sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: φως

panic street


όταν έρχεται η ώρα του

αγκαλιάζω τα γόνατα

διπλώνω τα βλέφαρα στα τέσσερα

απλώνω την τράπουλα

και ρωτώ το δύο σπαθί

πόσην ώρα τούτη τη φορά η επίσκεψή του θα κρατήσει


όταν μου χτυπάει την αρτηρία της καρδιάς

σφίγγω τα ούλα μέχρι να ματώσουνε

κατεβάζω τις κουρτίνες από το σαλόνι

σκεπάζομαι με αυτές ως τα δάχτυλα των ποδιών

ανοίγω τα φώτα

και περιμένω να με λυπηθεί ο ήλιος


όταν με επισκέπτεται ο πανικός

θαρρετά του δηλώνω πως άλλο δεν τον θέλω πια

μα ύστερα με γλύκες και με ψέματα με πείθει πάλι

μου λέει δήθεν πως ζωή δεν υπάρχει μέσα μου δίχως αυτόν

κι ύστερα κουλουριάζεται δίπλα μου

ψήνει ένα αφέψημα και φτύνει μέσα μου το δηλητήριο


δεν έρχεται ποτέ το μεσημέρι να με βρει

όταν στον ήλιο απλώνω τη μπουγάδα μου

όταν καπνίζω αμέριμνη τις έγνοιες μου

όταν τα πόδια και τα χέρια μου λογιών δουλειές σκοτώνουν

φτάνει στο σπίτι μου πάντοτε την ώρα των σκιών

και με πονηριές το αντικλείδι της πόρτας μου βρίσκει


όταν έρχεται η ώρα του πανικού

βγαίνω νύχτα αγέλαστη στο δρόμο

κόβω τα λουριά από όλους τους σκύλους της γειτονιάς

σκίζω τις αφίσες των ντόπιων τραγουδιστών της επαρχίας

στέκω μπροστά στα κηδειόχαρτα της κεντρικής οδού

και με μειδίαμα αποχαιρετώ τους άγνωστους νεκρούς


όταν φτάνει κοντά μου

μουδιάζουν τα πνευμόνια μου

ξαναγεννιέμαι και ξαναπεθαίνω μέσα σε μοναξιά οικτρή

και σίγουρη είμαι πως νύχτωσε πια για πάντα

μένω ακίνητη για ώρες που κρατούν πέντε λεπτά μονάχα

και γαντζώνω τα νύχια στο σεντόνι κράτημα από κάπου για να ‘χω


όταν έρχεται η ώρα του

βυθίζομαι σε ύπνο ακούνητο με τα μάτια ορθάνοιχτα

ξαναγράφω το λήμμα τρόμος σε όλα της υφηλίου τα λεξικά

φυτρώνουνε φτερά στα πλευρά μου

κι εγώ ίπταμαι μέχρι το άλλο ημισφαίριο

βρίσκω εκεί τον ήλιο και πίσω στην πόλη μου τον τραβάω


σε λίγα λεπτά οι αχτίδες του παραβιάζουν το παράθυρό μου

ο γείτονας ξυπνάει κάρτα για να χτυπήσει στην υπηρεσία

το βουνό απέναντί μου ανίδεα με καλημερίζει

εγώ ισιώνω το σεντόνι πάνω στο στρώμα

κι ύστερα ωσάν να μην συνέβη τίποτα

ξανά και ξανά στο φως χαμογελώ


μπαλάντα των απέξω, η

«επιδοκιμάζετε την σημερινήν δράσιν της συμμοριακής σπείρας;»

