sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: τσέπη

με το κεφάλι στο πλακάκι

από τα ποιήματα τσέπης*

θα σέρνομαι αενάως σε συνόδους κορυφής
έχεις ταλέντο μου λένε
έχω ανάγκη απαντώ
άλλοτε αγαπώ τις συναιρέσεις
κι άλλοτε τις αποδιώχνω από τα γραπτά μου
όπως τις μύγες τους ιούλιους από το παιδικό καρπούζι μου
εδώ στον κόσμο μου τα πάντα έχουνε τη δική τους τη μιλιά
ονόματα και κατσαρολικά και ρήματα και κάλτσες
άλλοτε ξημερώνει μέρα συναιρέσεων
όταν εν απαρτία αποφασίζουμε
τη μέρα με λιγότερα φωνήεντα να ζήσουμε
κι άλλοτε πάλι έρχονται κάτι νύχτες ασυναίρετες
τότε
κοιμάμαι εμβρυακά με αναίδεια
καπνίζω μόνο λίγο γιατί αγαπώ τη μοναξιά μου
μιλάω μεγαλόφωνα και καταργώ τις συναιρέσεις
και εντέλει στέκομαι ανάποδα στο μπαλκόνι με το κεφάλι στο πλακάκι μέχρι να ξημερώσει
κερδίζοντας επάξια το χρυσό μετάλλιο κοινωνικής παράνοιας

θα επιστρέφω πάντα εν τιμή
ταπεινωμένη από τις ψεύτικες αλήθειες σας
έχεις ταλέντο μου λένε
είμαι φτωχή και ψάχνω τρόπο να ξεγελάσω την οργή μου απαντώ
χαρίζω πάντα μια ανάσα παραπάνω
σ’ όποιον με ένα μινόρε κουνάει την καρδιά του από τα μέσα του
εφτά ακριβώς εκατοστά
κι ακόμα
χαρίζομαι ανεπιστρεπτί
σε κείνους που φοράνε πάντα ρούχο με τσέπη
για να ‘χουνε κάπου παράνομα να χώσουν τη χαρά
γιατί ποτέ δεν έμαθαν πώς να την κάνουν πράξη

θα σέρνομαι δια παντός λαός νεκρός
σε όλα της υφηλίου τα συνέδρια
διατρανώνοντας παντού αμάθεια και αγάπη
έχεις ταλέντο μου λένε
έρχομαι απ’ τον κόσμο των νεκρών τους απαντώ

 

*η πικρή αλήθεια είναι πως χωράω ολόκληρη
στην τσέπη σας
αρκεί ωστόσο να ‘ναι τρύπια

Advertisements

πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία*

διατηρώ την τηλεόραση ανοιχτή όλη μέρα
θέλω να με τρομοκρατήσεις όσο αντέχεις
θέλω να νιώσω το φόβο να μπαίνει κάτω από το πετσί μου
να ρέει στο αρρωστημένο μου αίμα
να κάθεται στα νεφρά μου
κι ύστερα να περπατάω διπλωμένη από τον πόνο στα δύο
και άρα σκυφτή για πάντα

προσπαθώ να βρω το φόβο μέσα μου
αλλά τα μόνα πράγματα που φοβάμαι
είναι αν θα νιώθω ασφυξία την ώρα που θα με θάβουν
αν κάποια στιγμή θα βολευτώ με τρόπο εκκωφαντικό
σε μια ζωή χαρούμενη ακροπατώντας στα ρηχά
και κυριότερα
αν ξημερώσει μια μέρα που δεν θα μου κρατάς το χέρι
στον καύσωνα στους μείον δύο
και κάτω από την ανθισμένη αμυγδαλιά σου

ξέρετε
σήμερα απαίτησα από μια τράπεζα ιδιωτική
χτισμένη από το αίμα των νεκρών σας
να εκτελέσει έργο για το οποίο υποχρεούται
κι όταν μου επικαλέστηκαν το τάχα χάος
μετ’ ευκολίας απεκδύθηκα την κατ’ επίφαση ευγένεια
και φώναξα μέσα από τη γραμμή
σε κάποιον συνομήλικό μου ίσως
πως εργάζεται με τρόπο τόσο σώφρονα
για κάποιον που τρέφεται από τον ιδρώτα όλων μας
κι ύστερα ένιωσα ελεύθερη
τόσο ψεύτικα ελεύθερη
γιατί η αληθινή ελευθερία θα σήμαινε
να έφτανα ως το γραφείο του υπαλλήλου των πεντακοσίων
ευρώ
να τον έπαιρνα από το χέρι με ορμή
και μέχρι το μεσημέρι να πίναμε κρύο ρακόμελο κάπου στην πόλη

