sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: υγρός

η μπαλάντα των αντίχριστων

μια εντύπωση. νιώθω σα να χτίζω εκεί που δεν στεριώνει τίποτα.
μια εμμονή. συνεχίζω να προπαγανδίζω ιδέες ασαφείς.
μια ανάγκη. αυτιστικά αναζητώ τον μέγιστο κοινό διαιρέτη στο ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο
ν. α.

10406469_10203200208180918_8672930402534808982_n

κάτι λίγες ελάχιστες στιγμές
που η μπύρα έχει αλλιώτικη γεύση
κάτι σπάνιες αγαπημένες νύχτες
που οι άνθρωποι κλαίνε παρέα εξ αποστάσεως
κάτι πρωινά που περιμένεις ανυπόμονα το κουδούνι να χτυπήσει
που ο ταχυδρόμος σου φέρνει ανεπίδοτη επιστολή
κάτι μεσημέρια φθινοπωρινά και ηλιόλουστα
που το γράμμα σου βρήκε ύστερα από χρόνια τον παραλήπτη του

μου μυρίζει αλλιώτικα απόψε ο καπνός
όχι αμερικάνικος ούτε ελληνικός
απόψε καπνίζω κάτι που ‘ρθε από κείνη τη γη
που δεν υπάρχουνε σύνορα
που όσοι αγαπιόμαστε καθόμαστε παρέα στο μπαλκονάκι
με τις αλυσίδες μας σπασμένες

αν η ζωή είναι κρασί
εμείς διαλέγουμε τις χρωστικές που θα της δώσουνε το χρώμα
διάλεξα πάντα το μαύρο της οργής και το κόκκινο της αγάπης
κι ύστερα έμαθα πως είναι κι άλλοι σαν εμένα εκεί έξω
που δακρύζουνε συχνά και βρίζουνε το θεό ακόμα πιο συχνά
όχι γιατί τον μισούν αλλά γιατί τον θεωρούν δικό τους άνθρωπο

αυτή είναι η διαφορά
οι αντίχριστοι νιώθουμε τον ναζωραίο δικό μας
γείτονα, εραστή, φίλο, ξάδερφο, επαναστάτη

υπάρχουνε άνθρωποι που γεννήθηκαν χωρίς να κλάψουνε
αλλά έχουνε πάντα μια συγκίνηση στα μάτια
τίποτα πιο ερωτικό από τα υγρά βλέμματα
κι ας πουλάνε σαν τρελά τα πορνό με τα υγρά κορμιά

αλλιώτικη γεύση έχει απόψε ο λυκίσκος
αλμυρή μπύρα και γλυκά δάκρυα
για έναν κόσμο που πρέπει να αλλάξει
γιατί άλλο δεν μας έμεινε να κάνουμε πια
φτάσαμε στην εσχατιά του ψέματος
τελειώσανε οι προφάσεις
αδειάσανε τα πτυελοδοχεία των εξηγήσεων
σπάσανε οι αμφορείς της πολυλογίας
και γκρεμίστηκαν τα αυθαίρετα της αδικίας

ίσως πάλι να πιστέψετε πως σάλεψα
ίσως πάλι αύριο πρωί πρωί
εισαγγελική παραγγελία να δοθεί
διατάσσει τον εγκλεισμό σε ίδρυμα ευαγές
καθώς η κατάστασις κρίνεται ιδιαιτέρως κρίσιμη για τη ζωή της
καταδικάστε με στην εσχάτη των ποινών
διατάσσει υποχρεωτική εικοσιτετράωρη παρακολούθηση
προγράμματος ιδιωτικού τηλεοπτικού σταθμού
και κατόπιν ενέσεις πολιτικής αισιοδοξίας εν αναμονή του μεσσία
όμως μη λησμονήσετε
όταν εγώ εδώ δεν θα ‘μαι
πως παρέα με τον κεμάλ νέα απόφαση ελάβαμε
πως έφτασε η ανεπίστρεπτη στιγμή
να αλλάξει ο κόσμος άρωμα υφή οσμή και γεύση