απόσπασμα από τη διαβόητη δήλωση μετάνοιας της ελληνικής δημοκρατίας


θυμήσου

να κλείσω τα στόρια να κατεβάσω τα βλέφαρα να πέσει το βράδυ βαρύ στους ώμους μου να με ζεστάνει να κλείσω τα φώτα προτού μου τα κλείσουν αυτοί να καθίσω εδώ μέσα μόνη να σκεφτώ τι να σκεφτώ τίποτα δεν έχω να σκεφτώ να καθίσω στο γραφείο μήνες έχω να καθίσω στο γραφείο να διαβάσω όχι δεν θέλω να διαβάσω να κάνω μουτζούρες όλη νύχτα πάνω στο τζάμι με κείνον το μαρκαδόρο που αγόρασα για να κάνω γκράφιτι να κλείσω κι αυτό ακόμα το φως του γραφείου με ενοχλεί το φως γιατί μου φωτίζει τα σκοτάδια απρόσκλητο στάσου να φέρω ένα κερί καλύτερα ρομαντζάδα και πατάτα βραστή κουράστηκα πια τα παρατάω να μην μιλάω σε κανέναν απαξιώνω τον ανθρώπινο διάλογο κατακρίνω τους αρχαίους δασκάλους η αξία του διαλόγου μηδενική μιλάμε μόνο για να αυτοπροβληθούμε στον έναντι ημών κουράστηκα τόσο είχατε δίκιο όλοι πεινάω κάμποσο καιρό τώρα νόμισα η πείνα θα με αγριέψει νόμισα θα γίνω θηρίο αδάμαστο εγώ και το άδειο στομάχι μου όμως κουράστηκα πείνασα έπεσα σε λήθαργο είμαι δική σας πια δεν κινούμαι μόνο ανοίγω τα στόρια το πρωί έχω το νου μου μην λερωθεί το χαλί αερίζω το πάπλωμα κι ύστερα βυθίζομαι στη λάσπη του τίποτα μέχρι το βράδυ που το κρύο με ξυπνάει από τη νάρκη όχι όχι η πείνα δεν με εξαγρίωσε η φτώχεια με έκανε αυτό που εξαρχής ήμουν κατασκευασμένη να γίνω να μένω σιωπηλή ήρεμη φρόνιμη έχασα όλη μου την οργή στη διαδρομή και τώρα κάθομαι απαλά στον καναπέ φάρδυνε το κορμί μου πήρε το σχήμα της αμαχητί παράδοσης είμαι ένας φίλος του συστήματος καρδιακός κάθομαι και παρακολουθώ το αίμα μου να χάνει το χρώμα του γίνεται απαλό πράσινο ναι ναι πράσινο το χρώμα της ελπίδας θυμάστε δεν αντέχουν τα μάτια μου στο φως με ζάλισε τούτο το κερί με κούρασε τούτη η ζωή παραδίνομαι εντάξει έχετε δίκιο μόνο μην με αναγκάσετε να μιλήσω σε κανέναν ποτέ ξανά φέρτε μου εκείνο το χαρτί να το υπογράψω απλά ύστερα αφήστε με να βυθιστώ μόνη στην εξορία μου μην με ξαναστείλετε πίσω στη ζωή γιατί δεν θα αντέξω να βλέπω την ήττα ζωγραφισμένη στο βλέμμα του αδέσποτου σκύλου της παλιάς μου γειτονιάς μάνα με θέλεις πίσω να με ταΐζεις να με πλένεις να μου χώνεις στην τσέπη τρία κέρματα για να πιω καφέ να με αγαπάς να με κοιτάζεις και να αναρωτιέσαι για το μέλλον μου με νευριάζει τούτο το γραφείο το έχω από τότε που ήμουνα μαθήτρια και όλα πήγαιναν καλά ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα θα βγω στη βροχή στο ασκούπιστο μπαλκόνι και θα το πετάξω κάτω και το γραφείο και την καρέκλα ποτέ άλλωστε δεν μπορούσα να χωρέσω σε μια καρέκλα θα το πετάξω να βρει στο κεφάλι κανέναν πρώην εχθρό γιατί τώρα πια υπογράφω να δείτε μετανοώ υπαναχωρώ και εχθρόν ουκ έχω είστε όλοι φίλοι μου σε τούτον τον πουλημένο από τα αποδυτήρια αγώνα γιατί κουράστηκα και πεινάω και διψάω και το νερό της βρύσης μου δεν πίνεται και τυλίγω αμπελόφυλλα σε χαρτοπετσέτες και τα καπνίζω και ύστερα ζαλίζομαι τόσο που δεν βρίσκω τον καναπέ μου και σωριάζομαι στο πάτωμα και σφίγγω τα δόντια για να έρθει κάποιο όνειρο για παρέα αλλά τα όνειρα είναι για τους αμετανόητους και όχι για τα ανθρωπάκια σαν και του λόγου μου κι έτσι τέρμα τα όνειρα τέρμα το πόσιμο νερό τέρμα οι νύχτες και οι μέρες και οι ζωές μια δήλωση έσχατη να κάνω πριν σβήσω και αυτό ακόμα το κερί απόψε δεν θα καθίσω στον καναπέ θα κοιμηθώ με τα μάτια ανοιχτά καθιστή σε μιαν άβολη καρέκλα θα κρατήσω τα μάτια μου ανοιχτά μέχρι να κλάψουν ακουσίως θα θυμηθώ όλα αυτά που με δημιουργήσανε ό,τι έζησα ό,τι δεν τόλμησα να κάνω όσους στέκονται ακόμα εδώ και παλεύουν όσους υπογράψανε τη μετάνοιά τους και τώρα ζούνε τρισευτυχισμένοι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στρουθοκάμηλων θα κάνω νοητό αντιχριστιανικό μνημόσυνο για τα κορμιά που κείνται στο καταγάλανο αιγαίο γιατί φταίξανε που θελήσανε να ζήσουνε κι ύστερα ποιος ξέρει ίσως σηκωθώ από την άβολη καρέκλα ίσως ανάψω μέρα μεσημέρι όλα τα φώτα του σπιτιού και του κτιρίου ολόκληρου και φωνάξω ελάτε να τα σβήσετε μόνοι σας κόψτε μου το ρεύμα κόψτε μου το φαγητό κόψτε μου βρώση πόση αέρα πάρτε πνευμόνια συκώτια μάτια αλλά όχι βλέμματα κάποια δήλωση ήθελα να κάνω αλλά την ξέχασα δεν έχει πια καμία σημασία τίποτα δεν έχει σημασία μόνο η μνήμη που αναζωπυρώθηκε απόψε ξύπνησε το θηρίο όχι από φτώχια όχι από πείνα όχι από απόγνωση απλά να θυμήθηκα το μέλλον που έρχεται κατά πάνω μας και λέω να είμαι παρούσα όταν έρθει έρχεται σας λέω ακούστε με έζησα στο σκοτάδι των κεριών κι έτσι ξέρω πως το φως έρχεται όχι τα αμπέρ που δεν πληρώνουμε αλλά εκείνο το άλλο το ελευθέριο φως που κοντέψαμε να το ξεχάσουμε ότι υπάρχει υπάρχει ρε υπάρχει ξεκινάει από τα κορμιά μας φτάνει στον ορίζοντα και καταλήγει σε μιαν έκρηξη φαντασμαγορική έσβησα το κερί μου τρέμω από φόβο κι από κρύο αλλά θυμήθηκα ζωντάνεψα τα χείλη μου κινήθηκαν φιλώ το τζάμι του γραφείου γεμίζω σκόνες τα χαλιά σκάβω το πάτωμα θάβω τον καναπέ και ξεκινώ πορεία προς τα εκεί που προορίζομαι μετά βασάνων όρθια να φτάσω·

