sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: φασισμός

κι εσύ σκυφτός και φράουλες στη μανωλάδα*

είμαι σε νόμιμη άμυνα. με πλησιάζουν απειλητικά οι εργάτες που ‘χω στη δούλεψή μου και μου ζητάνε -θεός φυλάξει- λεφτά για τη δουλειά τους. να σας πω εδώ ότι βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα. τι θέλουν από μένα; σιγά τη δουλειά. μαζεύουνε φράουλες. βόλτα κάνουν στα χωράφια. ρώτα κι εμάς για τον κόπο και το άγχος μας να φτιάξουμε ολόκληρη περιουσία πίνοντας το αίμα των φτωχών ως σύγχρονοι δράκουλες. ρώτα για τα ξενύχτια στις ταβέρνες, που καθόμαστε συν γυναιξί και τέκνοις, ξερνάμε ρατσιστικά ανέκδοτα και γελάμε δυνατά. εμάς να ρωτήσεις. εμάς. τι τραβάμε για να κρατήσουμε αυτόν τον τόπο γόνιμο. αυτά τα χωράφια καρπερά. για να πάμε μπροστά αυτή την έρμη χώρα που μας τη ρημάξανε οι αλήτες. αλήτες. όλοι τους. κι ένας να βρεθεί να πει καμιά αλήθεια μέσα στη βουλή τον μπουζουριάζουνε αμέσως, γιατί λέει είναι τάχα μου φασίστας. πού τα ‘δατε γραμμένα αυτά ρε απατεώνες; όποιος αγαπάει την ελλαδίτσα μας δηλαδή είναι φασίστας; σημειώνω πως βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα. να, ρωτήστε το συνήγορό μου. ξέρει αυτός από εξοστρακισμούς σφαίρας. ξέρετε όλοι κύριοι δικαστές και αξιότιμοι ένορκοι που μου φαίνεστε νοικοκύρηδες άνθρωποι όπως σας βλέπω, ξέρετε από εξοστρακισμό ζωής. εδώ μέσα στις αίθουσες δικαστηρίων πετάτε την ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη στα σκουπίδια, χώνετε κάτω από τις τηβέννους σας ό,τι παπαγαλίσατε κάποτε για την αλήθεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα. γι’ αυτό ξέρω ότι θα με καταλάβετε. είμαι σε νόμιμη άμυνα. με απείλησαν. με έβρισαν. ποιοι, αυτοί. οι άπλυτοι. οι κατάμαυροι. δεν φτάνει δηλαδή που ήρθανε παράνομα εδώ, δεν φτάνει που δεν έχουμε βάλει φρουρούς στα σύνορα να τους πυροβολάνε αμέσως, δεν φτάνει που τους έχουμε τσουβαλιάσει σε καταυλισμούς και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, δε φτάνει που τους πετάμε ένα κομμάτι μπαγιάτικο ψωμί και δεν πεθαίνουνε από την πείνα, έχουνε και απαιτήσεις. όξω ρε. εδώ είναι ελλάδα. πώς να το κάνουμε, έλληνας γεννιέσαι. δεν είναι το ίδιο αγαπητοί μου υπηρέτες της θέμιδος να ‘σαι λαθραίος μουσουλμάνος και να ‘σαι χριστιανός ορθόδοξος έλληνας. δε συμφωνείτε; εδώ είναι η χώρα του φωτός. άλλοι γεννιούνται δουλικά και άλλοι άρχοντες. έτσι είναι. πρέπει να σας ξαναπώ κι ας γίνομαι κουραστικός πως βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα. κοιτάχτε με κύριοι δικαστές. παίρνω τις λέξεις που κάποτε σήμαιναν κάτι και τις πυροβολώ με καραμπίνα. δείτε με. αρπάζω τις έννοιες του ποινικού κώδικα και τους φοράω μάσκα. είμαι σε νόμιμη άμυνα. σημειώστε το αυτό. βγείτε στα κανάλια και πείτε το. πυροβόλησα, ναι. αλλά στον αέρα. απείλησα μόνο. κάτι έγινε στην επιστροφή της σφαίρας στο έδαφος και πήγε και τους πέτυχε. αλλάξανε οι νόμοι της φυσικής. χρόνια τώρα οι ζωές κυλάνε όπως θέλουμε εμείς και όχι όπως θα ‘πρεπε. εγώ ήθελα μόνο να τους διώξω. να μην είναι στο οπτικό μου πεδίο. να μην μου ασχημίζουν τη θέα. έχω τον κάμπο δικό μου ξέρετε. έχω φτύσει αίμα για να δημιουργήσω την περιουσία μου. ξέρετε καλύτερα από μένα πως ό,τι χτίστηκε στον όμορφο τόπο μας χτίστηκε από τους δυνατούς. τους ισχυρούς. τα αφεντικά πάνε μπροστά τις κοινωνίες, κύριοι δικαστές. οι αφέντες. το ξέρετε, έτσι δεν είναι; τα υπόλοιπα είναι για τις ταινίες. έφτασε πια ο καιρός να σταματήσουνε οι φωνές και οι διαμαρτυρίες. ο τόπος θα προχωρήσει. με όπλα. με αίμα. βουτηγμένος στην αδικία και την παραφροσύνη. γεμάτος κακία και ρατσισμό. ξαναγεννημένος από το φασισμό. θα πάμε μπροστά.