Advertisements

έτσι νυχτώνει στις αθήνες*

2271-620x

έτσι γίνεται πάντα. κάτι θα τύχει να ακούσω στο ραδιόφωνο κάποιο απόγευμα σχολώντας και ύστερα θα τρέξω στο σπίτι σαν την ηρωινομανή, να βρω το δίσκο, να περάσω το τραγούδι στο άι-ποντ, να το ακούσω –πόσα χρόνια περάσανε από την τελευταία φορά που το άκουσα, πότε είχα αγοράσει το σιντί, αλήθεια έχω χρόνια να αγοράσω δίσκο– να το ξανακούσω, να γράψω τους στίχους σε ένα κομμάτι χαρτί, ύστερα να περάσω τα δάχτυλά μου πάνω από το χαρτί, πάνω από τις λέξεις, πάνω από τους φθόγγους, να σβήσω τα κεφαλαία, να τονίσω τις λέξεις αλλιώς, να μπούνε μέσα μου οι στίχοι, να βγουν ύστερα από την έξοδο των ματιών αλμυροί, κι ύστερα να κλάψω, να κλείσω το κινητό, να κλείσω το παντζούρι, να ανάψω ένα δύο πέντε δέκα τριάντα τσιγάρα, να ακούω ξανά και ξανά το ίδιο πράγμα, ένα ποίημα να μου στοιχειώσει το απόγευμα, τσιγάρα και αλμυρά υγρά τριγύρω στο σεντόνι μου, το μαξιλάρι σφιχτό όσο πρέπει για να παριστάνει το φίλο, ανοίγει η πόρτα διακριτικά, φοβισμένος ο πατέρας, τι συμβαίνει, τίποτα. τίποτα καινούριο δεν συμβαίνει. μα, κλαις κόρη μου. γι’ αυτό κλαίω. κι έτσι νυχτώνει στις αθήνες, έτσι βραδιάζει στις πάλαι ποτέ ορμητικές μας καρδιές, έτσι πέφτει η νύχτα στα μπαλκόνια μας, έτσι μαραίνονται οι γλάστρες μας, έτσι σβηστήκανε δια παντός τα σημεία στίξης από τα στομάχια μας -γράφω ό,τι μου κατέβει με το στομάχι και απαγγέλλω ποίηση με το συκώτι- έτσι γαμάει ο πειραιάς με το μαρινάκη βλαχοδημαρχαίο, έτσι λήξανε τα γάλατα στο ψυγείο και τώρα πια πίνουμε ληγμένα, τρώμε χημικά και ψαρεύουμε σόλες παπουτσιών στις θάλασσές μας. από ένα τραγούδι ξεκινήσανε όλα. ένα ποίημα παρακίνησε κάποτε το θεό να φτιάξει τον κόσμο. δύο μπορούν να φτιάξουν τον κόσμο όλο αφού κι ο κόσμος φτιάχτηκε από δύο, έλεγε κάπου ο λουντέμης, και δε νομίζω το υπονοούμενο να ‘ναι χριστιανικό, πιο πολύ ερωτικό μου ακούγεται.

λοιπόν το κορμί μου έγινε με τα χρόνια ένα μικρό δειλό φέρι μποτ. κάθε πρωί ανοίγει η μπουκαπόρτα. μπαίνουν μέσα πεζοί, λεωφορεία, ασφαλιστικά ταμεία, τραπεζοϋπάλληλοι, δικόγραφα, συγγενείς, έγγραφα Ε3, τρεις καφέδες στο χέρι ημερησίως, ένα περίπτερο, μια μάσκαρα, φωτογραφίες από το βερολίνο, το γιουσουρούμ του άσιμου και ένα τσιμπιδάκι φρυδιών. τη νύχτα όλοι αυτοί βγαίνουν από μέσα μου με ασκήσεις πανικού. ανάσες και τρόμος. μετά η μπουκαπόρτα πέφτει βαριά. τα μάτια μου κλείνουν ανεπίστρεπτα. το σώμα μου βουλιάζει κάτω από το δροσερό σεντόνι. όσο περνάει ο καιρός η μπουκαπόρτα δυσκολεύεται να ανοίξει το πρωί. οι δικές μου οι ρυτίδες δε φαίνονται δια γυμνού οφθαλμού. τα γεράματά μου κατέφτασαν λίαν προώρως και κατακάθισαν μέσα μου ύπουλα. κανείς δεν τα βλέπει. κανείς δεν τα νιώθει. τι ανάγκη έχεις εσύ. καμία ανάγκη δεν έχω. μόνο όνειρα. τι όνειρα; να περπατήσω πλάι σε ένα ποτάμι. να μυρίσω λίγο γιασεμί. να αυξήσω τη χωρητικότητα των πνευμόνων μου σε οξυγόνο. αυτά.