να μην σπέρνω το διχασμό μου ψιθυρίζουν στο ακουστικό
μα εγώ είμαι ήδη αλλού
αποθηκεύω σε βαζάκια δάκρυα αντάρτη από τη βάρκιζα
φυλάσσω σε τρόπο δροσερό τις στάχτες όσων
από κάποια ταράτσα του κλεινόν άστεως για τελευταία φορά ανάσαναν
συντάσσω παράνομες εξώδικες διαμαρτυρίες
όσων νομίμως κλοτσηδόν απολυθήκανε
γιατί του αφεντικού το δίκιο
ήτανε τόσα χρόνια ο νέος της βαρύτητας κανόνας
κερδίζει πάντοτε η βαρυτέρα τσέπη
πεθαίνει πάντα ο φτωχός στο τέλος του παραμυθιού

κι έτσι τώρα λύσιν άλλη δεν κατέχω
παρά τον βάναυσό σας διχασμό
γιατί έφτασε νομίζω πια η ώρα
η ήρα από το στάρι και ο αμνός απ’ το ερίφιο
ξέχωρα έξω από το παραβάν να στέκουν
ανήκω βλέπετε σε κείνους τους ανόητους
τους στους αιθέρες πάντοτε πετώντες
που διατυμπανίζουνε ψευδώς και εν γνώσει τους
πως η ρόζα γράφτηκε για μια ηρωίδα
κι όχι για μια κοπέλα που τάχα μου
βαθιά τον στιχουργό κάποτε πλήγωσε
κι έτσι πλημμυρισμένη από ευτυχία και άγνοια μαθηματικών
με ανακούφιση δηλώνω πως όχι δεν καταλαβαίνω
ούτε το συν ούτε το πλην ούτε κυρίως τους αγκυλωτούς κανόνες
και έτσι ανέτοιμη και με το χέρι πάντα δίπλα στο δικό σου
διαλέγω όρθιο το κεφάλι
άδειο το στομάχι
τρύπια την τσέπη
και ελεύθερη για πάντα την καρδιά

*στίχος του άλκη αλκαίου

φι πι άλφα

κατέβηκε το δρόμο βιαστικά. το χέρι πιέζει τη μέσα τσέπη του σακακιού. στο σημείο της καρδιάς. όχι. δεν φοβάται μήπως τον προδώσει η καρδιά. αυτός ο φόβος εξαχνώνεται με τα χρόνια. μαθαίνεις να δίνεις στην καρδιά την αξία που της πρέπει. στη μέσα τσέπη όμως μαζεύτηκε κόπος μηνών. πόσο εύκολα βγαίνανε παλιά τα λεφτά. πώς πλήρωνε τα πάντα. πώς ταξίδευε. πώς ένιωθε σωστός οικογενειάρχης με μια τσέπη γεμάτη. και τώρα; ευρώ το ευρώ. να πληρωθεί το φροντιστήριο του παιδιού. τα φάρμακα της μάνας. η ασφάλεια του αυτοκινήτου. και κάτι να μείνει στην άκρη. όχι για οικονομίες. η μαγική λέξη της πρώτης φοράς αριστερά κυβέρνησης. διακανονισμός. μαζεύτηκε το φπα. όσο μπορεί φοροδιαφεύγει. όσο γίνεται πληρώνει και πληρώνεται μαύρα. αλλά και πάλι μαζεύτηκε ποσόν. φόρος προστιθέμενης αξίας. φόρος αφαιρούμενης ζωής. μαζεύτηκε. πήγε στον έφορο. παλιός πελάτης. τι να κάνουμε. διακανονισμός. διακόσια ευρώ το μήνα. διακόσια ευρώ. τι ήταν παλιά το διακοσάρι και τι είναι τώρα. τρίτος μήνας. τρίτη δόση. δεν ξέρει αν τον επόμενο μήνα θα το ‘χει το ρημάδι. καλοκαίρι γαρ. λίγη θάλασσα δεν πρέπει να δουν τα μάτια τους;

κατεβαίνει το δρόμο βιαστικά. φοβάται μήπως τον προδώσει η καρδιά. όσο μεγαλώνεις η καρδιά γίνεται όλο και πιο επίφοβη. να προλάβει. να μπει στο υποκατάστημα. να αντικρίσει τις γραβάτες. να κόψει την απόδειξη. να φύγει άλλη μια δόση. ο δρόμος. που είχε τη δική του ιστορία. κεντρικός δρόμος της πρωτεύουσας δευτέρα πρωί. έρημος. ειδοποιήστε τους συγγενείς. η εγχείρηση πέτυχε. ο ασθενής απεβίωσε. η αθήνα μας άφησε χρόνους. στη γωνία τον πνίγει ένας λυγμός. παλιά γραφεία. φίλοι. μπύρες. η γνωριμία με τη γυναίκα της ζωής του. χάνεται στις σκέψεις του. τα χρόνια που έφυγαν. και πού στα κομμάτια πήγανε; τα ρούφηξαν οι υπόνομοι της πόλης. θρέψανε οι κατσαρίδες. χόρτασαν ανθρώπινο χρόνο και πόνο.

