγουδάμε, σύντροφε.

μη με λησμόνει

μη με λησμόνει

δεν ξέρω μωρέ τι ώρα ήτανε όταν συνέβη, μη με ρωτάς συνέχεια την ώρα.

ήταν μετά από κείνη τη χρονιά που για δέκα μήνες έπαιρνα αντιβίωση. δέκα ολόκληρους μήνες μετρούσα τις ζωές όλων μας με οχτάωρα. κουμπί και ζωή. η αντιβίωση ήτανε μάλιστα ζήτημα ζωής και θανάτου, αν δεν έπαιρνα χάπια θα πέθαινα ξαφνικά χωρίς ποτέ κανένας ιατροδικαστής να μπορέσει να εξακριβώσει το θάνατό μου. μια ασθένεια πιο σπάνια και από τον έρωτα, δεν θυμάμαι το όνομά της, γίνεσαι πιεστικός που όλο ανούσια πράγματα με ρωτάς, σημασία έχει ότι ο γιατρός είχε πει στον άντρα μου πως το μόνο που με σώζει είναι η αντιβίωση.

θυμάμαι τις πρώτες μέρες εκείνης της εποχής που τα χάπια δεν κατέβαιναν πιο κάτω από το φάρυγγά μου, ο σύζυγός μου με κάθιζε στο κρεβάτι και μου έλεγε παραμύθια για να ξεχαστώ και να καταπιώ τα πικρά, άσπρα, σωτήρια χάπια, εγώ δεν παντρεύτηκα γυναίκα έλεγε, παντρεύτηκα ένα μικρό παιδί, και δώστου να μου λέει παραμύθια από τα νιάτα του παππού του, τότε που ήτανε αντάρτης στα βουνά παρέα με τον άρη, και δώστου εγώ να κλαίω την ώρα που ο παππούς του αποχαιρετάει τον άρη γιατί όλοι ξέρουν πια πως θα τον σκοτώσουν από μέρα σε μέρα οι ίδιοι του οι συγχωριανοί, γιατί όλοι ξέρουν τώρα πια πως το όνειρο τελειώνει εδώ, γιατί όλοι καταλαβαίνουν πια πως χάσανε στον πιο μεγάλο της ζωής τους αγώνα, μόνο που δεν μπορούν να διανοηθούν ποιος διασυρμός τους περιμένει στις δεκαετίες που έρχονται, όταν τα μικρά παιδιά του κράτους που θεμελιώθηκε πάνω στον αντικομμουνισμό θα ακούνε αντάρτης και θα φαντάζονται ένα τέρας με τρία κόκκινα κεφάλια και εφτά μαύρα μάτια, μόνο έτσι που λες κατάπινα την αντιβίωση. κι ύστερα ήρθαν οι υπνηλίες. κοιμόμουν για μέρες και νύχτες συνεχόμενες, στο κρεβάτι, στη μπανιέρα, στον πάγκο της κουζίνας, μια φορά είχα αποκοιμηθεί μέσα στο ασανσέρ και με ψάχνανε για έξι ώρες. κατέφτανε όπου κι αν ήταν ασθμαίνοντας ο κακομοίρης, με έπαιρνε στην αγκαλιά του και με έβαζε στο κρεβάτι. πρόσεχε πάντα πώς να με σκεπάζει, γιατί οι νευρώσεις μου είχαν ξεφύγει πιότερο από κάθε άλλη φορά, και αν τυχόν μια ίντσα έστω από το δέρμα μου βρισκότανε ξεσκέπαστη άρχιζα να ουρλιάζω μέσα στην άγρια νύχτα. όταν ξυπνούσα μου έπαιρνε περίπου μισή ώρα να θυμηθώ ποια είμαι και πού, και καθώς περνούσαν οι μήνες μας μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά πως το φάρμακό μου δεν ήταν αντιβίωση και ο γιατρός μου δεν ήταν γιατρός. μέχρι να ανακαλύψουμε την απόλυτη αλήθεια που δεν υπάρχει έτσι κι αλλιώς, η χρονιά πέρασε και η θεραπεία μου τελείωσε.

πάντως χάπι δεν μπορώ να πάρω από τότε. αν έχω ποτέ πονοκέφαλο, παίρνω μια ασπιρίνη, τη διαλύω σε χλιαρό νερό και πίνω αργά αργά το θολό υγρό, για να καταλαβαίνω καθ’ ολοκληρίαν την αηδιαστική του γεύση. κι ύστερα ανάβω τσιγάρο. το τσιγάρο μετά την ασπιρίνη κάνει το στόμα μου να μοιάζει με σόλα πολυπερπατημένου φτηνού παπουτσιού, αλλά εγώ θέλω να με τιμωρώ συνέχεια για ό,τι άσχημο έχω κάνει στη ζωή μου. μόνο που δεν ξέρω τι έχω κάνει.

έχε βέβαια κατά νου πως δεν έχω πονοκέφαλο και δεν αρρωσταίνω σχεδόν ποτέ. φαίνεται πως η πάλαι ποτέ θεραπεία μου θωράκισε τον οργανισμό μου τόσο βάρβαρα, που ακόμα και τα μικρόβια και οι ιοί με αποφεύγουν.