ελάτε

*φωτό από niwse

χρόνια καλά λίαν

τέτοιες ξυπνάδες όμως πέρασι δεν έχουνε σ’ εμάς
τους χριστιανούς. «ανέγνως, αλλ’ ουκ έγνως· ει γαρ έγνως,
ουκ αν κατέγνως» απαντήσαμεν αμέσως

κ. π. καβάφης, ουκ έγνως, 1928

 

όλα βαίνουν καλώς λίαν
προτού ο θεάνθρωπος για ένα νανοσεκόντ ξαναγεννηθεί
στις αγκαλιές των νεοφώτιστων πατεράδων κλαίνε οι αλήθειες

όλα βαίνουν καλώς λίαν
κατεβάσαμε από το πατάρι τα στολίδια της εσαεί γιορτής
κατόπιν ανεβήκαμε μεις κουτρουβαλώντας για να κρυφτούμε

όλα βαίνουν καλώς λίαν
οι πόλεις και τα χωριά βυθιστήκανε στο άπλυτο φως
σε κάθε τζάκι πλούσιο καίει λευκός καπνός ανυπαρξίας

όλα βαίνουν λίαν καλώς
νύχια βαμμένα ποιήματα σκισμένα τσιγάρα σβησμένα
τα ζώα της φάτνης μάς ζέσταναν τα συσπασμένα μέτωπα

όλα βαίνουν καλώς λίαν
στολίστηκαν τα βλέφαρά μας την ένδεια της ζωής μας
φωτιά στους μάγους τροφή στα ζώα κρεμάλα στον ηρώδη

του άι-δημήτρη

να ακούσεις αυτό

ανάποδα την τύχη μου φορώ και ανίερα τα θεία προσκυνώ

λοιπόν ας το παραδεχτώ· το θάρρος της αλήθειας μου ας έχω

ίσως ποτέ δεν μ’ άρεσε η όσια του κόσμου σας θρησκεία

μέσα σε κέντρα εξάρτησης πίνετε δήθεν του αθανάτου νάμα

γονατιστοί ενώπιον ίσων σας –ποιος μοίρασε ρομφαίες;-

 

οι εξομολόγοι της ζωής κι οι δικαστές του άγιου τίποτα

του λάθους μας και του πάθους μας και της ελευθερίας

μέσα στα ράσα τους ασφυκτιούν και λησμονούν τον ήλιο

γιατί το φως μες στους ναούς σε ακτίνες αδιάφορες διασπάται

και ο ουρανός απέρχεται το άπλετο της φύσεως γαλάζιο

 

γίνεται γέρων αυστηρός που θέτει όρους σε υιοθετημένα τέκνα

αν θες γιος μου να ‘σαι θα ζεις ασκητικά· εν οίκω όχι εν δήμω

κι εσείς οι θυγατέρες μου σκεπάστε τα άγια στήθη με μαντήλια

κι εκείνος που σταυρώθηκε ας μείνει εσαεί θύμα των ρωμαίων

ειμί το φως, η οδός ειμί, η απάντηση που στόματα σφραγίζει

 

μα εγώ δεν κάλεσα κανέναν φύλακα το στόμα να μου κλείσει

τα επιφωνήματα του δύσπιστου είναι η δική μου αθανασία

εξάλλου εδώ σας κάλεσα για άλλο λόγο· βαρυτάτης σημασίας·

ιδού ο νυμφίος, ο λούσιφερ, ο άλιωτος, ο άγιος μου δημήτρης

κάλεσμα απευθύνει σε όλους εμάς με σαύρες και με δράκους

 