τι είναι και ο χρόνος νομίζεις. μονάδα μέτρησης της ζωής.

να προλάβει να μπει στο κλιματιζόμενο κατάστημα. στρίβει αφηρημένος. πέφτει σχεδόν πάνω σε ένα δάκρυ. κάνει γκελ με τα πόδια για να μην ποδοπατήσει τον πόνο. μια άγνωστη που κλαίει βουβά. βουβά και φανερά. δεν τη νοιάζει που τη βλέπουν. ο πόνος σε τούτη την πόλη δεν κρύβεται πια. αυθόρμητα την αγγίζει στον ώμο. πάλι καλά που είμαστε εδώ στο νότο. αλλού το άγγιγμα είναι απαγορευτικό. την αγγίζει και κάνουν κύκλωμα. το βουβό κλάμα γειώνεται. μην κλαίτε. στην ηλικία της μάνας του. μην κλαίτε. υπερήλικας. άρρωστος. με μηχανική υποστήριξη. με πήρανε από το νοσοκομείο. δεν μπορούν να τον κρατήσουν άλλο πια. μην κλαίτε. δεν έχουν χώρο. πρέπει να τον πάρω σπίτι. ο πατέρας μου. πρέπει να πεθάνει μέσα στο σπίτι. τα νοσοκομεία δεν χωράνε πια τους εν δυνάμει νεκρούς. δεν έχω δωμάτιο. ένα δυάρι τρία άτομα. δεν έχω ούτε κρεβάτι. τι θα κάνω; μην κλαίτε.

λούφαξαν οι κατσαρίδες. ανέβηκε η θερμοκρασία. καύσωνας αθηναϊκός. ασφυξία. το χέρι στο σημείο της καρδιάς. μια άγνωστη. η δόση. το φροντιστήριο του παιδιού. να πάρει ένα λόουερ. να έχει εφόδια για να βουλιάξει αύριο στην ανεργία και την ανέχεια. ο πατέρας μου. δεν έχει πού να πεθάνει. διακόσια ευρώ. ευρώ το ευρώ μαζεμένα. ο διακανονισμός. ζητείται κλίνη για να πεθάνεις. ζητείται κολυμπήθρα για να ξεπλύνει την ανηθικότητα του καπιταλισμού. που είσαι γαμημένε σιλωάμ σήμερα δεύτερα πρωί που σε χρειάζομαι.

το χέρι σφιχτά στο σημείο της καρδιάς. ανταρσία εσωτερικών οργάνων. τον πρόδωσε η καρδιά του. ένας υπερήλικας πατέρας θα βρει ένα φτηνό κρεβάτι για να πεθάνει. ένας έφορος δεν θα εισπράξει ποτέ τη δόση του μαΐου. κι ένας άνθρωπος θα κατέβει τον έρημο κεντρικό δρόμο της πρωτεύουσας με το σακάκι στον ώμο. την τσέπη άδεια. τα μάτια λίμνες. τα χέρια ανάλαφρα. το κλάμα απροστάτευτο.

και τη ζωή νικήτρια. για πάντα.

τελευταία συνομιλία

τελευταία συνομιλία

όχι όχι κράτα τα ρέστα σου ίσως στο παρακάτω να σου χρειαστούν
εγώ θα μείνω με την τσέπη άδεια σ’ έναν κόσμο πλήρη ημερών
γέμισε τα πνευμόνια του με μίσος και φούσκωσε τη σπλήνα του με ψέμα
και δολοφόνησε εκατομμύρια φορές τις κόρες και τους γιους του

ξέρεις ο πόλεμος που ήδη άρχισε μπροστά στα απαθή μας μάτια
θα είναι πόλεμος θρησκευτικός· τυφλοί ενάντια στους κουφούς
οι άθεοι θα ‘μαστε ο άμαχος πληθυσμός· οι πρώτοι των πεσόντων
και οι θεοί θα είναι οι νέοι στρατηλάτες των ματωμένων σταυροφοριών