κύριοι δικαστές. βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα.

αθωώστε με.

για το καλό όλων μας.

ζήτω η ελλάδα μας.

πάτρα, σωτήριον έτος 2014

*στίχος των social waste, από το τραγούδι φράουλες στη μανωλάδα

Advertisements

φα

φα

φακός
ψευδαίσθηση ελπίδας στο σκοτάδι

φαρίνα
κυριακή παιδιού που μυρίζει μητρικό γλυκό

φαρέτρα
αδειάσαμε από επιχειρήματα και τόξο δεν κρατήσαμε ποτέ

φάση
το ορόσημο της γενιάς της αφασίας

φαβέλα
εμπρός της γης οι ινδιάνοι

φάνηκες
αλλά η πλάτη μου έμαθε στο σχολείο μόνο το όχι του νησιώτη δικτάτορα

φασαρία
συνθήματα και οργή που δεν αντικαθίσταται απ’ το δάκρυ

φαρσί
έμαθες ξένες γλώσσες για να αποβάλεις τη λαθραία σου πατρίδα

φακίδες
τα κορίτσια των παραμυθιών σκοτώθηκαν από υπερβολική δόση αλήθειας

φα
έβαλα στη βαλίτσα μου τρία κλειδιά του σολ και πέντε διαπασών

κι ύστερα έφυγα

τώρα κάθομαι εδώ στο περιθώριο της πρωτεύουσας
σας γράφω με λυγμούς για τη δειλία μου
που μουντζουρώνω τα χαρτιά δίχως να λέω αυτό που μου τρυπάει τα ρουθούνια
δίχως να παραδέχομαι πως έφαγα τόσα ληγμένα δακρυγόνα
για να γεννήσει η γενιά μου μια λέξη από φα που την ήλπιζα νεκρή

μόλις περάσανε οι ένστολοι τοποτηρητές της θηριωδίας από δω
μου σκίσαν το χαρτί
με χαστουκίσανε
με διέταξαν στο νέο λεξικό να υπακούσω
να καταπιώ το μίσος που αρχίζει από φα
να πορευτώ στο κλίμα του ευρωπαϊκού καλοκαιριού*

κυρίως όμως
ό,τι γράφω
στην επιτροπή λογοκρισίας να το στέλνω πριν το δημοσιεύσω
– κοινοποιούνται οι κραυγές;-
ειδάλλως ως εχθρός του έθνους θα λογίζομαι
και μέσα σ’ ένα πάλλευκο υπερσύγχρονο κελί
το υπόλοιπο του βίου μου θα ζήσω

*τρέξτε να πείτε στις αγέννητες ακόμα νεολαίες
πως του καιρού μας το κυκλοφοριακό
για φαεινό σηματοδότη τον τρόμο είχε

κι ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει

»Όταν έχω να κρίνω ανάμεσα σ’ ένα παιδί 15 χρόνων, που πετάει μολότωφ, κι έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό, που κρατάει πιστόλι, εγώ είμαι με το μέρος του παιδιού και όχι του αστυνομικού. Εκτιμώ βαθύτατα ένα παιδί που εξεγείρεται και βγαίνει στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί, έστω κι αν υπερβάλλει, έστω και αν κρατάει μολότωφ. Και δεν εκτιμώ καθόλου έναν αστυνομικό που το πυροβολεί. Ό,τι και αν έχει γίνει, όπως και αν έχουν τα πράγματα, θεωρώ τραγικό λάθος την αθώωση του αστυνομικού. Και πολύ κακό μήνυμα, που στέλνουμε στα νέα αυτά παιδιά, το υγιέστερο κομμάτι της κοινωνίας μας, που δεν έχει ακόμη διαφθαρεί, όπως εμείς. »

[Ο Μάνος Χατζιδάκις εν έτει 1990 μιλά για τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Μιχάλη Καλτεζά από τον αστυνομικό Αθανάσιο Μελίστα. Εντωμεταξύ, εν έτει 2014 και κατά τη διάρκεια των απολογιών ενώπιον των ανακριτών των νεοναζί βουλευτών και μελών της εγκληματικής οργάνωσης που ευθύνεται για το θάνατο αθώων και για τα πογκρόμ κατά πολλών περισσότερων κάποιοι άνθρωποι συγκεντρώνονται έξω από το Εφετείο εν είδει διαμαρτυρίας για την προφυλάκιση των φασιστών.]

