sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: φυλακή

καμιά φορά διψάω για ποίηση*

και μιλάω
για τα εξάχρονα στο δημοτικό
που πετάνε
τις τσάντες κάτω
και παλεύουν
μεταξύ τους
όπως
δεν παλεύουν
οι πατεράδες τους
με την
πραγματικότητα

γιώργος δομιανός
(άτιτλο I)

οι επισκέψεις στην πρωτεύουσα
είναι στην πραγματικότητα πρότζεκτς
εργασίες δηλαδή καταστροφής στερεότυπων
κατέβηκα λοιπόν μέχρι τον πειραιά
γιατί η θάλασσα δεν είναι θάλασσα μόνο στο νησί
κατέβηκα στο λιμάνι μ’ ένα οικείο ουρλιαχτό στο στομάχι μου
και κει την είδα
κι αν θες να ξέρεις
μύριζε υπέροχα
καυσαριώδες ιώδιο
κάθισα σε μια αποβάθρα
υποκρινόμενη έναν ερχομό
τα λιμάνια δεν αφορούν τη φυγή
αλλά τον ερχομό που δεν έρχεται

στο απέναντι πεζοδρόμιο
τα μανάβικα πουλάγανε κεράσια σαν τρελά
καυσαριώδες κεράσι
και γω επιβεβαίωσα την αλήθεια
όσων έμαθα χτες
πως όχι
δεν είναι η εποχή των κερασιών
κι ύστερα σκέφτηκα
πως δεν έχω δοκιμάσει κεράσι ποτέ στη ζωή μου
το κεράσι βλέπεις κρύβει κάτι
και γω τις νύχτες ζω αγκαλιασμένη με τους φόβους μου
φυλάω τις ανασφάλειές μου θαρρείς και αποτελούν
υμένα παρθενικό της δεκαετίας του πενήντα
δεν σκοπεύω να χαρίσω τις φοβίες μου
στο πρώτο τυχόν ελκυστικό φρούτο
τουναντίον
έχω στόχο να πετάξω κάθε φόβο μου
από το μπαλκόνι του τέταρτου ορόφου του πατρογονικού μου
την πρώτη νύχτα του θανάτου μου

περπάτησα για εβδομήντα λεπτά
έμεινα μέσα στα δικαστήρια της περιοχής για σαράντα λεπτά
κι αυτή νομίζω
είναι μια πολύ πολύ κακή αναλογία

δεν μπορώ να αποφασίσω αν μου λείπουν οι πόλεις
ή αν αντίθετα
δεν έπρεπε ποτέ να γεννηθώ μέσα σ’ αυτές
προσπαθώ να εντοπίσω το αληθινό μου πρόβλημα
και συνειδητοποιώ πως το πρόβλημα έγκειται
στη συγκίνηση που ξεχύνεται από μέσα μου
όταν διαβάζοντάς τα
ενώνω φθόγγους και διφθόγγους ποιημάτων
ποιήματα που κρύβουν σε μια φράση μόνο
ψέματα ολόκληρων εποχών

ζηλεύω την αφαιρετικότητά τους
γράφω πάντα τόσα μα τόσα πολλά
γιατί είμαι τόσο αστάθμητη
που δεν μπορώ καν να αποφασίσω
τι είναι πεζό και τι ποίημα

έλεγα για τη συγκίνησή μου
που είναι αδικαιολογήτως υφιστάμενη
και ξέρω και πάλι σε αυτό το σημείο
πως αναπόφευκτα για τον εαυτό μου θα μιλήσω
υπάρχουν λέξεις που τις διαβάζω και καρφώνονται πάνω μου
σαν καρφιά σχεδόν χριστιανικά
θέλω να ρωτήσω τον κύριο τάδε πώς τα κατάφερε
και νίκησε την ηθική της εποχής της βολικής φτώχειας
μέσα από το τσιγάρο του κοριτσιού στα κτελ
κι ακόμα αν ξέρει να μου πει
σε ποιου φρούτου την εποχή ζούμε
μήπως και το ‘χω δοκιμάσει
μήπως και πατήσω πόδι σε μια έστω γαμημένη βάρκα

κάνω κουπί πατώντας στο κενό και πια κουράστηκα

ξέρετε
οι άνθρωποι με αγαπάνε
εξ αποστάσεως
μέχρι να με ζήσουνε λιγάκι
ύστερα προτιμούν να με ξαναγαπήσουν εξ αποστάσεως
γιατί γαντζώνω απάνω τους ασφυχτικά
μια μοναξιά
πολύβουη
ανέξοδη
παρθένα
και γιατί χωράω μέσα στη σιωπή
όπως ο αναπτήρας στο πακέτο με τα μείον τέσσερα τσιγάρα
καθίσταμαι έτσι μια ύπαρξη
ωσεί παρούσα εσαεί

