sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: φτώχεια

ωδή εις το πυρ το εσώτερον

images2

μέσα μου κάτι σπαρταράει

σπάει τα τζάκια και μοιράζει ισάξια τις φωτιές

μισή εδώ μισή εκεί και ολόκληρη δική μας

φωτιά που καίει μα δεν ξεχνά

σπίθα αναμμένη από το μέλλον

με ζέστη από ξύλο δεν ζεσταίνονται οι καρδιές

κι από θεούς μόνο ο πολύτροπος ο προμηθεύς

θυσίασε το δικό του ευ ζην για το επονείδιστο ανθρώπινο γένος

 

πιστεύω πως το λάθος του χριστιανισμού

ήτανε πάνω από όλα

το αγάπα τον πλησίον σου

εγώ τον ξένο αγαπώ

αυτόν που δίπλα μου ποτέ δε στάθηκε

εκείνον που ποτέ μου δε συνάντησα

όποιον με μίσησε μ’ αρνήθηκε με πρόδωσε

όποιον με κούρασε με τσάκισε με πούλησε

 

πλησίον μου κόσμος πολύς

σταυροκοπιούνται και ελπίζουσιν στη μετά θάνατον ζωή

μα σωτηρία χωρίς ζωή δεν είναι σωτηρία

εναποθέτεις την ελπίδα σου στον άνθρωπο

 που βόλτα με τη βάρκα του σε πάει

μα ο βαρκάρης ανέκαθεν φιλάργυρος εδήλωνε

κοστίζουν οι κηδείες φτηναίνουν οι επικήδειοι

στείλτε στεφάνια με κορδέλες μωβ υπέρ της μνήμης αδελφού

 

δεν ξέρω αν χρόνο έχουμε αρκετό

να σώσουμε εαυτόν δια παντός

απ’ την καταστροφή του δράμαλη

του νώε τον κατακλυσμό

του χίτλερ τα στρατόπεδα

της κίνας τα εργοστάσια με εξάχρονους εργάτες

της επαρχίας αρκ τις ανθρωπόμορφες φωτιές

του χρήματος τον πάλλευκο καπνό που ανεμίζει απ’ το βατικανό

 

ίσως ο εαυτός δε σώζεται

η χρήση της προσωπικής αντωνυμίας τώρα αληθεύει

το εγώ υπάρχει γιατί υπάρχει το εσύ

και αν άσκηση ο φιλόλογος μέσα στην τάξη βάλει

θα δεις στην κλίση του εγώ πώς ξεπροβάλλει το εμείς

και άμα δε σώζεται ο εαυτός να σώσεις τον πληθυντικό

γιατί από πλήθος συνέβαινε ανέκαθεν η αλλαγή

όχι μεγάλο· πάντως πλήθος·

 

η θέρμη θέλει άνοιξη και η φτώχεια μας χειμώνα

αυτό που μέσα σου ξυπνά

είναι φωτιά που δεν την άναψε θεός

μια πυρκαγιά που δεν χρειάστηκε τσιγάρο

μια απαλλοτρίωση δασών που δεν ανοίξαν δρόμο σε μπουλντόζες

ένας σωρός με ξύλα που δεν έκαψε βιβλία

μία φωτιά που γέννησε πατρίδες και εξεγέρσεις

σου ‘τυχε άραγε ποτέ, φωτιά που να αναδύει οξυγόνο να αντικρίσεις;

Advertisements

δανειοθάλασσες

45800_4795694885161_929554403_n

ο κύριος και η κυρία μπλάιμπ

κάθε πρωί

ξυπνούν με τα κοκόρια της αυλής τους

ανάβουνε φωτιές συνθηματικές

και δίνουν εντολές στον ήλιο να προβάλει

ύστερα αγκαλιάζονται

φιλιούνται πεταχτά

εκείνος κατηφορίζει για την τράπεζα

εκείνη ξεκινάει για το λιμάνι

*

την τραβούσε πάντα η αρμύρα

και από μικρή ήθελε βασίλισσα να γίνει

τους νόμους να αλλάξει

μια καινούρια λέξη να γεννήσει

κι ύστερα με νόμο του βασιλείου της να την καθιερώσει

γιατί πώς λέγεται το κορίτσι που απ’ τη θάλασσα ζει;