10470928_677407822329035_4363966819359641633_n

// τα παιδιά κάτω στον κάμπο δεν μιλάν με τον καιρό // ο δρόμος κλεισμένος πάλι από κλούβες // μόνο πέφτουν στα ποτάμια για να πιάσουν το σταυρό // χρυσοί σταυροί κρέμονται από τους λαιμούς // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγούν έναν τρελό // μπροστά μου ένα ανθρωπάκι // τον επνίγουν με τα χέρια και τον καίνε στο γυαλό // δολοφόνοι με ύφος αδικημένου πολίτη //

 // έλα κόρη της σελήνης κόρη του αυγερινού // εικοσάχρονα κορίτσια με μπλούζες πίτμπουλ // να χαρίσεις στα παιδιά μας λίγα χάδια του ουρανού // ο ουρανός προσπαθεί να κρυφτεί από τα σκοτάδια της λουκάρεως // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγάνε τους αστούς // αντί να τους κυνηγάμε εμείς μας σφάζουν αυτοί // πετσοκόβουν τα κεφάλια από εχθρούς και από πιστούς // υπολογίζω τα κρυμμένα μαχαίρια στις τσέπες //


// τα παιδιά κάτω στον κάμπο κόβουν δεντρολιβανιές //
μυρίζει θάνατο η πόλη των περιπολικών // και στολίζουν τα πηγάδια για να πέσουν μέσα οι νιες // περνάω ανάμεσά τους δεν σας φοβάμαι ρε // τα παιδιά μες τα χωράφια κοροϊδεύουν τον παπά // σας κοιτάζω όλους κατάματα // του φοράνε όλα τα άμφια και τον παν στην αγορά // μάτια άδεια τσιγάρα που δεν καίνε μυαλά που μυρίζουν στάχτη

// έλα κόρη της σελήνης έλα και άναψε φωτιά // πού πήγαν οι φλεγόμενες καρδιές μας // κοίτα τόσα παλληκάρια που κοιμούνται στη νυχτιά // ο παύλος και ο σεχτζάτ είναι αδέρφια μου // τα παιδιά δεν έχουν μνήμη τους προγόνους τους πουλούν // πατρίδα μου σε μισώ // και ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει γιατί ευθύς μελαγχολούν // ούτε φόβος ούτε θλίψη μόνο μίσος //

φωτογραφία: νιώσε

φολκσβάγκεν

972116_10200387714590336_1742539768_n

σενιόρ, με ψυχοφάρμακα κρατιέμαι στη ζωή, σενιόρ

πριν συγκινηθείς από το δράμα του εγκλείστου στις φυλακές ναυπλίου μέλους της συμμορίας των μπράβων της νύχτας, εμπόρων πρέζας και θρασύδειλων ανθρωπάριων, ευρισκόμενων σε μόνιμη νοητική κατάσταση αμοιβάδας, ρίξε μια μικρή μόνο ματιά στα λόγια που σου άφησε παρακαταθήκη κάποιος διανοητής σχετικά με την ιστορία ενός τόπου που αν δεν την αντιμετωπίσουμε ως κωμικοτραγική τότε καλύτερα να φουντάρουμε από τις ταράτσες. τις ταράτσες που κάποτε χτυπούσαν τον αντρέα αλλά πάνε αυτά πια. τα λησμονήσαμε. τώρα ετούτοι οι μονοκύτταροι οργανισμοί θα έμπαιναν στη βουλή και θα καθαρίζανε. γιατί όλοι οι άλλοι είναι ίδιοι μωρέ. γιατί είναι όλοι τους λαμόγια και θα δούνε τι θα πάθουνε αυτοί. γιατί θα εκδικηθούμε τη δημοκρατία και το μπουρδέλο το σύστημα που εμείς εκθρέψαμε με την πιο ακραία μορφή καπιταλισμού, το πιο μακρύ του χέρι, την πιο παρανοϊκή του μορφή, την πιο αρρωστημένη του κόρη, τα πιο φρικιαστικά του εγκλήματα, τους πιο άσχημους εφιάλτες όλων όσοι κυνηγάνε τις ελεύθερες αναπνοές στη γαμημένη τη ζωή μας.

με το φασισμό.

βγείτε στους δρόμους και ζωγραφίστε αγκυλωτές σβάστικες παντού. βγείτε στους δρόμους της ουκρανίας και κάψτε ζωντανούς τους εργάτες αφού τους βιάσετε και τους ξεκοιλιάσετε πρώτα. μαχαιρώστε τον λουκμάν. κι ύστερα μαχαιρώστε τον παύλο. κι ύστερα βγείτε στις τηλεοράσεις τάχα μου δήθεν άνετοι, απέναντι από δημοσιογράφους εξίσου άνετους, χαμογελαστούς, ανέμελους, σχεδόν αέρινους. που πίνουν το καφεδάκι τους στην αιματοβαμμένη κούπα της συμμορίας σας και σας ρωτάνε με ύφος τιφαγητόέφαγεςχτες λοιπόν, τι νέα φασίστα; σε ξεπλένω καλά;

άσε που ύστερα αυτοί οι δημοσιογράφοι ταξιδεύουν στην άλλη πλευρά του αιγαίου, εκεί που πνίγονται οι άνθρωποι κάθε μέρα και κάθε νύχτα γιατί οι ζωές τους είναι πανάκριβες ενώ ο θάνατός τους δεν κοστίζει τίποτα παραπάνω από μια εντολή σε βυσματικούς λιμενόμπατσους πνίξτε τους στα σκυλόψαρα.