κάθε ξημέρωμα στις τέσσερις κλείνω την τηλεόραση
αφού έχω εξιχνιάσει κάθε έγκλημα
λαβόν χώρα στις πολιτείες του νέου κόσμου που μας σύστησε ο αμέριγκο βεσπούτσι
λέω στον εαυτό μου λοιπόν
πως είναι αργά
πως η κούραση θα μου κλείσει τα μάτια
προσπαθώ να ερωτευτώ το μαξιλάρι
μα ύστερα μου μπαίνουν ιδέες πάλι

εκείνη η νύχτα
που ακούσαμε τον ρίτσο να μας απαγγέλλει τον επαναστάτη
και έκλαιγα λες και η βάρκιζα συνέβη μόλις χθες
− στην πραγματικότητα το κλάμα είχε να κάνει με την πικρή διαπίστωση πως σε αδικώ κατάφωρα γιατί σε αγαπώ παράφορα −

εκείνος ο άνθρωπος που εκτίει ποινή φυλάκισης τέρατος
αγκαλιά με την αθωότητά του

εκείνο το πρωινό
που η μάνα μου και ο πατέρας μου γέννησαν ένα μωρό
ένα μωρό που έμελλε να γίνει
το κέντρο του πληγωμένου κόσμου μας

κι ύστερα σκέφτομαι πώς θα γίνει
άλλο ένα στερεότυπο να χαλάσουμε
άλλον έναν συρμό να διαρρήξουμε
− μιλάω σε πρώτο πληθυντικό απαρεξήγητα
γιατί υπάρχει άμεση ανάγκη για μεταμόσχευση ανθρωπιάς −
όταν φτάνει κοντά να ξημερώσει εντελώς
έχω καταλήξει σε ένα σχέδιο ιδιοφυές
να αλλάξετε πρέπει οι ψυχολόγοι μια μόνο λέξη
όπου κατάθλιψη γράψτε στα τεφτέρια και στις διατριβές σας μιζέρια
κι ύστερα δείτε πώς θα ξεχωρίσουμε εν ριπή ωτός
οι εντός του κλίματος των ημερών
− άλλως μοντέρνοι −
από τους αληθινά θλιμμένους
από κείνους δηλαδή που ξυπνούν από εννιάωρο βαθύ ύπνο
με χέρια βαριά και πόδια ήδη νεκρά

ξημερώνει
και γω κλείνω επιτέλους τα μάτια
άλλος ένας λαθεμένος απολογισμός έλαβε τέλος
από αύριο
θα πατάω ξυπόλητη στα πατώματα των ξενοδοχείων
θα πεινάω τα μεσημέρια
θα κάνω πράξη τις αρχές επαγγελματικού προσανατολισμού
και ίσως
− λέω ίσως γιατί εμπιστοσύνη καμιά δεν μου ‘χω πια −
να τολμήσω να δοκιμάσω ένα κεράσι εμποτισμένο από την πίκρα της πόλης που με έδιωξε
να στείλω το φόβο μου στον αγύριστο
και να ζήσω μαζί σου σε μέρες και νύχτες
χωρίς τη χρεία βάρκας
με μόνο δυο σωσίβια φτηνά
που στην πρώτη φουρτούνα θα αχρηστευτούν
κι έτσι αναγκασμένοι θα ‘μαστε
χέρι χέρι ως την ακτή της αλήθειας μας να φτάσουμε

 