*

πάνω σε τούτο το νησί

πάντα οι γυναίκες για γοργόνες λογαριάζονταν

και καμιά ποτέ δεν έγινε ψαράς

γιατί η λέξη, το επάγγελμα, το θάρρος

ήταν αδόκιμες

για πλάσμα που μια μήτρα κουβαλάει

*

η δεσποινίδα μπλάιμπ βασίλισσα δεν έγινε ποτέ

αλλά το θάρρος της δεν έχασε

και ενάντια στου νησιού τις δοξασίες

δια παντός αποφάσισε να ζήσει

κι έτσι

έγινε ψαράς

*

όταν αγάπησε τον κύριο μπλάιμπ

τα αφροδισιακά του βυθού της

ζηλέψανε την τύχη του

ερχόταν τώρα ένας κύριος με γραβάτα

και τα υγρά της για δικά του τα λογάριαζε

με τον καιρό όμως τα ψάρια συνηθίσανε

και με τον αντίζηλό τους συμφιλιώθηκαν

δεν είχαν άλλωστε επιλογή

*

ο κύριος μπλάιμπ γνώριζε τα λογιστικά

καλύτερα από όλους τους εντός και εκτός θαλάσσης

ενώπιόν του υποχωρούσαν όλοι οι πελάτες

της τραπέζης

και με το λέγειν του έφερνε κέρδη αμέτρητα

στον τραπεζίτη αφεντικό του

*

τις νύχτες που το ζευγάρι αγκαλιασμένο έσβηνε φωτιές

εκείνος συχνά ομολογούσε την ασχήμια του

ένιωθε πως τα χνώτα του μυρίζανε χρυσάφι

και πως τα χέρια του ήταν κρύα

ενώ οι ανάσες της κυρίας μπλάιμπ

-όποτε βέβαια ανέπνεε γιατί σαν αμφίβιο λογιζόταν-

μυρίζανε ατλαντίδα και ιώδιο

τα χέρια της ήτανε πάντα ζεστά

και τα μαλλιά της

όταν έπεφτε ο ήλιος

σε αρμυρίκια μεταμορφώνονταν

*

πως θέλει να αλλάξει τη ζωή του

λογάριαζε τις νύχτες ο κύριος μπλάιμπ

ήτανε βλέπεις η γυναίκα του ο ψαράς που τόσο τον γοήτευε

και ήταν εκείνη που τις νύχτες τις αντάρες του κατάπινε

γιατί

όπως του έλεγε

οι δυο τους σαν ζευγάρι

το τέλειο παραμύθι για τα παιδιά των πόλεων σχηματίζανε

γιατί ένα θαλασσοδάνειο σε σχήμα λειχήνας

αρκούσε λέει στους αδαείς των πόλεων τους κατοίκους

που οθόνες προσκυνούσαν

για να πιστέψουν

πως η φτώχεια τους δικαίως τους καταπλακώνει

 