εσείς συνεχίστε. τα αφεντικά σας έχουν ανάγκη. εκπνέει ο καπιταλισμός παγκοσμίως. και κάπως πρέπει να τον σώσουμε. χαράξτε αγκυλωτούς σταυρούς στις πλάτες των ανθρώπων. χαράξτε τους τα μέτωπα. εξευτελίστε την ανθρωπότητα. εγέρθητε όταν ο αρρωστημένος σας αρχηγός μπαίνει στην αίθουσα. σπάστε τους πάγκους των μικροπωλητών. βρίστε. σκοτώστε. κάψτε. ξανανοίξτε τη μακρόνησο γαμώ το χριστό μου. εκεί να πάμε να πεθάνουμε. ανήσυχοι και ελεύθεροι. μη σταματάτε. είμαστε όλοι έλληνες. έξω οι ξένοι. έξω και όσοι τους θεωρούν αδέρφια τους. δηλαδή τι έξω. μέσα στη γη. θάψτε όποιον αντιστέκεται βαθιά μέσα στη γη. οι άνθρωποι είναι χρυσόψαρα, δεν το βλέπετε; ξεχνούν.

λησμόνησε η ανθρωπότητα.

μόνη μου απέμεινα να κλαίω όταν ακούω αυτό; κάθε μέρα. έξω φωνή. ξανά και ξανά. γιατί τα κορίτσια να πεθαίνουν φορώντας τα καθημερινά τους φορέματα πριν ακόμα να ζήσουν καλά καλά;

τι άλλο θέλεις να σου εξηγήσουν δηλαδή ρε ανθρωπότητα, τι.

πώς τολμάς ρε μαλάκα να μου λες ότι ‘ντάξει, οικογενειάρχης άνθρωπος είναι, το μετάνιωσε, ας δείξουμε οίκτο; ο οίκτος αν θες να ξέρεις πέθανε στο κερατσίνι μια νύχτα που έπαιζε μπάλα ο σταρχίδιαμου με τον χέστηκαπατώκορφα. μια νύχτα που έμοιαζε με όλες τις άλλες. αλλά ήταν το τέλος της αθωότητας. και μια επόμενη μέρα που βρέθηκα εκεί που κύλησε το αίμα της εκδίκησης. που μου ρίξανε δεκάδες δακρυγόνα. με κυνήγησαν. έμαθα όλα τα στενά της περιοχής. ξέμεινα από ανάσες. χέρι χέρι κρατιόμουν με αδέρφια και φίλους και σχεδόν πετούσαμε πάνω από την άσφαλτο που έκαιγε για να μην μας πιάσουν στα χέρια τους οι δικαιούχοι του πλεονάσματος. και κείνη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κοιμηθώ. ένιωθα τόσο ένοχη που ζούσα. γιατί άλλοι δεν ζούσαν πια. και από κείνη τη νύχτα ξεκίνησα να κάνω κάτι που ποτέ μου δεν είχα ξανακάνει. περπατούσα και κοιτούσα πίσω μου να δω αν με ακολουθεί κανένας. ποιος είσαι ρε γαμημένε σκατοφασίστα που θα γεννήσεις το φόβο μέσα μου, ποιος. και κείνη τη μέρα η αδερφή μου μου ‘πε σταμάτα να τα γράφεις όλα αυτά είναι επικίνδυνο. και γω την πήρα από το χέρι και βγήκαμε στο μπαλκόνι. και της είπα με το τρία θα φωνάξουμε μαζί. μα μήπως δεν είναι σωστό, μήπως προκαλούμε. μα ναι, φυσικά. έλα να προκαλέσουμε σου λέω. και φωνάξαμε μαζί σε κείνη την πάλαι ποτέ τη γειτονιά των προσφύγων πως, φασίστες, κουφάλες, έρχονται κρεμάλες. και τώρα πάει, της είπα. αυτό ήταν. αποχαιρέτα τον το φόβο. πέταξέ τον από το μπαλκόνι. τώρα θα τους γαμήσουμε.

μάγκες, ο αδόλφος χίτλερ πλάσαρε στην αγορά το φολκσβάγκεν. φολκσβάγκεν σημαίνει το όχημα του λαού. πάντα ο φασισμός θα σε πλησιάζει με το πρόσχημα της προσέγγισης των λαϊκών στρωμάτων. πάντα θα σου απλώνει το χέρι και θα σου λέει ανέβα κι εσύ στο όχημά μου, είμαστε λαϊκά παιδιά εδώ, όλους τους χωράει η αγκαλιά μας, θα σου δώσουμε τροφή και στέγη και νερό κι ύστερα θα σε στείλουμε να γίνεις άντρας σκοτώνοντας, σφάζοντας, γδέρνοντας. κι εσύ θα το κάνεις. γιατί αυτό παθαίνεις άμα ποτέ δεν ξεστραβώθηκες. γιατί αυτοί που τώρα σε καλούν να ανέβεις στο λαϊκό τους όχημα μεθαύριο θα κάψουν εσένα ζωντανό, μόλις θα σταματήσεις να τους είσαι χρήσιμος.