* ο τίτλος του παρόντος αποτελεί

παράφραση του στίχου του γιώργου δομιανού

καμιά φορά διψάω για σταύρωση

από τη συλλογή

δεν είναι η εποχή των κερασιών

ένας δεύτερος χριστός*

βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που κανείς ποτέ δεν τον κατάλαβε γιατί όλοι τον μισούσαν για όλα αυτά που ποτέ δεν θα κατάφερναν να νιώσουν βαθιά μέσα τους γιατί έτσι φτιαχτήκαμε οι άνθρωποι να διακοσμούμε δήθεν ευφυώς σπίτια να οδηγάμε αμάξια να αλείφουμε το κορμί μας με αισθησιακά λάδια να πεταρίζουμε τα βλέφαρα να καυλώνουμε με το γυμνό στήθος της γειτόνισσας να ονειρευόμαστε ψηλοτάβανα σπίτια μα ποτέ καλύβια με πάτωμα που κρύβει λαγούμια που σε οδηγούν στον πυρήνα της γης και από κει στα μύχια της καρδιάς αχ η καρδιά πολύπαθη και άτυχη αλλά πιο δυνατή από τις λιπόψυχες καρδιές ημών των υγιών βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που ετοιμάζεται για τη μάχη εδώ και σαράντα χρόνια όλα έτοιμα σας λέω τα παντελόνια με τις πλαϊνές τσέπες τα μαχαίρια τα βιβλία τα συνθήματα όλα έτοιμα ανέκαθεν και η μάχη δεν ήρθε ποτέ γιατί προτιμήσαμε να σπείρουμε τον κάμπο με βιολογική σοδειά που κοστίζει ένα και μισό μεροκάματο το βαζάκι παρά να χώσουμε το αλέτρι βαθιά μέσα στη γη να πληγώσουμε το χώμα για να σπείρουμε ιδέες και ύστερα περήφανα να θερίσουμε τη θύελλα του σοσιαλισμού βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που τον περιγελάσανε τον μισήσανε τον λατρέψανε και τον σκοτώσανε μόνο και μόνο για να τους επιβεβαιώσει το αναστάσιμο ψέμα του χριστιανισμού εδώ που φτάσαμε σύντροφοι νομίζω πως μόνο ο εξιστορητής της ιστορίας του ξεροκέφαλου κεμάλ θα μείνει στο τέλος ζωντανός για να μας πει κατ’ επανάληψη πως ο κόσμος ο διαβολικά πλασμένος αυτός κόσμος θα προχωράει πάντα με φωτιά και με μαχαίρι και κείνος τα ‘χε όλα έτοιμα και το μαχαίρι και τη φωτιά αλλά του ‘πανε να κάτσει σε μιαν άκρη και να κοιτάζει τη ζωή να κυλάει αργόσυρτα σε μιαν επαρχία βρώμικη γεμάτη γραμματείς και φαρισαίους θέλησε να διδάξει και να διδαχτεί μα ο κόσμος άλλαξε βιαίως και τώρα πια τους χριστούς δεν τους σταυρώνουν τώρα πια τους επαναστάτες των πιο άδειων καιρών της υφηλίου τους κρατάνε ζωντανούς δια της βίας με μηχανήματα με τη γλώσσα κομμένη και τα χέρια δεμένα με κοινωνικές συμβάσεις τι θα πει ο κόσμος το χωριό η πόλη η μάνα ο πατέρας ο τριτοξάδελφος ιούδας έτσι τώρα πια ζούνε οι χριστοί σύντροφοι ζωντανοί μα μέσα τους νεκροί για πάντα και οι μαγδαληνές τα ξεπουλήσανε όλα δώσανε σας λέω ακόμα και τα σημεία στίξης στους ρωμαίους συγκλητικούς μόνο και μόνο για να ξαναδούνε το χριστό τους να ανασαίνει και πλύνανε τα πόδια όλων των ανελεύθερων αφεντικών και γονατίσανε και ικετέψανε όλους τους αντιεισαγγελείς του κρατιδίου μόνο και μόνο γιατί μια μέρα ένα αστέρι τους οδήγησε σε μια φάτνη που γεννιότανε κάτι που αργότερα οι ανιστόρητοι το είπανε αγάπη αλλά τα δάκρυα της κάθε χαμογελαστής πουτάνας δεν αρκούνε πια σύντροφοι για να ξεπλύνουνε τη δυσωδία του καθωσπρεπισμού και φοβάμαι τόσο πολύ ότι ο κάμπος δεν θα πάρει φωτιά ποτέ γιατί οι εμπρηστές φυλακιστήκανε εκουσίως σε τύπου δ΄ φυλακές και μεις θα μείνουμε δω πάντα σκυφτοί πάντα σκελετωμένοι πάντα ανίεροι πάντα να προσδοκούμε το πέρασμα από τη νεκρά θάλασσα και πάντα να πεθαίνουμε ατελέσφοροι

*τσαφ

in dubio pro morte

το τεκμήριο αθωότητας καθιερώθηκε για πρώτη φορά μετά τη γαλλική επανάσταση στη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη του 1789 στο άρθρο 9. σήμερα κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της ευρωπαϊκής συνθήκης για τα δικαιώματα του ανθρώπου. το τεκμήριο αυτό σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος θεωρείται αθώος μέχρι αποδείξεως του εναντίου και η πολιτεία μέσω των οργάνων της οφείλει να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου, όχι ο κατηγορούμενος την αθωότητά του. απόρροια του τεκμηρίου αθωότητας είναι η αρχή της επιείκειας προς τον κατηγορούμενο. η αρχή αυτή επιβάλλει το δικαστήριο εν αμφιβολία να αποφανθεί υπέρ του κατηγορουμένου (in dubio pro reo)