φίλοι να γίνουμε ξανά· όπως παλιά, τότε που η κόκκινη φυλή

τους κεραυνούς και τις βροντές σε χέρια ανθρώπινα απόθεσε

και αιώνες ολάκερους μετά οι μύθοι ακόμα παραμένουν εν ζωή

έτσι προτείνω να χτιστούν νέοι ναοί, ο καθείς με τον δικό του

και ανέμελα όλοι να λατρεύουμε ό,τι τα βράδια μας σταυρώνει

υπέρ παρτίδος

δον κιχώτης_2

ζω σε μια χώρα πάνλαμπρη στυγνή και δοξασμένη

οι κάτοικοι των πόλεων ξυπνάνε τους χειμώνες

ανάβουν τα τσιγάρα τους και κλαίνε ανυπαιτίως

στης νικοτίνης τη γιορτή ακάλεστοι σιμώνουν

 

και μη θαρρείς πως στα χωριά πιο όμορφα ξημερώνει

γιατί στον ανοιχτό ουρανό της φτώχειας νέφη φτάνουν

αν κάποιος πιο άνετα βιοί είν’ ίσως τα μουλάρια

άζευγα ανολοκλήρωτα και με το νου στο χόρτο

 

της χώρας μου οι κάτοικοι αενάως ρημαγμένοι

πενθούν τον ήλιο καίγονται διαβάζουν το κοράνι

ορδές ενστόλων θάβουνε των έφηβων τα νιάτα

φέτος οι κάμποι στέρεψαν λιγόστεψαν τα ψάρια

 

σε στέρφα αμπελοχώραφα από παντού ηττημένοι

σε υπογείων διασυρμών υπόσχεση δοσμένοι

αναζητούν σωτήρα νιο κατέχοντα τη λύση

πίνοντας δίχως να κερνούν του πεύκου τα τραγούδια

 

οι άστεγοι των πόλεων γυρεύουν χαρακίρι

-μνημόνιο και μνημόσυνο ταυτόσημο και αχρείο-

μιμνήσκουν εποχές παλιές να ζήσουνε τις δόξες

όταν ο πλούσιος κι ο φτωχός αδερφικά πεθαίναν

 

στη χώρα μου την πάνλαμπρη που στέγνωσε κι εχάθη

οι άνθρωποί της βούτηξαν στου κέρματος τη λήθη

κι αναζητάνε τη χαρά σε ξηλωμένες τσέπες

λησμόνησε ο κόσμος πια τι είναι η ζωή η καθάρια

 

της χώρας μου οι κάτοικοι αενάως ρημαγμένοι

πενθούν τον ήλιο καίγονται διαβάζουν το κοράνι

ορδές ενστόλων θάβουνε των έφηβων τα νιάτα

φέτος οι κάμποι στέρεψαν λιγόστεψαν τα ψάρια

 

σε στέρφα αμπελοχώραφα από παντού ηττημένοι

σε υπογείων διασυρμών υπόσχεση δοσμένοι

αναζητούν σωτήρα νιο κατέχοντα τη λύση

πίνοντας δίχως να κερνούν του πεύκου τα τραγούδια

 

και οι λίγοι που αρνηθήκανε ψυχές να εμπορευτούνε

κλειστήκαν στα λευκά κελιά του νου και του ονείρου

στων πόλεων τις στέγες που δεν έχουν κεραμίδια

κοιμήθηκαν υψώνοντας του τίποτα σημαίες

 

να τους περιγελάς λαέ τους νέους σου παρίες

κι ύστερα σε ταβέρνα εσύ τραγούδα τους καημούς σου

λαέ εσύ που δεν τολμάς στον ήλιο να φωνάξεις

κι έτσι ατελέσφορα έδωσες στο σκότος την πνοή σου

 

της χώρας μου οι κάτοικοι αενάως ρημαγμένοι

πενθούν τον ήλιο καίγονται διαβάζουν το κοράνι

ορδές ενστόλων θάβουνε των έφηβων τα νιάτα

φέτος οι κάμποι στέρεψαν λιγόστεψαν τα ψάρια

 

σε στέρφα αμπελοχώραφα από παντού ηττημένοι

σε υπογείων διασυρμών υπόσχεση δοσμένοι

αναζητούν σωτήρα νιο κατέχοντα τη λύση

πίνοντας δίχως να κερνούν του πεύκου τα τραγούδια

poeta poetae lupus

L5_Peroulis_02

αναρωτιέμαι αν υπάρχουν ποιήματα

που πρέπει στη γέννα να τα πνίγεις

 

υπήρχε κάποτε μια εποχή που οι μαίες

ρητή εντολή από πάνω λάμβαναν

τις διαφορές στο στίχο

στο αίμα να τις πνίγουν

 

κι έτσι χωρίστηκαν οι ποιητές

οι μεν στα πεζοδρόμια

οι δε σε οικειοθελούς αυτοσυγκέντρωσης στρατόπεδα

 