ανθρωπότητα, δεν μπορείς να καμώνεσαι πια πως δεν ήξερες.

ό,τι κάνεις είναι εν γνώσει σου.

και θα μας βρεις απέναντί σου.

πετάξτε τα φολκσβάγκεν από τα μπαλκόνια

 

«θέλω να νικήσω, αφού δεν μπορώ να νικηθώ»

10657_10200580463088928_1118917030_n

*

Είμαι στο γραφείο. Ανοίγω το παράθυρο, ο ήλιος μπαίνει εκτυφλωτικός από τα στόρια. Ο θόρυβος της Κηφισίας τρυπώνει στα αυτιά μου. Ξαφνικά ακούω ένα κελάηδισμα. Κάθαρμα Βωβέ, σκέφτομαι, τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας.

Νιώθω ξαφνικά το περιλαίμιο της μισθωτής εργασίας να με πνίγει στο λαιμό. Θέλω να βγω στο δρόμο, να τρέξω μέχρι το σπίτι, να φορέσω τα αθλητικά μου και να κατηφορίσω ολόκληρη την Πατησίων. Να περπατήσω όλη τη διαδρομή μέχρι το κέντρο της πόλης, να χαμογελάσω στους άτυχους μετανάστες που η ευρωπαϊκή νομοθεσία τους κρατά φυλακισμένους στην βρώμικη, σκοτεινή και εξωτική Πατησίων, να καπνίσω τρία πακέτα τσιγάρα, να πιω πέντε μπύρες σε όποιο στέκι βρω μπροστά μου, να τραγουδήσω πως η χούντα δεν τελείωσε το ’73, να μην σκέφτομαι άλλο πια πως δεν έχω λεφτά στο πορτοφόλι μου, να σταματήσει ο χρόνος να κυλά τόσο αργά και βασανιστικά, σε κάποιους κάνανε φάλαγγα, σε μας κάνουν αφαίμαξη ψυχής, και τι να ‘ναι χειρότερο άραγε, όσα λουλούδια και να καταθέσω σε τόπους πεσόντων τα λουλούδια που μυρίζουν πιο πολύ θα είναι πάντα αυτά που από μόνα τους φυτρώνουν άναρχα στα νεκροταφεία, τι σου έλεγα;

Ναι.

Θέλω να φτάσω ξέπνοη στο Πολυτεχνείο, σαν να με βλέπω κιόλας, τα μαλλιά μου λύθηκαν και αρνούνται να με υπακούσουν, οι παλμοί μου έχουν υπερβεί κατά πολύ το φυσιολογικό, φτάνω στην είσοδο, μπαίνω μέσα, τα πόδια μου τρέμουν όχι από κούραση μα από ηδονή, σε μια γωνία βλέπω τον πατέρα μου, πρωτοετής φοιτητής με μακριά μαλλιά, αστεία ρούχα και βλέμμα που φωνάζει ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, η μαμά μου στέκεται διστακτική απ’ έξω, μαθήτρια ακόμα, ψάχνει να βρει τους αλήτες που άκουσε ότι κατέλαβαν το χώρο και δεν βλέπει κανέναν αλήτη πουθενά, κάτι πολύ περίεργο φυσάει στο προαύλιο, κάτι σαν αέρας απελευθέρωσης, χαμογελάνε όλοι και οι λευκές οδοντοστοιχίες τους τυφλώνουν το θάνατο, νικάνε τους προβολείς του τανκ, λυγίζουν τους φαντάρους, ταρακουνάνε την Κύπρο, ξαναζωντανεύουν το αίμα που κυλάει στις φλέβες του Αλέκου Παναγούλη, κι εγώ τώρα πια τρέμω ολόκληρη μπροστά στην επέλαση της ομορφιάς.

*

Σουρουπώνει, κι εγώ εκείνη την ώρα- αλήθεια, βρίσκω κι εγώ κάτι ώρες-θυμάμαι πριν δύο χρόνια που είχα έρθει στην Ελλάδα μόνο για να ψηφίσω στις εκλογές και μετά γύρισα στο Βερολίνο τρανταζόμενη από λυγμούς· «γύρισα στη Γερμανία κλαίγοντας. μα γιατί κλαις; με ρωτούσαν οι Γερμανοί. τι να τους απαντήσω; τι ξέρουν για τον Δεκέμβρη του Αλέξη, για τον Ιούνιο της πλατείας, για τους νεκρούς της Μαρφίν, για τα χημικά που ζουν μέσα μας, δε λυγάνε τα ξεράδια, και πονάνε τα ρημάδια, ολόκληρο ipod touch και να ακούς Βάρναλη καταμεσής στην Alexanderplatz, πού ακούστηκε; τι ξέρουν για τις ταράτσες που γέμισαν απόγνωση, τι να τους πρωτοπώ; ψωμί, παιδεία, ελευθερία, και μας έμεινε μόνο το ψωμί, κι αυτό για πόσο; μεταπολίτευση, μετανάστευση, μετενσάρκωση κι όλο ένα μετά να περιμένει ο άνθρωπος. τώρα είναι το μετά, δεν το βλέπεις;»