πάντως ο άντρας μου στάθηκε δίπλα μου βράχος εκείνη τη χρονιά, ήμουν ο μόνος άνθρωπος που είχε πάνω στη γη και σε ολόκληρο το ηλιακό μας σύστημα, αλλά όταν πέρασε ο καιρός και αποσοβήθηκε ο κίνδυνος πρόωρου θανάτου τον άφησα γιατί ερωτεύτηκα έναν σχεδιαστή χαρταετών από την κόρινθο, του άφησα ένα γράμμα και δεν του ζήτησα καν συγγνώμη για την αχαριστία μου, του είπα μόνο την αλήθεια μου· φεύγω γιατί βαριέμαι. και γιατί οι χαρταετοί του μου φτιάχνουν το κέφι. δεν ξανάμαθα νέα του ποτέ.

έζησα έναν χρόνο με τον κορίνθιο αλλά σύντομα κατάλαβα πως οι χαρταετοί είναι μια ψευδαίσθηση, μια χαρά που διασκεδάζει μόνο τις έννοιες σου χωρίς ο καημένος ο χαρταετός να μπορεί να τις πάρει μαζί του να ξαλαφρώσεις λίγο κι εσύ. έφυγα από το σπίτι του κορίνθιου ένα μεσημεράκι. ντάλα ήλιος, το σπίτι παραθαλάσσιο, κάπου σε ένα χωριό που λεγόταν νομίζω κόρφος, κόσμος να κολυμπάει στη θάλασσα, παιδιά να παίζουν, να κλαίνε, να χτυπάνε, να τρέχουν οι μύτες τους, να αναγκάζουν τους μπαμπάδες να φουσκώνουν και να ξαναφουσκώνουν τα στρώματα θαλάσσης, να μαθαίνουν κολύμπι, κοίτα μαμά, χωρίς φόβο. κατάλαβα ότι ήθελα να είμαι κομμάτι αυτού του καλοκαιριού, να γεμίζω το βλέμμα ενός παιδιού με αγάπη, αλλά όχι με τον κορίνθιο. εκείνος είχε για παιδιά του τα σύννεφα -μάλλον τα σύννεφα ήταν οι γιοι του και κόρες οι ουρές των χαρταετών του- κι έτσι έφυγα.

μετά, γνώρισα εσένα. και μαζί σου γέννησα την κόρη μου. μου ζήτησες να σου περιγράψω αδρά το παρελθόν μου. νάτο. αυτό ήταν όλο. το παρακάτω το γράψαμε μαζί θαρρώ.

ναι, έχεις δίκιο, με ρώτησες τι ώρα ήτανε όταν συνέβη. αλλά σου ξαναλέω, έχω σταματήσει να μετράω το χρόνο. κι ας έρχεται κάθε νύχτα να ασημώνει τα μαλλιά μου, κι ας πίνει μαζί μου τον πρωινό καφέ γλείφοντας από τα χείλη μου τις σταγόνες του καφέ κι αφήνοντας τριγύρω τους ρυτίδες. εγώ τον αγνοώ. γι’ αυτό σου λέω πως δεν γνωρίζω τι ώρα ήτανε.

θυμάμαι ωστόσο τα πάντα πεντακάθαρα. είχα βγει να αγοράσω ψωμί του τοστ. πεζή. το παιδί ήταν επίσκεψη σε μια φίλη της. στη γωνία στέκονταν αυτοί. δεν τους είδα. είδα μόνο την αναθεματισμένη αντανάκλαση των μπλε φάρων των μηχανών τους πάνω στα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. γελούσαν, είμαι σίγουρη γι’ αυτό. το γέλιο τους μου ακούστηκε πικρό. με ενόχλησε η παρουσία τους. πάνε χρόνια πολλά τώρα που όλοι γύρω μου τους συνηθίσανε πια, σε κάθε γωνία και πέντε έξι από δαύτους να στέκονται με τα κράνη περασμένα στα μπράτσα και να καμώνονται πως διαφυλάσσουν την τάξιν και την ασφάλειαν. γαμημένο ζόμπι γεώργιε παπαδόπουλε χουντικέ, δεν πέθανες ποτέ. είναι πιο πολλοί από τους γιατρούς, το ξέρεις; και πολλοί περισσότεροι από τους δασκάλους. όπου να ‘ναι φτάνουν σε απόλυτο αριθμό τους ανέργους. κάθε φορά που τους συναντάω κάτω από το σπίτι μου, σιγοτραγουδάω πως οι μπάτσοι μου ξηλώσαν τα δέντρα, την επόμενη φορά θα περιμένω με πέτρα ίσα ίσα για να με ακούσουν. να με ακούσουν να τους αποκαλώ μπάτσους. αλλά αυτή τη φορά ένιωσα ένα βάρος μόλις τους αντίκρισα. χωρίς να ξέρω γιατί ένιωθα τόσο άσχημα -μου πέρασε κι από το μυαλό μήπως ήταν κανένας από κείνους τους σπάνιους πονοκεφάλους και σκέφτηκα να πιω το προσωπικό μου αφέψημα, δηλητήριο πες καλύτερα- ανέβηκα στο σπίτι. συγγνώμη αλλά δεν κοίταξα την ώρα, στο επαναλαμβάνω. δεν πρόλαβα λοιπόν να υποβάλω εαυτόν στο προσωπικό μου βασανιστήριο, όταν άκουσα τις φωνές και τα ουρλιαχτά.