οι του πεζοδρομίου ποιητές

εισπνέουν χημικά και καυσαέριο

 

και οι κλεισμένοι στα στρατόπεδα

ρίχνονται κάθε νύχτα στους θαλάμους αερίων

 

όλοι οι ποιητές ζουν ετοιμοθάνατοι

διαφέρει μόνο η ταχύτητα θανάτου

είναι γινόμενο καπνού και σκέψης

 

σημειωτέον, πως στην ποίηση το φύλο αδιάφορο είναι

-μήπως και στη ζωή έτσι δεν θα ‘πρεπε να ήταν;-

δικαίωμα στη μητρότητα έχουν όλοι, άντρες γυναίκες

σημειωτέον, πως δε λέγεται μητρότητα

αλλά σκοτάδι, πόνος, τρόμος και ζωή

 

οι του πεζοδρομίου ποιητές

απέναντί τους έχουν τις πλατείες

 

και οι κλεισμένοι στα στρατόπεδα

καταναγκαστικώς χτίζουν συρματοπλέγματα

 

οι μεν αναρωτιούνται για τους δε

ποια αρρώστια τη ζωή τους όρισε

και οι στίχοι τους τις νύχτες

το παιχνίδι της αναίρεσης

απ’ την αρχή ορίζουν

 

μια κυριακή το μήνα

οι θεοί -που από ίδιον συμφέρον μόνο υπάρχουν-

όρισαν δημοκρατικά πως πρέπει

ειρηνική ανταλλαγή των πληθυσμών

για μία μέρα χώρα να λαμβάνει

 

-και πώς αλλιώς να γραφτεί η ιστορία, αν όχι με επίφαση δημοκρατίας των λαών;-

 

κι έτσι αυτήν τη μόνη κυριακή του μήνα

οι αλητήριοι του δρόμου ποιητές

τη μέρα τους μες σε στρατόπεδα αυτοσυγκέντρωσης περνάνε

και οι έγκλειστοι που από το zyclon επιβίωσαν

ξαπλώνουν στα παγκάκια της πρωτεύουσας

 

στο τέλος αυτής της κυριακής

το ανώτατο συμβούλιο νεκρών καλλιτεχνών

πόρισμα βγάζει για τη ζωή και την πορεία των ιδεών

 

μα ακόμα και αυτοί οι ίδιοι οι ποιητές

που ανταλλάξανε το τώρα με του ύστερα τη φήμη

που εδώ και αιώνες προσπαθούν

σε ασφαλές συμπέρασμα να καταλήξουν

και που νικήσαν σε αντοχή

το θεάρεστον του γαιοσκώληκα έργον

ακόμα απόφαση δε βγάλανε

 

ποια να ‘ναι άραγε η πιο μακάβρια φυλακή

ποιο να ‘ναι ίσως το πιο αποπνικτικό κελί

και ποια να ‘ναι επιτέλους η μορφή

αυτής της ίδιας της μαμής

που όλες τις τέχνες ξεγεννάει

 

πώς είναι η ελευθερία

και πώς την ξεχωρίζεις

ανάμεσα στα ψευδοαντίγραφα

που θεοί και πολιτεύματα

εγκαθίδρυσαν;

«γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα»

‘’καθαρότατον λιο προμηνοσε τς αγς τ δροσάτο στερο στέρι,

σύγνεφο, καταχνιά, δν περνοσε τ’ ορανο σ κανένα π τ μέρη,

καπ κε κινημένο ργοφυσοσε τόσο γλυκ στ πρόσωπο τ’ έρι,

πο λς κα λέει μς στς καρδις τ φύλλα:

γλυκει ζω κι θάνατος μαυρίλα‘’

Διονύσιος Σολωμός

 1797286_10203085477003903_541174521_n

Κάθε που ανοίγει ο καιρός εγώ θυμάμαι το Διονύσιο Σολωμό. Και συγκεκριμένα αυτό το ποίημά του που περιγράφει την ημέρα της Λαμπρής.

 