*

Μπαίνω μέσα στο κτίριο· σε μια γωνία το ιατρείο, στην άλλη ένας πομπός που παλεύουν να φτιάξουν οι μηχανολόγοι. Σε λίγη ώρα θα ακούσω τις φωνές από το ραδιόφωνο που ξεκινά να εκπέμπει. Η χροιά της φωνής όσων μιλάνε θα τρυπώσει ανέμελα μέσα στα σπίτια, κερδίζοντας έτσι την πρώτη μάχη κατά της προπαγάνδας. Τα υπόγεια της οδού Μπουμπουλίνας θα κουνηθούν συθέμελα. Βασανίζουν τα παιδιά σου. Η λέξη λαός δεν με έχει συγκλονίσει ποτέ στη ζωή μου πιο πολύ, αυτά εδώ τα παιδιά βασανίζονται όσο κι εγώ, αυτά εδώ τα παιδιά είναι αδέρφια μου, τους έχουν κόψει την αναπνοή, πλησιάζω έναν κύριο που φοράει φόρμα εργασίας, εσείς τι κάνετε εδώ, τον ρωτάω. Είμαι εργάτης, μου απαντά, και άλλη εξήγηση δεν χρειάζομαι.

Τα δάκρυα έχουν θολώσει τα μάτια μου αλλά ξέρω πως βλέπω πιο καθαρά από ποτέ.

Ακούω από την καθεστωτική τηλεόραση πως ο Παττακός απειλεί με μηνύσεις τα ξένα μέσα ενημέρωσης που παρουσιάζουν τη χούντα σαν χούντα, σαν κάτι να μου θυμίζει αυτό, ανατριχιάζω ολόκληρη, δεν γίνεται όλα να μοιάζουν τόσο πολύ, δεν γίνεται ο Διομήδης Κομνηνός να σκοτώθηκε χωρίς αιτία, πώς αντέχετε, μου λέει ένας μαθητής της εποχής, πώς μπορείτε να ζείτε έτσι πενήντα χρόνια μετά, γιατί δεν ζείτε το δικό σας Πολυτεχνείο, του ιστορώ πως το άσυλο των πανεπιστημίων δεν υπάρχει πια και με κοιτάζει έκπληκτος, δηλαδή, μου λέει, παντού αστυνομία;

Παντού αστυνομία, Δικαιοσύνη πουθενά, του απαντάω και ανηφορίζω για τη Νομική, πηγαίνοντας το χρόνο κι άλλο προς τα πίσω- ίσως και προς τα εμπρός. Βρίσκω κόσμο μαζεμένο στην ταράτσα, εκεί και ο αγαπημένος μου δάσκαλος της νομικής, της δικηγορίας και της ζωής, έχει μακριά μαλλιά και την ίδια ζωντάνια στο βλέμμα που θα έχει και τριάντα χρόνια μετά, τώρα, μου λέει, τώρα είναι η δική σου ώρα, τώρα ανέβα σε ταράτσες και σε μπαλκόνια, συγκράτησε όσους θέλουν να πηδήξουν, θύμισέ τους πως ο αγώνας γίνεται μόνο όταν είσαι ζωντανός, μην τους πιστεύετε, είσαστε πολλοί, είσαστε πιο ζωντανοί από ποτέ, μην παραδοθείτε, μην·

*

Αποφασίζω να δράσω. Κατεβαίνω στην πλατεία της Κατερίνας Γώγου τραγουδώντας Άσιμο· θα βάλουμε μπροστά τη μαύρη και την κόκκινη σημαία, για αγώνα η λευτεριά μας είναι αναγκαία. Να τους το τρίψουμε στη μούρη το arbeit macht frei, να μην λυγίσουμε, να μην φύγουμε, να μην σκύψουμε άλλο πια, φωνάζω και δεν με νοιάζει πια που γυμνώνομαι έτσι.

Από παντού ακούγονται φωνές που λένε πως έφτασε η ώρα. Τώρα είναι το μετά, δεν το βλέπεις; Ολόκληρο το διαδίκτυο πάτησε το πλήκτρο του οφ στον υπολογιστή και βγήκε στους δρόμους. Μαζευόμαστε κόσμος. Διάολε, είμαστε χιλιάδες, εκατομμύρια, είμαστε λαός.  Ποτάμι ανίκητο.

Ανίκητο.

Ας τους νικήσουμε.

*

Αναίμακτοι

[Νύχτα. Μέσα στην ανυποψία της βραδιάς ένα μπουλούκι δερμάτινοι άνθρωποι έχουν στριμώξει σ’ ένα στενό είκοσι άτομα. Ένα άσχημο όχημα τους λούζει με φώτα ομίχλης. Ο φόβος κόβει βόλτες ανενόχλητος. Σ’ ένα μπαλκόνι κάποιος ξέχασε το ράδιο ανοιχτό. Νωρίτερα, όλη η πόλη είχε βγει στα μπαλκόνια. Ήθελαν όλοι να δουν τη βροχή των αστεριών. Το ραδιόφωνο έπαιζε, δήθεν ξεχασμένο. Μα κανείς δεν πεθαίνει δίχως μουσική.]