την σκοτώσατε ρε καθάρματα, αυτό άκουσα μόνο και κατάλαβα ότι κάποιος μιλούσε για την κόρη μας. κάποιος σκότωσε το παιδί μου. κάποιος που οδηγεί μηχανή, φοράει κράνος και όταν σχολάσει πετάει από πάνω του τα ρούχα της δουλειάς για να μην φάει ξύλο στο δρόμο.

λοιπόν για να τελειώνουμε δεν ξέρω τι γαμημένη ώρα ήταν αλλά ξέρω ότι το παιδί το σκότωσαν αυτοί.

ο πονοκέφαλος δεν θα μου ξαναφύγει ποτέ πια, το ξέρω. βρήκα όμως τρόπο να τον νικάω για λίγες ώρες. τώρα πια, μέσα στο χλιαρό νερό με τη διαλυμένη ασπιρίνη κόβω ψιλοκομμένα κομματάκια από ό,τι βιβλίο βρω με αναφορά στη ζωή και τα λόγια του άρη. καταπίνω το μίγμα μεμιάς και όχι αργά όπως τότε. τα γράμματα ξέρεις δεν διαλύονται. αλλάζουν διαδρομή και πάνε και κάθονται πάνω στην καρδιά. κι εγώ τότε βυθίζομαι σε μια ονείρωξη δίχως τελειωμό. είμαι λέει κάπου πάνω στο γράμμο, είναι και το παιδί εκεί, τρέχει κυνηγώντας κάτασπρες πεταλούδες, από πάνω μας πετάνε πολύχρωμοι χαρταετοί με τεράστιες, αστείες ουρές, ναπάλμ πουθενά, ένστολοι πουθενά, φέρετρα μικρών παιδιών πουθενά, κάτι τραγούδια με τσαμπούνες ακούγονται από μακριά, σα νησιώτικος μπάλος ακούγεται, φαίνεται πως σε κάποιο νησί έχουν πανηγύρι, μα πώς έχει έρθει το νησί τόσο κοντά εδώ πάνω που είμαστε, α, ξέχασα να σου πω, δεν υπάρχουν πια σύνορα ούτε γεωγραφικά διαμερίσματα.

μόνο τραγούδια.

και κάτι παράξενα λουλούδια.

μόνο που λησμονάω το όνομά τους.

ανίκατε, συ

1800814_10203085475563867_1528756075_n

δύσκολα και με βάσανο πέρασε η νύχτα απόψε

ιδιαιτέρως με άγγιξε και σύρθηκα να μάθω

μιας λέξεως την προέλευση κι τη δυσλειτουργία

ανόσιος γράφει το βιβλίο και εγώ ποιον να ρωτήσω

 

τι είναι στ’ αλήθεια ιερό και τι τ’ αντίθετό του;

 

όσοι πιστεύουν σε θεούς ξεχνάνε τους αγίους

κι αυτοί που ζουν με προσευχές διστάζουν στο τραγούδι

μα αν δεις τις νότες στη σειρά ίσως να αναφωνήσεις

πως άνθρωπος τις έφτιαξε όπως και τους θεούς σου

 

κι οι νότες του πεντάγραμμου άθεες τάχα να ‘ναι;

 

οι έρωτες κι οι αγκαλιές που ζήσαν στα σκοτάδια

παράνομοι ονομάστηκαν κι ας ζέσταναν τα αστέρια

κι εκείνοι που τους έγραψαν χαράζοντας ρυτίδες

δε μοίρασαν τη θέρμη τους σε ποίημα ή σε τοίχο

 

κι όποιος κρυφά σε φίλησε δεν φίλησε στ’ αλήθεια;

 

λοιπόν επίσημε γραφιά της λίστας των κακούργων

βάλε κι εμέ στη λίστα σου την των αγκαλιασμένων

να ανασαίνω ελεύθερα παράνομη και αθώα

και στων ανόσιων εραστών τα χέρια να κοιμάμαι

 

μόνος κακούργος οι χρονιές και φυλακή οι γιορτές τους

 

καθώς ξημέρωνε γλυκά αντίκρισα τον ήλιο

και τότε σιγουρεύτηκα πως κι ο έρωτας φωτίζει

δεν γράφεται σε ποιήματα μόνο σε βλεφαρίδες

του ανθρώπου σου τα βλέφαρα ίδια κυματοθραύστες

 

κύμα και πίκρα μοιάζουνε, ρωτήστε και τους ναυτικούς

 

ανόσιος όποιος δήλωσε στο γλέντι ας κοπιάσει

χωρίς των γέρων συμβουλές χωρίς και τα γυαλιά του

με ορίζοντά μας την οσμή σήμερα θα γλεντάμε

ανέμελοι και ανίεροι, ίδιοι με τους θεούς μας

 

και του γλεντιού μας η φωτιά και αγίους θα ζεσταίνει

του εγκέλαδου παιδιά

1509765_10201898668643243_2019869640_n

 

παράθυρο στον ουρανό και θύρα στο αιώνιο

αγέρωχη και όμορφη στολίζεις το Ιόνιο

μέσα στης γης τα έγκατα παλεύουν οι θεοί σου

ποιος θα σε κάμει να του πεις τώρα είμαι δική σου

 