Στις εκδρομές που κάναμε οικογενειακώς με το αυτοκίνητο όταν ήμουν ακόμα παιδί -ο καύσωνας στο φουλ, ο κλιματισμός άγνωστη λειτουργία για το Lada, το στομάχι εχθρός των εμπειριών μου από τότε, οι εικόνες από τα τοπία της χώρας να εναλλάσσονται γρήγορα, ο αδερφός μου να ρωτάει και να μαθαίνει με εκνευριστική ευκολία ποτάμια, λίμνες, νομούς και πρωτεύουσες, εγώ να ρωτάω πότε φτάνουμε για να κατέβω τρεκλίζοντας από το αυτοκίνητο- στις εκδρομές λοιπόν αυτές που τόσο έντονα έχουν χαραχτεί στη μνήμη μου, οι γονείς μου δεν άκουγαν τα τραγούδια που άκουγαν οι υπόλοιποι γονείς. Πάνω που οι φίλοι μου μάθαιναν τα καινούρια της Βίσση, τα καψούρικα του Τερζή και τα ποπ του Καλλίρη, οι δικοί μου ανακάλυπταν κάποια παλιά κασέτα των Χειμερινών Κολυμβητών, τις επιτυχίες του Γρηγόρη Μπιθικώτση –αραμπάς περνά με τη βλάμισσα ακουγόταν από το κασετόφωνο και να μην καταλαβαίνω το χριστό μου- τη μελοποίηση σε ποιήματα του Διονύσιου Σολωμού που έκανε ο Νίκος Ξυδάκης. Ειδικά αυτή η κασέτα καρφώθηκε στη μνήμη μαζί με τα τοπία από τους καταρράκτες της Έδεσσας και το γεφύρι της Άρτας. Θυμάμαι με τι δέος ακούγαμε την ιστορία του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄, που οι Τούρκοι τον αποκεφάλισαν μπροστά στην Ωραία Πύλη της Αγίας Σοφίας, μέσα από την αφήγηση του Σολωμού και τη φωνή του Ξυδάκη, και κατόπιν ακούγαμε την εξιστόρηση του συμβάντος και με κάπως πιο απλά λόγια, και πώς μου ‘ρχότανε χριστούλη μου να κλάψω κάθε φορά με τον παπά που βρήκε τόσο τραγικό και ένδοξο θάνατο. Άσε που νόμιζα ότι ο Ξυδάκης είναι ο Σολωμός ο οποίος είχε ζήσει τα γεγονότα από κοντά, ωστόσο ζούσε μέχρι τις μέρες μας. Απλή παιδική λογική.

 

Μα πάνω από όλα τα ποιήματα του Σολωμού, η περιγραφή της ημέρας του Πάσχα έμπαινε κάθε φορά ορμητικά στο κεφάλι μου από τις κερκόπορτες των αυτιών και έφτιαχνε τη φωλιά της σε μια γωνιά του μυαλού μου. Για πρώτη ίσως φορά άκουγα λόγια που ανάβλυζαν μουσική, έβλεπα τον ουρανό να λάμπει, άκουγα τα πουλιά, αφουγκραζόμουν τον αέρα που φυσούσε απαλά και δίδασκε ότι η γαμημένη η ζωή είναι τόσο ωραία, τραγουδούσα τους στίχους κι ας μην καταλάβαινα όλες τις λέξεις, την είχα αυτή τη συνήθεια από μικρή βλέπεις, ό,τι άγνωστο να το μάθω, ό,τι απάτητο να το κατακτήσω, όποιο δώρο γνώσης τύχαινε να βρω στο δρόμο μου να το κρατήσω με ευλάβεια.

 

Αυτοί οι στίχοι του Σολωμού βγαίνουν από το στόμα μου κάθε φορά που αντικρίζω τον ήλιο να λάμπει σε πείσμα των καιρών και να συγκρούεται μετωπικά με το μέσα μου. Ποιος ήλιος ρε, ποιο φως και ποια ποίηση, εδώ πεθαίνουμε, κάθε πρωί σηκωνόμαστε σαν τους βρικόλακες από τα κρεβάτια μας και σερνόμαστε σε ολόκληρη την πόλη -για ποιο λόγο άραγε και για ποιο σκοπό;- μια ηλιόλουστη κατασκότεινη πόλη η Αθήνα, κάθε μέρα τα νέα είναι όλο και χειρότερα, είμαστε ένας πίνακας της Δ.Ε.Η., κάθε μέρα πέφτει κι από ένας διακόπτης, κάθε μέρα σβήνει κι από ένα φως, πλησιάζει η μέρα του απόλυτου σκοταδιού, κοίτα τριγύρω σου, διατάζω τον εαυτό μου, κοίτα όσο προλαβαίνεις, φωτογράφιζε και ύστερα κάνε τις φωτογραφίες λόγια, γράφε, γράφε για να μην ξεχαστούν όλα όσα ζούμε, να ξέρει ο κόσμος που θα έρθει μετά από μας, να μπορέσει να ζήσει ομορφότερα, κράτα σημειώσεις για το Μεσαίωνα του δυτικού πολιτισμού, τίποτα άλλο δεν είσαι παρά μια μάγισσα που κάθε μέρα της καίνε κι από ένα μέλος, ξέρεις αυτή είναι η διαφορά του δικού μας Μεσαίωνα, δεν μας καίνε μια κι έξω να τελειώνουμε, αλλά προτιμούν τον αργό θάνατο, και πρώτα πρώτα το θάνατο του χαμόγελου.

 

Παραλήρημα. Ήλιος εναντίον Λογικής.