 

να μας κοιτάς με ένταση στα μάτια

εμάς τους ξένους τους δικούς σου

που στεκόμαστε έτσι, ανήμποροι και αναίμακτοι

τα χνούδια της δικής σου απάνθρωπης ρουφήχτρας.

 

λουζόμαστε στο φως· γι’ αυτό το φως ήρθαμε

μα τώρα μας λούζουν φώτα άσχημα

τα κίτρινα φώτα σας θα μας σκοτώσουν

μας καίνε το βλέμμα· παίρνουμε φωτιά.

 

Ένας γέρος φοβήθηκε

μια μάνα όρθωσε το κορμί της

ένα παιδί κοίταξε ψηλά.

Τα αστέρια ανενόχλητα

κυλούσαν, έπαιζαν, φώτιζαν

πώς μπορούν;

 

Το άσχημο αυτοκίνητο μούγκρισε

οι δερμάτινοι- σαν ψεύτικοι!- άνθρωποι δεν κούνησαν βλέφαρο

ψίθυροι παντού· μη φοβάστε

μη φοβηθείτε

μη

 

Ένας άντρας φώναξε «η ζωή μας!»

μα κανείς δεν τον άκουσε.

Σωριάστηκε. Ψιθύρισε ξανά «η ζωή μας».

Κανείς δεν τον κατάλαβε. Ήταν μια φωνή

βαριά, σχεδόν ξεχασμένη, φερμένη από μακριά.

Κάπου, από ένα βουνό της Ασίας.

Κάπου, από μια βουνοκορφή του Ολύμπου.

 

Κοίταξαν ψηλά, μετά χαμηλά

μα στο τέλος τους κοίταξαν στα μάτια

Θύμωσε ο θάνατος με τούτη την αναίδεια

πυρ

 

[Την επόμενη μέρα η πόλη έσφυζε από ζωή. Κανένα σημάδι πουθενά. Μόνο μια μικρή ξεχασμένη κηλίδα πάνω σ’ ένα πεζοδρόμιο. Δεν την είδε κανείς. Η πόλη θρηνούσε. Οι άνθρωποι χαμογελούσαν, μα το τσιμέντο έκαιγε. Ήταν η νύχτα των αστεριών, που θα σημάδευε για πάντα τούτη την άσχημη πόλη.]

Ευπειθώς αναφέρω

e53c2c9f4d6761de9122d72eac64a0cc_XL

Τώρα είναι που δεν πρέπει να χάσουμε την ελπίδα μας, το καταλαβαίνεις; Θέλει δύναμη, το ξέρω. Θα το καταφέρουμε. Μαζί.

Διαβάζω πως η ανεργία θα φτάσει για τους νέους κοντά στο 50%. Αναρωτιέμαι πού θα φτάσει η κατάσταση. Πόσο πιο μακριά, πόσο πιο χαμηλά, πόσο πιο εξευτελιστικά; Τι θέλουν από μας;

Να μην έχεις παράπονο, σου λένε. Βρήκες δουλειά, ταχτοποιήθηκες, μπήκες σε μια σειρά. Ας τους πει κάποιος πως τα όνειρά μας δεν είχαν να κάνουν ποτέ με δουλειές, καριέρα, πολλά λεφτά και ακριβά ρούχα. Ταχτοποιήθηκα; Γιατί τι είμαι, φάκελος προς αρχειοθέτηση;

Τα όνειρα, αυτά που τολμάς να σκεφτείς εκείνα τα μαγικά λεπτά πριν κοιμηθείς, αυτά που δεν τολμάς να ξεστομίσεις γιατί θα σε περάσουν για τον τρελό της γειτονιάς, δεν περιέχουν τίποτα που να αγοράζεται ή να ανταλλάσσεται με δεκάωρα κλεισμένα σε γραφεία, αποθήκες και εργοτάξια. Είναι σκέψεις γεμάτες χρώμα, τραγούδια, βλέμματα και χαμόγελα. Είναι αναπαλλοτρίωτα. Υπάρχουν και επιβιώνουν σε όλα τα πολιτικά και οικονομικά συστήματα, επί αριστερών και δεξιών κυβερνήσεων, στη φτώχεια, στον πλούτο, στις χαρές και στη θλίψη. Ξέρω πως δεν θα σταματήσουμε να κάνουμε όνειρα, φοβάμαι όμως πως τα όνειρά μας θα μεταμορφωθούν σε σχέδια. Πόσα λεφτά έχω, μπορώ να πληρώσω το χαράτσι, τι χρωστάω στην τράπεζα, περνάω το μήνα μέχρι να ξαναπληρωθώ, να πάρω δεύτερο ποτό ή άστο καλύτερα, έχω βενζίνη για να πάω μέχρι την Αλσούπολη, πότε θα ξαναβάλω κάρτα στο κινητό, τι μισθό να βγάζει άραγε αυτός; Τρομακτικό.