(πηγή: wikipedia)

 10366295_10202610171510370_4096755527937152488_n

 

κοιτάξτε προσεκτικά παρακαλώ
τον τρόπο που ο νέος σηκώνεται από το σκουριασμένο σκαμπό
το λεπτό του ντύσιμο παρατηρείστε
το δώρο πτυχίου που καλύπτει τον καρπό του
− ηχορρύπανση βόμβας −
ανοίγει τη δερμάτινη τσάντα του
− δώρο της κοπέλας του για τη σπουδαία πρόσληψη −
τάχα καμώνεται πως ταχτοποιεί τα χαρτιά του
μέχρι να σιγουρευτεί πως ο πελάτης του
έτοιμος πια να κρεμαστεί από τη ζώνη του
ανήσυχα εφησυχασμένος γυρίζει στο κελί του
(ώρες επισκεπτηρίου αυστηρώς δύο· κανείς όμως δεν ενημέρωσε της πόλης τα πουλιά· αυτά έρχονται απρόσκλητα στα τετραγωνισμένα σιδερένια παράθυρα και ατενίζουν την ελπίδα που βγάζει φτερά και φεύγει μακριά κι αυτή)
κι ύστερα παρατηρείστε πιο προσεκτικά παρακαλώ
την ώρα που ένας κορυδαλλός ανίδεος για τη συνωνυμία
στέκεται στο παράθυρο και ανακαλύπτει αίφνης
πως δεν μπορεί να κελαηδήσει πια
ο νέος λοιπόν που ουδέποτε φέρελπις υπήρξε
βγάζει το αντισηπτικό από τη μέσα τσέπη
− την κρυφή −
και όλο επιμέλεια σκουπίζει χέρια, μάτια, λαιμό, αυτιά
αφήνοντας για πάντα την καρδιά του βρώμικη
κι ύστερα καθαρός από ενοχές και με οσμή νεκροτομείου
καληνυχτίζει φιλικά τους ανθρωποφύλακες της εννόμου τάξεως
και φεύγει γρήγορα για κάποιο μπαρ
όπου συχνάζει κάθε καρυδιάς υψηλά ιστάμενος
εκεί θα μπει, θα πιει κρασί λευκό και θα κοιτάξει την ατζέντα του
κι ύστερα από την ούρηση στο αποχωρητήριο
σίγουρος πως κανείς δεν τον κοιτάζει
θα λησμονήσει βαρεθεί τα χέρια του να πλύνει
αλλά θα θυμηθεί να ανασηκώσει το γιακά του πουκαμίσου του
− όσο πιο ψηλός ο γιακάς τόσο πιο φτηνιάρικα ακριβή η κολόνια του −
κι όταν την άλλη μέρα του τηλεφωνήσουν
να τον ενημερώσουν πως ο κρατούμενος του χτες
τάχα απροσδόκητα έθεσε τέλος στη ζωή του
δεν θα τον κυριεύσει ούτε θλίψη ούτε δάκρυ
δεν θα σταθεί καταμεσής της πανεπιστημίου να ουρλιάξει
δεν θα χτυπήσει το κεφάλι στην κολώνα της δεή
δεν θα χαθεί το βλέμμα του ψηλά ψάχνοντας τον κορυδαλλό
που δεν θα τραγουδήσει πια ποτέ
μόνο θα βάψει την ψυχή του ολόκληρη με σπρέι αντισηπτικό
που καταστρέφει δια παντός τις μνήμες
θα ακολουθήσει με το βλέμμα μια φούστα στενή
που εκείνη την ώρα θα περνάει το φανάρι απέναντι
και θα χαθεί ως πέρα στον μεγάλο εμπορικό της πόλης δρόμο
αναζητώντας βιαστικά πουκάμισα με γιακά χτισμένο από χάλυβα
πληρώνοντας όσο όσο για τα κατάλληλα ενός δικολάβου ρούχα
που προστατεύουν πλήρως όλους τους νέους αυτού του κόσμου
που ουδέποτε φερέλπιδες υπήρξαν
από την εξάπλωση του ιού της ανθρωπιάς