 

Ο Σολωμός στο ποίημά του μιλάει για τον ερχομό της ημέρας του Πάσχα, γεγονός που με άφηνε κομματάκι αδιάφορη από μικρή, γιατί Πάσχα σήμαινε ότι θα βάψουμε αυγά και θα αποκτούσα καινούρια λαμπάδα, και στο εσωτερικό σύστημα αξιών μου τα λόγια του ποιήματος δεν ταυτίζονταν με τα καλαματιανά και τα τσάμικα που θα χορεύαμε στην αυλή την Κυριακή του Πάσχα. Τώρα πια, που από τις ημέρες του Πάσχα κρατάω το αντάμωμα με τη γιαγιά στο χωριό που πάτησε φέτος τα εκατό και τα εγκώμια της Μεγάλης Παρασκευής που ψέλνουμε όλοι μαζί -χωριό και ψάλτες, ψάλτες και χωριό, ένα και το αυτό είναι άλλωστε- το ποίημα για την ημέρα του Πάσχα μιλάει ακόμα πιο βαθιά μέσα μου, σ’ ένα κομμάτι μου που ξέρει τη μουσική αλλά δεν ξέρει να σας πει τις νότες, σ’ ένα κομμάτι μου που κοιτάζει τον ήλιο κατάματα Φλεβάρη μήνα, σ’ ένα κομμάτι μου που βγαίνει στο μπαλκόνι και φωνάζει άντε γαμήσου εργατιά, σ’ ένα κομμάτι μου που κάποτε νοστάλγησε το φως πιο πολύ από το καλημέρα, σ’ εκείνο το κομμάτι μου που δηλώνει αντιρρησίας της πραγματικότητας, την γκρεμίζει και την ξαναφτιάχνει από την αρχή με μόνα υλικά τις ακτίνες του ήλιου, τα δάχτυλα των εραστών και τα ποιήματα που διαβάστηκαν από λίγους.

 

Η αλήθεια σου κρύβεται στην πρώτη εικόνα που ξεπροβάλλει μπροστά σου μόλις κλείσεις τα μάτια σου. Το φως ξεπετάγεται μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Ο Σολωμός έγραφε με δάκρυα στα μάτια ακούγοντας την πολιορκία του Μεσολογγίου από το λόφο του Στράνη, κι εκεί που έπεφταν τα κορμιά άψυχα απέναντι γράφονταν λέξεις που θα καρφώνονταν σαν σφαίρες πάνω στο κορμί της ανθρώπινης ιστορίας, για να θυμούνται οι άνθρωποι και να θυμίζουν οι ποιητές πως το αίμα [δεν] είναι λεκές που δεν ξεπλένεται.

 

Είμαι πάλι δέκα χρόνων. Το αυτοκίνητο προχωράει εν μέσω 40 βαθμών Κελσίου στο θεσσαλικό κάμπο. Τρώμε ψωμοτύρι, ο αδερφός μου μαθαίνει νεράκι τους νομούς της Θεσσαλίας κι εγώ παίζω δηλωτή με το στομαχικό ίλιγγο. Από το κασετόφωνο ακούγεται Τσιτσάνης· σερσέ λα φαμ και το μυαλό μου παλεύει να κάνει μετάφραση σε μια γλώσσα αμετάφραστη, γιατί είναι η γλώσσα του κόσμου ολόκληρου, της Καρδίτσας και της Βαστίλης, της Φλώρινας και της Καλιφόρνια, των Καλαβρύτων και του Σύδνεϋ, της μάνας, του παππού και των μωρών που πρόκειται να γεννηθούν, όπου κι αν γεννηθούν, ό,τι όνομα κι αν τους δώσουν, σε όποιον άγιο κι αν τα τάξουν, ό,τι θερμοκρασία κι αν έχει έξω.

Θυμάμαι τα πρόσωπα των γονιών μου· σχεδόν αμέριμνα. Σχεδόν χαμογελαστά. Λες και δεν έχουν προβλήματα. Φυσικά κάνω λάθος.

Θα ξαναζήσω ποτέ έτσι; Θα ξαναπάω εκδρομή σχεδόν χαμογελώντας; Θα [ξανά]γράψει κανείς για την ανάσταση; Την ανάσταση αυτής εδώ της ζωής, αυτού εδώ του τόπου, των ανθρώπων που ζούμε εδώ, που κλαίμε χωρίς δάκρυα, που αγαπάμε χωρίς αντίκρισμα, που μεγαλώσαμε με Μπακιρτζή, που θα πεθάνουμε από τα χημικά που μας πετάνε να φάμε κάθε που οι δρόμοι ανάβουν και οι καρδιές τραγουδάνε, πως είναι γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα;

Εμείς θα ζήσουμε, ρε.