ένα νησί παράταιρο και απ’ έξω από τα τείχη

της χώρας που πάει της τέλειωσε και η χαρά και η τύχη

σαν πέφτει η νύχτα σείεται, σαν ξημερώνει ανθίζει

ο μάστορας πολύτροπος· κάθε πρωί το χτίζει

 

ανέβα στην κιθάρα μου και άνοιξε τη φωνή σου

των άλλων τις αποκοτιές κάμε τες λογική σου

κι αν απορείς που σ’ έριξε στο χώμα αυτό η μοίρα

το μετανιώνεις μόλις πεις άγκυρες τώρα βίρα

 

γιατί ξανά μες σε χορούς και γλέντια θα ιδωθούμε

αγάντα εσύ νησάκι μου να ‘ρθω να αγκαλιαστούμε

κι όσο το αίσθημα γιορτής σαν σε κοιτώ θεριεύει

τόσο θυμώνει ο εγκέλαδος και με μανία ζηλεύει

 

εδώ τα πράσινα νερά νικούν τους καρχαρίες

έλα το βράδυ να σου πω θαλάσσιες ιστορίες

κι άσε τους ψηφοκυνηγούς τάχα μου να δακρύζουν

η ανάγκη τους περίσσεψε και άδικα πασχίζουν

 

και μην ξεχνάς τα πρωινά όταν θωρείς τον Αίνο

να σκέφτεσαι αιώνια εγώ πως μόνο εσέ προσμένω

να ταξιδέψουμε μαζί με σένα στα ηνία

ανέμη του σφυγμού μου εσύ, κυρά Κεφαλληνία

 

η φωτογραφία είναι τραβηγμένη κάποιον αύγουστο στην παραλία των πετανών της κεφαλονιάς

σελίδα δεκατρία, εικόνα τρίτη

283227_4285835779002_1939992038_n

από τα μεγάφωνα ακούγεται ένας βρυχηθμός

δεν με νοιάζει μη σε νοιάζει τι τους νοιάζει

απαγορεύεται να περπατήσεις μες στην πόλη

χωρίς να ακούς τους βρυχηθμούς του τέρατος

που πνίγεται από τα ίδια του τα υγρά

*

το καθεστώς

έτσι το λεν στις συνελεύσεις

-εγώ καλύτερα με τη λέξη τέρας αγκαλιάζομαι-

αντάλλαξε τις μουσικές με τις κραυγές

-καλπάζει η ανεργία στους μουσικούς-

 

ίσως στο τέλος τέλος

οι μαθητές του μέλλοντος πιο τυχεροί από μας να είναι

γιατί μπορεί στα σχολικά βιβλία της ιστορίας

μόνο εικόνες να περιέχονται

φωτογραφίες μωρών, ανέργων και νεκρών

 

και τότε όλοι εμείς θα στριμωχτούμε

ιστορική ανάγκη οι συνωστισμοί

σε μια λεζάντα μιας φωτογραφίας

ο πληθυσμός ανήμπορος τη μοίρα του εδέχθη

σελίδα δεκατρία εικόνα τρίτη· βλέπετε την ανημποριά;

 

και μόλις η κουβέντα στην τάξη θα φουντώνει

στην πρώτη ερώτηση γιατί από κάποιον μέτριο μαθητή

ο δάσκαλος θα ψάχνει δήθεν τα χαρτιά του

μήπως και την απαίσια απάντηση αναβάλει

αλλά το βλέμμα απορίας θα παραμένει

 

κι έτσι ακουσίως ο δάσκαλος

θα αναγκάζεται απόκριση να δώσει

γιατί δεν κάναν τίποτα;

γιατί παιδιά μου η αλήθεια είναι

πως φοβήθηκαν·

 

πιστεύω στα σχολεία του μέλλοντος

οι μαθητές το μάθημα πως θα ορίζουν

θα μπλέκονται η ιστορία με τη φιλοσοφία

και του πολίτη η αγωγή με νότες στο πεντάγραμμο θα γίνεται

κι οι μαθηματικοί θα ξέρουνε τη θάλασσα να ζωγραφίζουν

 

και μην ξεχάσω να σας πω

πως μέχρι τότε η γεωγραφία

ποτάμια, λίμνες και βουνά θα αναφέρει

και στων παιδιών τους νέους χάρτες που θα μοιράζονται

ως σύνορο μοναδικό ο ορίζοντας θα υπάρχει

*

άξαφνα μελωδία πλημμύρισε τους ματωμένους δρόμους

κάποιος ανέβηκε παράνομα στης πόλης μας τους στύλους

άλλαξε την κασέτα που από τα μεγάφωνα κραυγές ξερνούσε

και ακούστηκε ύστερα από μήνες

-μήνες πολλούς, βαριούς και άκαπνους-

 

τραγούδι αέναο από το μέλλον μας φερμένο

κάποιος τραγούδαγε

πως όπου να ‘ναι

τα σύνορα και οι μαχαιριές

ταυτόχρονα απ’ τους χάρτες θα σβηστούν

ο εγκαλών, η έγκλιση και το έγκλειστον

καλώ, κλίνω, κλείνω

ενώνω τις τρεις λέξεις με σχοινιά

κι εμφανίζεται μπροστά μου

ένα τρίγωνο σκαληνό

 