πετ σοπ

στέκομαι και τα κοιτάζω
μου μιλάνε
το τζάμι στέκεται εχθρικά ανάμεσά μας
− αλήθεια πόσοι από σας γνωρίζετε τη γλώσσα των κωφαλάλων −
σκαρφαλώνουν στα κατ’ ευφημισμόν παιχνίδια
που όντα του είδους μου κατασκεύασαν

πάντα νευρίαζα με το ουδέτερο γένος που δίνουν τα όντα του είδους μου
σε όποιον δεν μπορούν να φτάσουν αναφωνώντας όμφακες εισίν
− κι αυτό χωρίς να ξέρουν γρι αρχαία σανσκριτικά −
αλλά πού ξέρεις τελικά ίσως να ‘ναι το πιο αμερόληπτο των γενών
μια φούσκα φτιαγμένη από φτηνό σαπούνι η αμεροληψία
εμένα να ακούτε
που ονειρεύτηκα τη δικαιοσύνη και σπούδασα την κενότητα

δεν παίζουν καλά το ρόλο τους είναι θλιμμένα
και κανείς δεν θα θέλει αύριο το πρωί να τα αγοράσει
ζούμε όλοι σε γυάλινες βιτρίνες και πεθαίνουμε σε τζαμένιες φυλακές
αλλά πριν πεθάνω να προλάβω τούτο να σας πω
η ουσία της κοινωνίας που φτιάξαμε όλη κλεισμένη
στο βλέμμα ενός σκύλου που αργοπεθαίνει στη βιτρίνα
ενός πετ σοπ το σούρουπο μιας κυριακής

qui tacet consentit

όλοι εμείς
που προσπερνάμε βιαστικά τις κηλίδες αίματος στο δρόμο
που καταδικάζουμε τον πόλεμο μέσα σε σχολικές αίθουσες
που βγάζουμε πύρινο κήρυγμα κατά της βίας μέσα σε εκκλησίες

όλοι εμείς
που νομίσαμε ότι οι σειρήνες ηχούν μακριά μας
που πουλήσαμε την αξιοπρέπεια για την ασφάλεια
που αγοράσαμε μισοτιμής τη μισανθρωπιά

όλοι εμείς
που βουλιάξαμε σε έναν καναπέ μισοκοιμισμένοι
που πετάξαμε από το παράθυρο την αλληλεγγύη
που κάναμε τα παιδιά μας υπάκουους στρατιώτες

όλοι εμείς
που λερώσαμε με αίμα τα αβασάνιστα χέρια μας
που κάναμε σημαία μας τις σοφιστείες των αρχόντων
που κοιμηθήκαμε με υπνωτικά και δεν ξυπνήσαμε ποτέ

όλοι εμείς
που μετράμε νεκρούς λες και είναι κέρματα
που αγωνιούμε για τον καιρό και όχι για τις θάλασσες
που ευγνωμονούμε τους βιαστές μας γιατί μας άφησαν να ζήσουμε

όλοι εμείς
που σκεφτόμαστε με οδηγό μια αριθμομηχανή τσέπης
που διώξαμε τα δέντρα για να ζήσουμε στην πολυτέλεια του διοξειδίου
που ψιθυρίζουμε στον καθρέφτη ποιος είσαι εσύ δεν σε θυμάμαι

όλοι εμείς
που κλείσαμε εμετικά τον κύκλο της ανθρώπινης ζωής
που εγκαθιδρύσαμε μια νέα ανθρωπότητα τρόμου
που σπείραμε νεκρούς σε κάθε γη της υφηλίου

να ξέρετε πως πια θεατές δεν είμαστε
παρά οι φρικτοί πρωταγωνιστές της τελευταίας πράξης

τζάνκια της ομορφίνης*

 

ανάσα

*σκηνές από τα ηλιόλουστα σαββατοκύριακα της ασχήμιας

*

αν οι κλεισμένοι σε κελιά μετρούν τις μέρες της σκλαβιάς τους

γράφοντας πάνω στους τοίχους την αντίστροφη των φυλακών αλφάβητο

τότε όλοι εμείς πού πρέπει άραγε τις μέρες της αφθόνου μας σκλαβιάς να τις χαράξουμε;