Πριν από περίπου σαράντα χρόνια, όταν ο πατέρας μου πέρασε στο Πανεπιστήμιο, η επιτυχία του έγινε η είδηση σε όλα τα γύρω χωριά. Θα γινόταν επιστήμονας! Ζούμε στην εποχή που η εύρεση εργασίας αποτελεί την είδηση του μήνα για ολόκληρες γειτονιές. Βρήκε δουλειά! Πληρώνεται; Πόσα παίρνει; Πάλι καλά να λέει, τυχερή είναι. Το αναφαίρετο δικαίωμα στην εργασία έγινε ηράκλειος άθλος. Όχι, δεν δικαιούσαι πια να δουλεύεις. Υποχρεούσαι να λες κι ευχαριστώ, λες και κάποιος σου κάνει χάρη, λες και το νόημα της ύπαρξής σου συγκεντρώνεται σε ένα οχτάωρο, λες και η ύπαρξή σου αποτιμάται σε χρήμα.

Γιατί να λέω πάλι καλά γαμώτο σας; Ποιος σας είπε ότι ο στόχος της ζωής μου αρχίζει και τελειώνει εκεί; Θέλω να ανασαίνω ελεύθερη, και ναι, αυτό είναι ένα όνειρο ζωής για μένα. Θέλω να κοιτάζω τον ήλιο κατάματα, να νιώθω ότι το είναι μου εξαπλώνεται πάνω από το κλεινόν άστυ, φτάνει μακριά, σε πόλεις που δεν θα αντικρίσω ποτέ, σε ανθρώπους που μου χαμογελούν χωρίς να με γνωρίζουν, σε θάλασσες με περίεργα πράσινα και μπλε νερά, θέλω να χορέψω μαζί με τους φύλαρχους της Αφρικής, να διαλογιστώ μαζί με Ινδούς δασκάλους, να τραγουδήσω σε γερμανικά καμπαρέ. Θέλω να ζήσω.

Κοιτάζω από το παράθυρό μου έξω. Πέρα από την Κηφισίας απλώνεται η ανοιξιάτικη Αθήνα. Το φως του ήλιου λούζει τα άσχημα κτίρια, ο ουρανός είναι ανέφελος, διάολε η Αθήνα είναι τόσο όμορφη ώρες ώρες! Σαν αυτές τις ατελείωτες ιστορίες αγάπης, τους έρωτες που δεν τελειώνουν ποτέ πραγματικά, τα ζευγάρια που χωρίζουν, σε βαρέθηκα πια, θα γνωρίσω κάποιον άλλον καλύτερο, φεύγω, φωνάζει ο ένας στον άλλον, μέχρι να ξανασμίξουν γιατί τίποτα πια δεν είναι όμορφο όταν δεν είναι μαζί- έτσι κι εμείς, λατρεύουμε να μισούμε αυτήν την πόλη. Την ποδοπατάμε, την αναγκάζουμε να γεράσει πριν την ώρα της, τη βρίζουμε, αλλά εκείνη μας δίνει μια ηλιόλουστη μέρα και αμέσως την ερωτευόμαστε από την αρχή- άτιμο θηλυκό!

Άραγε την αγαπάμε τη χώρα μας; Γέμισε ασχήμια, βρωμιά, φασισμό. Οι αρουραίοι βγήκαν από τις τρύπες τους και αλωνίζουν ελεύθεροι. Αλλά εμείς παλεύουμε για να πληρώσουμε τη δόση στην τράπεζα, δεν έχουμε χρόνο να ασχοληθούμε μ’ αυτό. Έχουμε τα προβλήματά μας βρε αδερφέ! Μα υπάρχει κάποιο άλλο πρόβλημα που να μας αφορά πιο προσωπικά από ό,τι μια ανελεύθερη χώρα; Είναι η δική μας χώρα ρε! Μπορούμε να την ξαναφτιάξουμε ή είναι μάταιο; Η αγωνία με πνίγει τις νύχτες, αλήθεια σας λέω. Έτσι θα ζήσω; Και τι θα λέω στα παιδιά μου; Το νιώθετε κι εσείς ότι μέρα με τη μέρα το ανάστημά μας μικραίνει;

Ζητείται ελπίς, έγραφε ο Αντώνης Σαμαράκης, σήμερα πιο επίκαιρος από ποτέ. Ξέρω ότι δεν πρέπει να το βάλουμε κάτω, ξέρω πως τώρα πρέπει να ατσαλωθούμε ακόμα πιο γερά, καταλαβαίνω πως ο αγώνας τώρα ξεκινά. Δίνω εντολές στον εαυτό μου να μην χάνει την πίστη του στους ανθρώπους, να ανασαίνει βαθιά, να ελπίζει και να συνεχίσει να κάνει τρελά όνειρα. Μόνο που στις εντολές τώρα πια μπαίνει κι ένας αστερίσκος, μια υποσημείωση: *ενεργοποίηση. Μόνο πράξη, που λένε και οι Πραξιματίες, το γνωστό πανκ κίνημα που άλλαξε τον ρουν της ιστορίας της Κυψέλης.

Οι εποχές άλλαξαν. Αγαπητέ κύριε Καστοριάδη, ευπειθώς αναφέρω πως επέλεξα.

Την ελευθερία.