τηλεφωνώ στον πυθαγόρα·

ένα καινούριο πυθαγόρειο χρειάζομαι

μακριά από ορθές γωνίες και ορθούς ανθρώπους

ένα θεώρημα για μας τους σκαληνούς, τους άνισους, τους που γονατίσανε

 

ο μαθηματικός που καλείτε απουσιάζει σε κάποιο όργιο

παρακαλώ καλέστε αργότερα

ή έστω

ένα μήνυμα αφήστε μετά τον ήχο του γκονγκ

 

έβαλε ψύχρα απόψε

πού είσαι ευκτική να σκεπαστώ

να με ζεστάνεις

με την απάτη σου

 

σηκώθηκε νωρίς απ’ το κρεβάτι

πετάχτηκε από τον εφιάλτη πως κάποιος, κάπου, κάποτε

μαχαίρι στου παιδιού της το στήθος κάρφωνε

αποκλείεται· το παιδί μου θα τραγουδάει για πάντα

 

σηκώθηκα κι εγώ νωρίς

άνοιξα την ντουλάπα μου

διάλεξα έγκλιση, χρόνο και αριθμό

φόρεσα βιαστικά μια προστακτική

 

ανάγκασα το σώμα στον παρακείμενο να γυρίσει

διπλοκλειδώθηκα στο αμάξι του ενικού και ανέβασα το τζάμι

ούτε ήλιος, ούτε περαστικός να μην μπορεί να με αγγίξει

πράξη συντελεσθείσα και στο παρελθόν τετελεσμένη·

 

είστε ο εγκαλών;

ναι, μάλιστα·

σας εγκαλώ που με ρημάξατε

μα όση σάρκα μου απέμεινε στη μάχη θα τη ρίξω

 

μοιάζουμε με τα δόντια που κλειδωμένα μέσα στα ούλα κρυφτό μας παίζουν

έχουνε δύναμη υπόγεια

σπρώχνουν τα άλλα δόντια

και δονήσεις πόνου στέλνουν στο μυαλό

 

όταν οι έγκλειστοι ξεσπάσουν

όταν οι εγκλίσεις ξαποστάσουν

όταν ο εγκαλών την έφεση κερδίσει

όταν θα στήσεις πανηγύρι στων σκαληνών τριγώνων τις γωνίες

 

τότε θα αλλάξει -όχι η χρονιά-

τότε θα αλλάξει η εποχή

και τότε τα τραγούδια των που πέθαναν νωρίς

ως νέοι ύμνοι προς την ελευθερία θα ακουστούν

künftige sehnsucht

*

κάποτε αγάπησα
κάποτε ήρθες
ήταν άνοιξη
δεν θυμάμαι καλά

πάντως τα δέντρα άνθιζαν

κάθε νύχτα οι δρόμοι γέμιζαν πέταλα
θυμάμαι την αστυνομία λουλουδιών
διατάγματα
οδηγίες
εντολές
μην αγαπάτε
ούρλιαζαν στις οθόνες
δεν επιτρέπεται να φεύγει τόσο χρήμα στο σκούπισμα

κι εσύ συνέχισες να με αγαπάς

δεν φοβήθηκες εκείνους τους αγέλαστους με τη στολή
που σου χτύπησαν μια μέρα την πόρτα
συλλαμβάνεσαι
σου είπαν

γιατί;

γιατί αγάπησες

*

ξυπνούσα πάντα νωρίς
κοίταζα τον καφέ να βράζει
το γκαζάκι έκλαιγε
είμαι φτιαγμένο για επανάσταση έλεγε
γιατί με αναλώνεις έτσι

κι εγώ γελούσα
κοιτούσα τις φουσκάλες
και θυμόμουν τα λακκάκια
το χαμόγελό σου

το βλέμμα
που αχρήστευε το πετρέλαιο
όταν νύχτωνε

*
πάει καιρός αλλά δεν σβήνει τίποτα

όταν βράδιαζε
η θλίψη στεκόταν σε μια γωνιά
απειλητικό όρνιο
έτοιμο να κατασπαράξει
όποιον δεν έμαθε να κλείνει τα αυτιά στις σειρήνες του εύκολου
κλάματος

εγώ αγαπάω το δάκρυ
έλεγες
και με φιλούσες στα μάτια

και οι λαϊκές δοξασίες σκύλιαζαν με τούτη την ανεμελιά

μοιράζαμε τις γουλιές
δεν έχω ξανατραγουδήσει πιότερο ποτέ
κι από τότε που έφυγες
μέχρι να ξανάρθεις
δεν θα ξαναβγεί ούτε νότα
καφές και τραγούδι ήμασταν

*

 με έβαζες πάνω στο κρεβάτι
κι εγώ σταύρωνα τα πόδια
δήθεν ύψωνα τείχος

δήθεν
μου διάβαζες ποιήματα
ακόμα έχω τη φωνή στα αυτιά
ποίηση είναι,
έλεγες,
ό,τι φτιάχνεται
με χέρι και με μολύβι