σχίζω τον άνεμο τις νύχτες και τραγουδάω ανάποδα τις νότες της ελευθερίας

γύρω μου πόρτες και παράθυρα κλείνουνε σχεδόν ερμητικά

μια χαραμάδα μόνο αφήνουνε οι γείτονες σχεδόν αόρατη

ίσα για να χωρέσουν οι εφιάλτες της αστυφιλίας στο δωμάτιο να μπούνε

*

κάποτε ξέρετε στου νησιού μου τα νερά βαρύς εγκέλαδος την πόρτα χτύπησε

και όταν κάνοντας μια βόλτα να θαυμάσω την υπεροχή της φύσης καθ’ ημών

αντίκρισα το πιο υπέροχο θέαμα -τοίχοι κελιών ερείπια-

κατάλαβα πως οι σεισμοί έργο θεού του δωδεκάθεου αποτελούν

παλιές αγροτικές πετρόχτιστες και άνευ χρήσεως φυλακές

μόνο και μόνο για να δίνεις στίγμα πού είσαι φτάνεις

εδώ περνάω απ’ τις αγροτικές τις φυλακές σε ένα τέταρτο είμαι εκεί

μέσα λοιπόν στη μανία και την ολοσχερή καταστροφή

όπως αρέσκονται οι τηλεοπτικοί πομποί να την παρουσιάζουν

ξάφνου ο θεός της ομορφιάς διέταξε τις φυλακές να γκρεμιστούν

κι ύστερα έτερη εντολή εξέδωσε

στη θέση τους έχυσε θάλασσα απάτητη μέχρι χτες

κι έτσι λοιπόν έχουμε τώρα στο νησί θάλασσα αντί για φυλακές

σα να μας διατάσσει ο εγκέλαδος που αφανώς την ομορφιά υπηρετεί

να σπάσουμε τις αλυσίδες τα δεσμά τα ψέμματα και ό,τι βιδωμένους στο τσιμέντο μας κρατάει

*

εχτές μέσα στη νύχτα σίμωσε κάποια στιγμή ένα πλάσμα θεϊκό

ο θεός του ύπνου και του εφιάλτη της νυχτιάς και της αυγής

ο δημιουργός των ονειρώξεων και του ιδρώτα των πελμάτων

απόρησε που οι δυνάμεις του επάνω μου καμιά πια επιρροή δεν είχαν

αλλά κι εγώ δεν τον φοβήθηκα· πες μου μορφέα

τι σε έσπρωξε σε τούτο το περίεργο είδος βιοπορισμού;

κι εκείνος μίλησε για ώρες πολλές για όσα πριν κανείς δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει

μας βρήκε το ξημέρωμα με τον μορφέα στο σεντόνι μου να κλαίει

κάποτε ο θεός αυτός αγάπησε βαθιά με όλη του τη θεϊκή καρδιά

μία γυναίκα από τον κάτω κόσμο νεκρή μα αιωνίως ζωντανή

κι όταν εκείνη την αγάπη του αρνήθηκε εκείνος ήπιε δηλητήριο

μα αυτή του απαγόρευσε στον κάτω κόσμο

με γαλήνη νεκρική το υπόλοιπο του βίου του να ζήσει

κι έτσι οι θεοί που σαν παιδί τους τον μεγάλωσαν

του κάναν δώρο μια ζωή ενδιάμεση· μονίμως μεταβατικά να ζει

ούτε νεκρός ούτε εν ζωή μονάχα εν υπνώσει να διαβιοί

τις νύχτες να χαρίζει όνειρα σε ζώντες που ποτέ δεν έζησαν

αγκάλιασα σφιχτά τον άμορφο μορφέα

κατάλαβα πως κι οι θεοί πάντα τους θα κυνηγούν την ομορφιά

*

τα σούρουπα είναι οι μικροί θάνατοι των αστικών ζωών

βράδιαζε· τα φώτα των αυτοκινήτων φυλάκιζαν για πάντα τα αστέρια

ξάφνου χοροί και θόρυβοι και φώτα τεχνητά στον ουρανό

έσκυψα κάτω από την τέντα ανάμεσα στα κτήρια και ίσα πέρα στον ορίζοντα

κατάφερε το βλέμμα μου να φτάσει ως την πηγή της φασαρίας

βεγγαλικά ψηλά στον ουρανό δίπλα στο ενοριακό καμπαναριό

γάμος στην εκκλησία μας χαρές στα πατρικά μας

λοιπόν θαρρώ πως τα βεγγαλικά είναι μωρά που πεθαίνουν πάνω στη γέννα

μόλις φωτίζουν σβήνονται μόλις τα δεις πεθαίνουν

*

μα άνθρωποι και θεοί και όλοι μας για πάντα θα ποθούμε

στης ομορφιάς την αγκαλιά γλυκά να κοιμηθούμε

ξέρετε, έψαξα κι έμαθα πως η ομορφίνη μόνο σε ξέρες και σε βράχια ευδοκιμεί

αν θες να υμνήσεις το ωραίο είναι απαραίτητα τα ορειβατικά παπούτσια

και τα ψηλά και απάτητα βουνά είναι η πλατεία ομονοίας

για αυτούς που εθίστηκαν άνευ επιστροφής στην ομορφιά

φωτογραφία: νιώσε

τω υπερμάχω

το πεπερασμένο της ζωής μας οδηγεί σε σταυροδρόμια
δεν χωράνε όλα μέσα σε μια παρτίδα
κι έτσι άλλοι πίνουν
άλλοι κυβερνάνε
άλλοι αγαπιούνται
και άλλοι αγαπάνε