και για να μην αντέξουν ποτέ

να δουν τους εαυτούς τους όρθιους

ενάντια στις τράπεζες

απέναντι στα δάνεια

κι επάνω στον θαλάσσιο αφρό

ελεύθεροι να περπατούν

η κρίση στα χρόνια του έρωτα

224828_383508788404348_395524655_n

// γιατί με έφερες απόψε εδώ // θέλω να σου μιλήσω // μόνο μην αρχίσεις τα ίδια σε βαρέθηκα // θυμάσαι πότε ερωτεύτηκες για τελευταία φορά ή έστω για πρώτη // ουφ ευτυχώς νόμιζα θα μου μιλήσεις πάλι για τους αυτοκτονημένους για τους νεοναζί για το δένδια για τους μπάτσους για το γεωργιάδη ευτυχώς άλλαξες θέμα // απάντησέ μου τι θυμάσαι από τον έρωτα // δύσκολη η ερώτηση // τότε να σου πω εγώ θυμάμαι ότι νοσταλγούσα το μέλλον θυμάμαι ότι στα όνειρά μου έβλεπα τι θα συνέβαινε την άλλη μέρα // θυμάσαι ρε το μεγάλο σου τον έρωτα // ένας πασόκος και μισός // πάλι αλλάζεις θέμα // και ποιος σου είπε εσένα ότι άλλαξα θέμα, σας παρακαλώ, άλλη μια γύρα μπύρες φέρτε μας θα τραβήξει η βραδιά // μόνο να μην το ξενυχτήσουμε δουλεύω αύριο // και παλιά δουλεύαμε και πίναμε μπύρες μέχρι το πρωί κι ύστερα κατευθείαν για δουλειά μα πώς αντέχαμε // ο έρωτας μας έδινε φτερά // νιώθω ότι μου κόψανε τα φτερά καταλαβαίνεις εμείς τώρα θα ‘πρεπε να κοιτάμε τον ουρανό να δακρύζουμε και να γελάμε εναλλάξ αλλόφρονες από έρωτα και επιθυμία να κάνουμε ρυτίδες γύρω από το στόμα από την πολυλογία τα φιλιά και τα χαμόγελα και ξέρεις, είναι πολύ σημαντική αυτή η ηλικία γιατί σχηματίζονται οι ρυτίδες έκφρασής μας που θα μας συνοδεύουνε για μια ζωή σκέψου τις γιαγιάδες στο χωριό τα πρόσωπά τους λένε πείνα κατοχή και θάνατος είναι γιατί στα νιάτα τους αυτά ζήσανε έτσι κι εμείς τα πρόσωπά μας θα γράφουνε φτώχεια αυτοκτονία όλα μαύρα φύγε από την ελλάδα όσο είναι ακόμα καιρός πνιγμός θάνατος κρύο χιόνι θέλω να πεθάνω και κάποιος να βάλει στα ηχεία στην κηδεία μου μόνο γιάννη αγγελάκα πού θα πάει θα ξεκολλήσει // περάσανε τόσα χρόνια άλλη μια γύρα παρακαλώ από τα ίδια // κατάλαβες εμείς τώρα έπρεπε να γεννοβολάμε καρπούς παράνομων εραστών να ανοίγουμε τα πόδια μας ακατάσχετα η ζωή μας να είναι μία μόνιμη ορμή αυτή που μάθαμε στη φυσική αλλά χωρίς την αδράνεια αλλά εμένα πάνω στο στήθος μου γράφει γαμημένη επανάσταση δεν θα έρθεις ποτέ και έχει και σημειώματα χρωστάω εκεί εκεί και εκεί μόλις πληρωθώ με το ευρωπαϊκό το ενιαίο το νόμισμα πάω και το καταθέτω στους νταβατζήδες μου μόνο που αυτοί εδώ οι νταβατζήδες δεν μου ζητάνε κορμί γιατί εγώ το κορμί γουστάρω να το δίνω μου ζητάνε ψυχή και μέλλον και κάπως έτσι γεράσαμε στα τριάντα // πάλι μου άλλαξες το θέμα για τον έρωτα μιλούσαμε //  σκέφτομαι συχνά την κοπέλα του παύλου φύσσα, ξέρεις // κοίτα να ζήσεις τη ζωή γιατί η ζωή είναι ένα δώρο // πιες τη γουλιά σου για να παραγγείλω άλλη μια γύρα γιατί αυτό που θα σου πω δεν πάει κάτω ξεροσφύρι, λίγη αιθυλική αλκοόλη ακόμα παρακαλώ μου λες πως η ζωή είναι ένα δώρο και θέλω να σου σπάσω τα μούτρα, τη φράση για τους δαναούς δεν την θυμάσαι // δεν ξέρω, στο σχολείο έκανα μόνιμα κοπάνες γιατί βαριόμουνα // εγώ δεν έκανα σχεδόν ποτέ το γούσταρα το σχολείο ξέρεις απολάμβανα τη γνώση εμένα οι πρώτες μου ερωτικές επαφές ήτανε τότε ηδονιζόμουν με τις νέες πληροφορίες εγώ έκανα έρωτα με τα μαθήματα κι έτσι έμαθα να αγαπάω αργότερα και τους άντρες γιατί ο έρωτας και η φαντασία και τα ποιήματα της σαπφούς είναι ένα τσιγάρο δρόμος αλλά πώς να τα καταλάβεις τα αρχαία ποιήματα άμα δεν ξέρεις τη γαμημένη την αττική σύνταξη και πώς να ξαπλώσεις στο πάτωμα με εραστή άμα δεν ξέρεις πώς λύνεται η εξίσωση με δύο αγνώστους // καλύτερα να φεύγουμε // σου ακούγονται ακαταλαβίστικα όλα τούτα μα άσε με να σου πω και κάτι ακόμα εγώ θα ξαναγίνω νέα όσο περνάνε τα χρόνια θα ξανανιώνω θα τα φέρω τούμπα όλα γιατί δεν αντέχει το στήθος μου θα σπάσει από ζωντάνια να τους ταράξουμε στον έρωτα γιατί έρωτας και πόλεμος ένα και το αυτό κι εγώ δεν ήξερα να πολεμάω νόμιζα ότι με τα βιβλία θα αλλάξω τον κόσμο και κάθε νύχτα λέω καληνύχτα στον κεμάλ και εκείνος μου χαμογελάει συνωμοτικά θα πολεμήσω και θα ερωτευτώ πολύ ακόμα μέχρι να πεθάνω // τελευταία γουλιά // υποσχέσου μου // τι πράγμα // πως δεν θα με αφήσεις να πεθάνω πριν γίνω ευτυχισμένη για δέκα ολόκληρα λεπτά // μόνο για τόσο // υποσχέσου μου σου λέω // υπόσχεση ιερή ενώπιον λυκίσκου και βύνης // να ορίστε φιλάω // σταυρό // όχι, φιλάω εσένα //

 

ερωτευτείτε ρε μαλάκες