δεν ξεχνώ το μίσος σου για τα πληκτρολόγια

*

ήθελα απόψε να σου πω
πως αυτό που μου λείπει
δεν είναι η χροιά
δεν είναι τα λόγια
δεν είναι οι ζωγραφιές πάνω στο σεντόνι
δεν είναι το βλέμμα
δεν είναι οι φουσκάλες του καφέ

είναι το αύριο

όταν ξυπνήσω δεν θέλω να είσαι εκεί
όχι

όταν κοιμηθώ θέλω
μόνο
να μου κρατάς το χέρι
να κλείσω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά σου
και να ξέρω
πως νύχτα ή μέρα
αδιάφορο
τα πόδια μου θα έχουν πάντα ζεστασιά
και το μυαλό μου πάντα καταφύγιο
*

Αγρίμια κι Αγριμάκια μου

~τα σπηλιαράκια του βουνού είναι τα γονικά μας~

Πάνε χρόνια. Ας μην τα υπολογίσω καλύτερα. Όχι, όχι θα τα υπολογίσω. Πάνω από δεκαπέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε.

Το χωριό βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού. Σηκώνεις το βλέμμα και βλέπεις παντού βουνά. Δεν έχεις άλλη επιλογή από το να γίνεις φίλος μαζί τους. Βγαίνεις στο μπαλκόνι του ετοιμόρροπου πατρικού σπιτιού και αναρωτιέσαι πώς έναν τόσο σκληρό τόπο ξεπετάχτηκαν άνθρωποι μέσα στη γλύκα και την ανθρωπιά. Τώρα πια μετράει γύρω στους 20 μόνιμους κατοίκους· μέσος όρος ηλικίας τα εβδομήντα. Η γριά νόνα πατάει φέτος τα εκατό. Το καταγάλανο βλέμμα της έχει τη σπιρτάδα των είκοσι χρόνων, η καρδιά της τη θλίψη των σαράντα. Στην ηλικία της πάντως δεν ταιριάζει. Δεν τη νοιάζει που δεν μπορεί πια να ανέβει πάνω στην καρυδιά για να μαζέψει τα καρύδια της, δεν λυπάται που δεν μπορεί να πάει στο χωράφι να ποτίσει τα ζαρζαβατικά της, την καίει που δεν μπορεί πια να χ ο ρ έ ψ ε ι. Ακόμα και με το πι σηκώνεται και ρίχνει τη γύρα της με έξι πόδια, αλλά δεν είναι πια το ίδιο. Αλλά ακόμα κι έτσι είναι η πρωταγωνίστρια του γλεντιού. Τραγουδάει με φωνή βραχνή που μαρτυράει τι φωνή είχε στα νιάτα της, απαγγέλει την Άλωση της Πόλης- ολόκληρη, ούτε στίχο δεν ξεχνάει- και αφιερώνει πάντα ένα τραγούδι στην εγγόνα της που να περιέχει το όνομά της. Εσύ να μην παντρευτείς μικρή, μου λέει. Εγώ δασκάλα ήθελα να γίνω και δεν με άφησαν. Με πάντρεψαν.

Στον εμφύλιο οι αντάρτες εφορμούσαν στο χωριό κι έκλεβαν ότι έβρισκαν. Από τότε η νόνα δεν τους ήθελε τους αριστερούς, και τι να κάνει που έστειλε το γιο στην Αθήνα να σπουδάσει κι αυτός γύρισε το πρώτο καλοκαίρι με τη σημαία της ΚΝΕ στον ώμο; Το κατάπιε κι αυτό. Και νάσου μετά τα εγγόνια, τα παιδιά του γιου, να της κάνουμε πλάκα, γιαγιά θα έρθουν οι κομμουνιστές και θα σου πάρουν το σπίτι και να δαγκώνει τα χείλη σχεδόν φοβισμένη, και να γελάμε αναίσθητα, δεν ζήσαμε βλέπεις το φόβο του τότε, δεν αντέχουμε καν να τον δικαιολογήσουμε, για μας τους μακρινούς αναγνώστες αυτής της ιστορίας είναι ξεκάθαρο ποιος ήταν τότε ο σωστός, μακριά παιδιά μου από πόλεμο, ο πόλεμος φέρνει πόνο κι ο πόνος θάνατο, συνέχιζε η νόνα, δυο παιδιά έχασα στην Κατοχή και ξέρω τι σας λέω, πάρε τώρα την πιο απλή και αληθινή ανάλυση του πολέμου, κανείς δεν έφταιγε μα όλοι ήμασταν λ ά θ ο ς.

Και φτάσαμε στο πέρυσι να της κάνουμε την ίδια πλάκα ενόψει εκλογών για να μας πει παιδιά μου έχετε δίκιο, άλλη λύση δεν υπάρχει τώρα πια.

Πριν μια δεκαπενταετία λοιπόν, ο πατέρας αποφάσισε να μας πάει εκδρομή. Αλλά τι εκδρομή. Όχι από κείνες με το αμάξι, που κουβαλάς μαζί σου ταπεράκι με κεφτέδες, ψυγείο με νερό, χυμό για τα παιδιά και μαγιό για ένα γρήγορο μπάνιο στη θάλασσα. Ανάβαση στο πιο ψηλό βουνό της περιοχής, ορειβασία τέσσερις ώρες για να ανέβεις και άλλες τέσσερις για να κατέβεις. Ανησυχούσε κάπως η μαμά, μακριά τα πας τα παιδιά, όχι έλεγε ο πατέρας, θα τους αρέσει, θα δεις.