 

δεν προλαβαίνω να χωρέσω μέσα σε δυο τρεις τέσσερις σελίδες
μία πλημμύρα του μυαλού αλλιώτικη απ’ τις άλλες
το βλέμμα που θαρρείς πως δεν κοιτάζει πουθενά
είναι του ανθρώπου εκείνου που μέσα από την παρατήρηση έγινε σοφός

λοιπόν, στα κράσπεδα του άστεως των φτωχών
περιπλανήθηκα όλο τούτο το μαρτιάτικο πρωί
ανακριτής ο ήλιος μου και εφέσιμη η ποινή μου
άλλοτε βέβαια τα πεζοδρόμια ήσαν πιο φιλόξενα
-κι αν δηλαδή το δέρμα μου ήταν μελαμψό
τι θα άλλαζε σε μένα-
πάντως εγώ
ακροβατώντας επιδεικτικά ανάμεσα στους επιβήτορες του κρατικού μηχανισμού
και στους θεούς μου που εντός ναού δεν θα τους βρεις
-στέκονται αγαλματένιοι στις πλατείες·
περιστερώνες ιδεών-
απεγνωσμένες έστειλα στα σύννεφα ευχές
να ερωτοτροπήσουν λίγο ακόμα με τις στάλες της βροχής
μέχρι ο ηλιάτορας συμπέρασμα να βγάλει
αν πρέπει έγκλειστη κάπου να ζω
-τι κλινική τι φυλακή· τα κάγκελα είναι που πονάνε-
ή μήπως λόγω ανέντιμου προτέρου βίου
θα συνεχίσω το περπάτημα στα άστη και στα πέριξ
θα τυραννώ τον έρωτα κι ας ζω με την ελπίδα
πως η επιστήμη κάποτε το φάρμακο θα δώσει
με ένα χαπάκι μαγικό να μην ξαναρρωστήσω
να γίνει ο έρωτας ζωή· να μην με κρεβατώνει

απόψε ξέρεις, οι χριστιανοί σε εκκλησία θα μπούνε
της θεοτόκου οι χαιρετισμοί θε να τους ανυψώσουν
μα εγώ κοντράρω το θεό και ανάποδα ρωτάω
πότε τους αποχαιρετισμούς οι άνθρωποι θα αντέξουν

 

 

όταν οι εραστές βρουν έναν τρόπο
το τραύμα του αποχαιρετισμού
αναίμακτα να ζούνε
τότε ο έρωτας θα ‘χει
το θάνατο αναμφιβόλως
δια παντός νικήσει

poeta poetae lupus

L5_Peroulis_02

αναρωτιέμαι αν υπάρχουν ποιήματα

που πρέπει στη γέννα να τα πνίγεις

 

υπήρχε κάποτε μια εποχή που οι μαίες

ρητή εντολή από πάνω λάμβαναν

τις διαφορές στο στίχο

στο αίμα να τις πνίγουν

 

κι έτσι χωρίστηκαν οι ποιητές

οι μεν στα πεζοδρόμια

οι δε σε οικειοθελούς αυτοσυγκέντρωσης στρατόπεδα

 

οι του πεζοδρομίου ποιητές

εισπνέουν χημικά και καυσαέριο

 

και οι κλεισμένοι στα στρατόπεδα

ρίχνονται κάθε νύχτα στους θαλάμους αερίων

 

όλοι οι ποιητές ζουν ετοιμοθάνατοι

διαφέρει μόνο η ταχύτητα θανάτου

είναι γινόμενο καπνού και σκέψης

 

σημειωτέον, πως στην ποίηση το φύλο αδιάφορο είναι

-μήπως και στη ζωή έτσι δεν θα ‘πρεπε να ήταν;-

δικαίωμα στη μητρότητα έχουν όλοι, άντρες γυναίκες

σημειωτέον, πως δε λέγεται μητρότητα

αλλά σκοτάδι, πόνος, τρόμος και ζωή

 