δεν ξέρω πώς να πολεμάω· όμως αποδεικνύω με έγγραφα τη σήψη μου
επίσημα χαρτιά και πιστοποιητικά που ράφτηκαν στη ραχοκοκαλιά μου
πιστοποιούν πως γέννημα θρέμμα είμαι κόσμου που γεννήθηκε νεκρός
πολιτική κηδεία της ανθρωπότητας αύριο· χορηγία δαπάνης οπλικής

κράτα λοιπόν τα ρέστα σου εγώ χρειάζομαι μονάχα ένα κέρμα
− ακολουθώ τους μύθους με ευλάβεια από φόβο για το θάνατο −
βλέπεις εδώ και αιώνες τα χρήματα αλλοιώσανε το αίμα μας
κι εγώ επιθυμώ στο θάνατο γυμνή και αδέκαρη να συστηθώ

υπέρ παρτίδος

δον κιχώτης_2

ζω σε μια χώρα πάνλαμπρη στυγνή και δοξασμένη

οι κάτοικοι των πόλεων ξυπνάνε τους χειμώνες

ανάβουν τα τσιγάρα τους και κλαίνε ανυπαιτίως

στης νικοτίνης τη γιορτή ακάλεστοι σιμώνουν

 

και μη θαρρείς πως στα χωριά πιο όμορφα ξημερώνει

γιατί στον ανοιχτό ουρανό της φτώχειας νέφη φτάνουν

αν κάποιος πιο άνετα βιοί είν’ ίσως τα μουλάρια

άζευγα ανολοκλήρωτα και με το νου στο χόρτο

 

της χώρας μου οι κάτοικοι αενάως ρημαγμένοι

πενθούν τον ήλιο καίγονται διαβάζουν το κοράνι

ορδές ενστόλων θάβουνε των έφηβων τα νιάτα

φέτος οι κάμποι στέρεψαν λιγόστεψαν τα ψάρια

 

σε στέρφα αμπελοχώραφα από παντού ηττημένοι

σε υπογείων διασυρμών υπόσχεση δοσμένοι

αναζητούν σωτήρα νιο κατέχοντα τη λύση

πίνοντας δίχως να κερνούν του πεύκου τα τραγούδια

 

οι άστεγοι των πόλεων γυρεύουν χαρακίρι

-μνημόνιο και μνημόσυνο ταυτόσημο και αχρείο-

μιμνήσκουν εποχές παλιές να ζήσουνε τις δόξες

όταν ο πλούσιος κι ο φτωχός αδερφικά πεθαίναν

 

στη χώρα μου την πάνλαμπρη που στέγνωσε κι εχάθη

οι άνθρωποί της βούτηξαν στου κέρματος τη λήθη

κι αναζητάνε τη χαρά σε ξηλωμένες τσέπες

λησμόνησε ο κόσμος πια τι είναι η ζωή η καθάρια

 

της χώρας μου οι κάτοικοι αενάως ρημαγμένοι

πενθούν τον ήλιο καίγονται διαβάζουν το κοράνι

ορδές ενστόλων θάβουνε των έφηβων τα νιάτα

φέτος οι κάμποι στέρεψαν λιγόστεψαν τα ψάρια

 

σε στέρφα αμπελοχώραφα από παντού ηττημένοι

σε υπογείων διασυρμών υπόσχεση δοσμένοι

αναζητούν σωτήρα νιο κατέχοντα τη λύση

πίνοντας δίχως να κερνούν του πεύκου τα τραγούδια

 

και οι λίγοι που αρνηθήκανε ψυχές να εμπορευτούνε

κλειστήκαν στα λευκά κελιά του νου και του ονείρου

στων πόλεων τις στέγες που δεν έχουν κεραμίδια

κοιμήθηκαν υψώνοντας του τίποτα σημαίες

 

να τους περιγελάς λαέ τους νέους σου παρίες

κι ύστερα σε ταβέρνα εσύ τραγούδα τους καημούς σου

λαέ εσύ που δεν τολμάς στον ήλιο να φωνάξεις

κι έτσι ατελέσφορα έδωσες στο σκότος την πνοή σου

 

της χώρας μου οι κάτοικοι αενάως ρημαγμένοι

πενθούν τον ήλιο καίγονται διαβάζουν το κοράνι

ορδές ενστόλων θάβουνε των έφηβων τα νιάτα

φέτος οι κάμποι στέρεψαν λιγόστεψαν τα ψάρια

 

σε στέρφα αμπελοχώραφα από παντού ηττημένοι

σε υπογείων διασυρμών υπόσχεση δοσμένοι

αναζητούν σωτήρα νιο κατέχοντα τη λύση

πίνοντας δίχως να κερνούν του πεύκου τα τραγούδια