σε μισώ αθήνα. δεν μου φταις αλλά σε μισώ. πάνω σου περπατάνε αυτά τα μιάσματα με τα γαλανόλευκα κουρέλια, η παπάρια φυλή, τραβάτε ρε στις μανάδες του φύσσα και του σαχτζάτ, τραβάτε ρε γαμώ το έθνος σας και μην τους μιλήσετε, μόνο τολμήστε να σταθείτε απέναντί τους. δεν θα τα καταφέρετε. σε μισώ ρε αθήνα. οι τραγουδιστάδες από τα ριάλιτι βγαίνουν στις τηλεοράσεις βαμμένοι σαν γαλανόλευκοι ινδιάνοι και τραγουδάνε τον εθνικό ύμνο στις ποδοσφαιρικές φιέστες και οι κόσμοι από κάτω χειροκροτάνε αφηνιασμένοι αντί να φτύνουν το έθνος. αντί να φτύνουν τη σημαία. αντί να ξερνάνε ελληνισμό. αντί να κατεβάζουν χριστοπαναγίες λίαν βυζαντινές και θεοσεβούμενες. οι υπουργοί μπαίνουνε μέσα στα μπουρδέλα και σέρνουν έξω γυναίκες οροθετικές τραβώντας τες από τα μαλλιά και κάτι λίγοι γραφικοί τολμάνε και μιλάνε, οι υπουργοί κάνουνε μηνύσεις -που δεν κατατίθενται ποτέ σε κανένα αστυνομικό τμήμα- στις εφημερίδες που τολμάνε να πούνε ότι οι μπάτσοι βασανίζουνε κόσμο σ’ αυτόν τον τόπο, μας απασχολεί πάρα πολύ που βρέχει λάσπη και σκονίζονται τα ακριβά και δανεικά μας αυτοκίνητα, τα κοινοβούλια κλείνουνε όποτε οι εξουσιαστές [δεν] έχουνε όρεξη για σεξ, ο κόσμος ψηφίζει όποιον έχει το καλύτερο σακίδιο στην πλάτη κι εγώ κατάντησα να λέω τα ίδια και τα ίδια κάθε λίγο και λιγάκι, επανάληψη μήτηρ πάσης αργίας ή κάπως έτσι τελωσπάντων, τις ξεχνάω τις παροιμίες και τις αναπληρώνω μόνη μου, κι ύστερα τις πετάω σε άσχετες συζητήσεις, άσχετες παροιμίες μεταξύ ασχέτων επιχειρημάτων ανάμεσα σε άσχετους συνομιλητές που δεν πρόκειται να συμφωνήσουν στον αιώνα τον άπαντα δικαιώνοντας όσους κυνικά και τρυφερά εξίσου ζήσανε μέσα σε πιθάρια χορταίνοντας με ηλιακή ενέργεια και ακονίζοντας μυαλά.

λοιπόν. μάνα. άκου. μην με ρωτήσεις πού πάω. δεν πάω στα καράβια. ξεκινώ ταξίδι. μην απορείς που παραληρώ. παραλήρημα είναι ολάκερη η ζωή μας, δεν το βλέπεις;

ξεκινώ ταξίδι μάνα και πατέρα. και έτσι μόνο θα ‘μαι πάντα εδώ.

ζωντανή.