οι του πεζοδρομίου ποιητές

απέναντί τους έχουν τις πλατείες

 

και οι κλεισμένοι στα στρατόπεδα

καταναγκαστικώς χτίζουν συρματοπλέγματα

 

οι μεν αναρωτιούνται για τους δε

ποια αρρώστια τη ζωή τους όρισε

και οι στίχοι τους τις νύχτες

το παιχνίδι της αναίρεσης

απ’ την αρχή ορίζουν

 

μια κυριακή το μήνα

οι θεοί -που από ίδιον συμφέρον μόνο υπάρχουν-

όρισαν δημοκρατικά πως πρέπει

ειρηνική ανταλλαγή των πληθυσμών

για μία μέρα χώρα να λαμβάνει

 

-και πώς αλλιώς να γραφτεί η ιστορία, αν όχι με επίφαση δημοκρατίας των λαών;-

 

κι έτσι αυτήν τη μόνη κυριακή του μήνα

οι αλητήριοι του δρόμου ποιητές

τη μέρα τους μες σε στρατόπεδα αυτοσυγκέντρωσης περνάνε

και οι έγκλειστοι που από το zyclon επιβίωσαν

ξαπλώνουν στα παγκάκια της πρωτεύουσας

 

στο τέλος αυτής της κυριακής

το ανώτατο συμβούλιο νεκρών καλλιτεχνών

πόρισμα βγάζει για τη ζωή και την πορεία των ιδεών

 

μα ακόμα και αυτοί οι ίδιοι οι ποιητές

που ανταλλάξανε το τώρα με του ύστερα τη φήμη

που εδώ και αιώνες προσπαθούν

σε ασφαλές συμπέρασμα να καταλήξουν

και που νικήσαν σε αντοχή

το θεάρεστον του γαιοσκώληκα έργον

ακόμα απόφαση δε βγάλανε

 

ποια να ‘ναι άραγε η πιο μακάβρια φυλακή

ποιο να ‘ναι ίσως το πιο αποπνικτικό κελί

και ποια να ‘ναι επιτέλους η μορφή

αυτής της ίδιας της μαμής

που όλες τις τέχνες ξεγεννάει

 

πώς είναι η ελευθερία

και πώς την ξεχωρίζεις

ανάμεσα στα ψευδοαντίγραφα

που θεοί και πολιτεύματα

εγκαθίδρυσαν;

nullum crimen nulla poena sine lege

nullum crimen nulla poena sine lege 

ο ένστολος που έχει δει το χαμόγελο της ελευθερίας

μονάχα σε φωτογραφία

 

ο σπουδασμένος, ο μορφωμένος

ο γαλουχηθείς με τις αρχές της δικαιοπολιτείας

ο κατέχων τη γνώση όλου του κόσμου

ο οικοδόμος της ιεραρχίας

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

πώς μετριούνται τα χρόνια σε ανάσες

πώς περνάνε οι μέρες μέσα σε κλουβιά

και ποιος άραγε να μπήκε

αυτόκλητος του χρόνου μετρητής

 

χαμογελάς

απάντησέ μου

γιατί χαμογελάς

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

αν κοιτάξεις πίσω από τις λέξεις

ησυχία

τάξη

ασφάλεια

αν προσπαθήσεις τελωσπάντων

ανάποδα να τις διαβάσεις

ακούγεται ένας βρυχηθμός

κι ύστερα εμφανίζεται ένα τέρας

που λόγο βγάζει

πως οι παραβάτες θα τυφεκίζονται

δια νόμου

 

μα δεν ακούς;

μισή ζωή για το αδίκημα του γέλιου

κοίταξα παντού· όλη τη νύχτα έψαχνα

σου λέω την αλήθεια

τέτοιο έγκλημα δεν στοιχειοθετείται πουθενά

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

είσαι θρασύς και ονειροπόλος

και αν είχαμε ακόμα λαιμητόμους

μπορεί ως απόψε η ζωή σου να ‘τανε

 

αλλά ευτυχήσαμε

κερδίσαμε μεγάλα δικαιώματα

ελεύθεροι σε φυλακές να ζούμε

 

κι εσύ ακόμα να απαντήσεις

προς τι το τόσο θράσος

κι εγώ ακόμα να ρωτήσω

ως πότε αντέχετε τους νόμιμους βασανισμούς

 

θράσος θράσος έχεις πολύ μεγάλο θράσος

 

βλέμμα βλέμμα έχεις πολύ καθάριο βλέμμα