Σηκωθήκαμε γύρω στις τέσσερις το ξημέρωμα. Αν σε βρει ο ήλιος την ώρα που ανεβαίνεις την πλαγιά ζήτω που πέθανες. Με βαρβάτο εξοπλισμό, παντελόνι, αρβύλες, καπέλο, γκλίτσες, παγουράκι με νερό- δεν χρειάζεται να κουβαλάμε νερό έλεγε ο πατέρας, στη διαδρομή θα βρούμε πολλές βρύσες φτιαγμένες από τους τσοπάνηδες- και ψωμοτύρι. Ενθουσιασμένοι εμείς, ρωτούσαμε αν θα δούμε ζώα, αλεπούδες, λαγούς- έχει ακόμα λύκους μπαμπά;– γεράκια, αετούς. Μην μιλάτε πολύ γιατί θα κουραστείτε, μας απαντούσε αινιγματικά. Αλλά ήταν μπαμπάς, οπότε ήξερε το σωστό. Αυθεντία από τις αγαπημένες που είδε μετά από χρόνια την αυθεντία του να γκρεμίζεται από τα ίδια του τα σπλάχνα που την πήγανε τουλάχιστον δέκα βήματα παρακάτω και ήταν ο πρώτος που σηκώθηκε και τα χειροκρότησε.

Ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε που λέτε και μαζί με μας ξεκίνησε και η κούραση. Ο πατέρας, μεγαλωμένος κυριολεκτικά πάνω σ’ αυτά τα κακοτράχαλα μέρη δεν καταλάβαινε χριστό. Μας εμείς, τα παιδιά της πόλης, που νομίζαμε ότι κούραση νιώθεις όταν παίζεις μπάσκετ, ανοίγαμε όλο και πιο συχνά το παγούρι για να ξεγελαστούμε. Κι ας μας έλεγε μην πίνετε πολύ νερό, θα διψάσετε περισσότερο. Μετά από καμιά ώρα πεζοπορίας κι ενώ είχαμε συνηθίσει κάπως την αίσθηση του κράτα με να σε κρατώ να ανεβούμε το βουνό, μας ανακοίνωσε ότι σε περίπου άλλη μία ώρα θα βρίσκαμε την πρώτη βρύση, όπου και θα καθόμασταν να φάμε κάτι και να ξεκουραστούμε. Αναπτερωθήκαμε ως έπρεπε και συνεχίσαμε, μέχρι που φτάσαμε στην πρώτη βρύση για να τη βρούμε ξεραμένη από καιρό και χωρίς καθόλου τρεχούμενο νερό. Δεν μας πείραξε πολύ- νερό είχαμε άλλωστε στα παγούρια μας- αλλά ο νους μας δεν πήγε καν στην απογοήτευση του πατέρα που κοιτούσε τις πλαγιές που άλλοτε έσφυζαν από ζωή και τώρα πια κατέρρεαν ερημωμένες. Κανένας δεν περνάει πια από δω. Εκείνη την ώρα, εκείνος συνειδητοποιούσε το τέλος μιας εποχής πολύ δύσκολης, πολύ φτωχής, μα και πολύ όμορφης. Αναρωτιόμουν πάντα πώς γίνεται να νοσταλγεί εκείνα τα χρόνια που ήταν μικρός, που έκλεβαν φρούτα από τα δέντρα του γείτονα λίγο για να φάνε αλλά πιο πολύ γιατί μέσα τους δεν τους φαινόταν έγκλημα αυτό που κάνανε, πες μου μπαμπά πού πήγες μετά το δημοτικό, τι γινόταν στο γυμνάσιο που πήγες σε άλλη πόλη, καλά ρε μπαμπά ποιος σας μαγείρευε να φάτε, δεκαπέντε χρονών παιδάκια και ήσασταν μόνα σας, μα πώς γίνεται αυτό το πράγμα;

Μικρή μου άρεσε να ακούω ιστορίες, τώρα μου αρέσει να τις γράφω.

Από τις τέσσερις-πέντε βρύσες που περιμέναμε να βρούμε στο δρόμο μας μόνο η μία είχε νερό τελικά, αλλά αυτό δεν ανέκοψε την πορεία μας προς τα πάνω. Πάρ’ το και γενικότερα αυτό αν θες, για τη ζωή σου ρε παιδί μου, μην σε σταματάει τίποτα, κάνε ό,τι γουστάρεις, είτε ανηφόρα είτε κατηφόρα είτε και τα δύο για ποικιλία, αλλά μην αφήνεις τίποτα να σε σταματάει.

Μετά από τέσσερις ώρες ανάβασης αρχίσαμε να βλέπουμε την κορυφή από μακριά. Τα παιδικά μάτια πέταξαν φλόγες. Φτάνουμε. Εδώ μια ιστορία για τον παππού που κάποτε είχε συναντήσει σ’ αυτό ακριβώς το σημείο έναν λύκο- πωπω και τι έκανε ο παππούς μπαμπά; κι ο λύκος πλάσμα της φύσης είναι παιδιά- μια ιστορία για έναν συγχωριανό που τον είχε χτυπήσει κεραυνός πάνω στο βουνό κι έμεινε στον τόπο, ένας άλλος που φοβόταν εδώ πάνω τα αστραπόβροντα και φώναζε βοήθησέ με παναγία μου γαμώ το χριστό μου, και με τα πολλά πατήσαμε στην κορυφή. Φωνές και γέλια, τι όμορφα που είναι δω πάνω, ο αέρας είναι ελαφρύς, μπαίνει μέσα στα πνευμόνια και τα ανταριάζει, μπαίνει μέσα στην ψυχή και την αλαφρώνει, νομίζω ποτέ δεν είχαμε ξανανιώσει έτσι, βγάλε με μια φωτογραφία όπως σ’ εκείνη την ταινία, I am the king of the world, όλα λουσμένα στο φως και στην ομορφιά, όλα ελεύθερα, όλα ελαφριά κι από μακριά το χωριό να μας κλείνει το μάτι συνωμοτικά.

Φυσικά η κατάβαση ήταν πολύ πιο δύσκολη από την ανάβαση. Τα πόδια μας, εξαντλημένα πια, δεν υπάκουαν στις εντολές μας, σχεδόν κουτρουβαλούσαμε στην πλαγιά- μωρέ καλά μας έλεγε ο πατέρας να κρατήσουμε δυνάμεις για το κατέβασμα- η κούραση είχε εξαπλωθεί σε όλο μας το κορμί αλλά τα μάτια έλαμπαν ακόμα· είχαμε αγγίξει την κορυφή. Κατεβαίνοντας, ο πατέρας σταμάτησε ξαφνικά. Ακούστε παιδιά. Φλογέρα. Ένας τσοπάνης καθόταν κάπου που δεν μπορούσαμε να τον δούμε. Ακούγαμε μόνο τη μελωδία που έβγαινε από τη φλογέρα του. Ήμασταν μικρά για να καταλάβουμε τη συγκίνησή του στο άκουσμα αυτής της μελωδίας, αλλά δεν ήμασταν μικρά για να τη νιώσουμε.

Κοντεύω τριάντα κι όταν ακούω φλογέρα κλαίω.

Φτάσαμε στο σπίτι εξαντλημένοι, η μαμά ήταν στο τσακ να αρχίσει να ανησυχεί, κινητά δεν υπήρχαν τότε φυσικά, αλλά και να υπήρχαν δεν υπήρχε σήμα, μόνο μετά από χρόνια ήρθε μια εταιρεία και αναβάθμισε το χωριό, κότσαρε πάνω σε έναν λόφο μια κεραία και μας είπε, τώρα μπορείτε να επικοινωνείτε, μια πανύψηλη, άσχημη κεραία που δεν έδεσε ποτέ με το τοπίο, φοβού τον πολιτισμό και δώρα φέροντα. 

Κοιμηθήκαμε για αρκετές ώρες και όταν ξυπνήσαμε η κούραση είχε πάρει δρόμο. Και δώστου να λέμε ιστορίες στη μαμά λες και πήγαμε στη χώρα των θαυμάτων, και είδαμε και αετό μαμά, αλήθεια, είχε κάτι τεράστια φτερά και πετούσε μόνος, σαν τον λούκι λουκ του ουρανού ήταν, και διψάσαμε λίγο αλλά δεν πειράζει, γιατί εκεί πάνω ο αέρας που φύσηξε μέσα μας ήταν αλλιώτικος, όχι σαν της Αθήνας, μύριζε διαφορετικά, πώς να στο πω, ήτανε μόνος του ο άνεμος εκεί πάνω αλλά δεν τον ένοιαζε.

Στο χωριό δεν είχα ποτέ τηλεόραση, ίντερνετ, παρέα, τίποτα. Όταν πηγαίναμε, άρπαζα τη γκλίτσα, έβαζα την αγαπημένη μου κασέτα στο γουόκμαν, φορούσα τα ακουστικά στα αυτιά και έφευγα. Περίπατος. Έβρισκα έναν μεγάλο βράχο, ανέβαινα πάνω, και είμαι σίγουρη ότι από μακριά φαίνονταν ευδιάκριτα τα σύννεφα των ονείρων μου να ξεπετάγονται από το κεφάλι μου και κόβουν τις δικές τους βόλτες στον ουρανό. Άσε που έβλεπα πάντα αστέρια τη νύχτα, αλλά δεν τα μετρούσα ποτέ, γιατί λέει όποιο παιδί μετράει τα άστρα βγάζει κάτι κόκκινα σημάδια στο χέρι του που δεν φεύγουν ποτέ. Και η πιο ακριβή στιγμή, τα βράδια του Αυγούστου, όταν έπεφτε το σκοτάδι, μέσα στην απόλυτη ησυχία με φώναζε ο πατέρας στο μπαλκόνι για να ακούσω το πιο όμορφο τραγούδι. Άκου, μου έλεγε. Τραγουδάει ο φίλος μας. Αηδόνι. Μόνο εκεί, σ’ αυτό το χωριό, σ’ αυτό το μπαλκόνι, μαζί με τον πατέρα, έχω ακούσει αηδόνι αληθινό. Κι ούτε που θέλω αλλού να ακούσω.

Πατέρα, τα αηδόνια δε μ’ αφήνουνε να κοιμηθώ· όπου κι αν βρίσκομαι.