μονο*δια*λογος

1624446_10202990649833283_297950891_n

όλα θα γίνουνε καλύτερα, θα δεις

χωράει άραγε η ελπίδα στο συγκριτικό βαθμό;

 

η πιο ευτυχισμένη της ζωής μου στιγμή

τι σχήμα έχει η χαρά;

 

όταν ξυπνάς να χαμογελάς γιατί ομορφαίνεις

όχι άλλα καλλιστεία του κρεβατιού

 

κλεφτές ματιές στου ανελκυστήρα τον καθρέφτη

τι σκέφτεσαι ανάμεσα σε δυο ορόφους;

 

βλέπω στον ύπνο μου πίδακες αίματος

καταδικάστε τους ονειροκρίτες

 

παραιτούμαι αφεντικό απ’ της απόλυσης το δίκιο

το άδικο έβγαλε ρίζες στο στομάχι μου

 

όταν μιλάτε για θεούς φαντάζομαι το δία να θυμώνει

ανεξιθρησκίας το ανέκδοτο

 

νερό, τηλέφωνο και φως πώς θα πληρώσω;

ίσοι σε πληρωμές και ανύπαρκτοι σε απολαβές

 

σε άλλη ερώτηση δεν θέλω ν’ απαντήσω

όποιος κατάλαβε το μάτι συνωμοτικά μόνο να κλείσει

 

αν έχω να ρωτήσω κάτι; ναι

πόσα φιλιά χαράμισες στου φόβου το αποκούμπι;

küchenschabe

a1

κι αν τελικά αυτό που μας κρατάει στη γη δεν είναι βάρος αλλά φόβος;

 

κι αν τελικά τα δέντρα όλα μαζί σε σχήμα δάσους μεγαλώνουν

-ενδιάμεσα κομμάτια ανάμεσα σε γη και ουρανό-

γιατί τη μοναξιά των φύλλων τους κανένα δεν αντέχει;

 

κι αν ίσως ο αστροναύτης που πατάει στη σελήνη

-και καμιά σημαία μαζί του δεν κουβαλήσει-

μονάχα ένα γράμμα ερωτικό σ’ έναν κρατήρα μέσα αφήσει;

 

κι αν την ώρα που καθάρια σε κοιτάζω

-δεν ξέρω στ’ αλήθεια να μιλώ, μόνο το κοίταγμα-

δεν εκραγεί η λάμπα της πλατείας αλλά εσύ;

 

κι αν ό,τι εσύ αποτυχία θεωρήσεις

-ρυθμοί από τη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου-

σε μένα σαν νίκη στις άκρες του πολέμου καταγράφεται;

 

συγγνώμη για τα ερωτηματικά

αλλά με τον καιρό τα αγάπησα απ’ τις τελείες πιο πολύ

 

όμως τώρα την αλήθεια θα σου πω για μένα

-δεν ελπίζω· δεν θυμάμαι βλέπεις τι είναι η ελπίδα-

χαμογελώ από σιγουριά και όχι αμηχανία

 

το πρόσωπό μου στον καθρέφτη εκρήγνυται κάθε πρωί

-μέχρι το βράδυ έργα συντήρησης τα συνεργεία κάνουν-

τα χείλη μου θαρρώ το πιο αυθάδες σημείο πως είναι

 

λοιπόν, ας καταργήσουμε τους ορισμούς

-τη γλώσσα μορς θα ‘θελα μόνο να μου μάθεις-

ξέρεις, τα γκλοπς αγράμματα από συναισθήματα είναι

 

και κάτι τελευταίο ακόμα θα σου πω

-η Ελευθερία είναι άντρας, μπορώ να στο αποδείξω-

κάποτε ήταν τα Ψαρά, μετά ο Άη-Στράτης, και σήμερα τα ίδια μας τα δάχτυλα

 

και ξέρω τώρα πια πως όταν επιτέλους όλα χαθούν

από ένα μικρό και καυτερό φυτό όλα μπορούν να ξαναγεννηθούν

 

για την Τηλεπαθητική Αγωγή

του Maurice Labrador

πρωτότυπο #2015

ξανά ποτέ

 

IMG_0990

ξαναπιάνω το μολύβι

ελαφρύ τρέμουλο

ξαπλώνω στο εφηβικό μου κρεβάτι

τρέχουν εικόνες

έρχονται από το μέλλον

 

εσύ μετανιώνεις για το μέλλον

εγώ πάλι για το παρελθόν

 

διάτρηση εγκεφάλου

οι εικόνες πλημμύρισαν το δωμάτιο

 

δεν θα μιλήσω

δεν θα ρωτήσω

δεν θα ουρλιάξω

δεν θα λυγίσω

 

αλλά έτσι έπρεπε

εσύ έκανες την αρχή

εσύ έγραψες και το τέλος

 

γράφω τους υπότιτλους της τελευταίας σκηνής

 

προτού σβήσουν τα φώτα

 

η πανσέληνος του νησιού μπαίνει απ’ το παράθυρο

πώς να αμυνθώ στο φεγγάρι;

οι τοίχοι ραγίζουν

το τσιγάρο καίγεται μόνο του

θρηνεί για το ανόητο τίποτα

το ταβάνι ψηλώνει

 

κάνω μια βόλτα στη σκοτεινή πλευρά

όλα είναι ήσυχα εδώ

η άβυσσος ατάραχη

συνεχίζει να κρύβει τη βρωμιά του έρωτα

τώρα πια φτύνω τις εικόνες με σάλιο πικρό

ο πόνος και η ιεροσυλία

είναι η αιτία και το αιτιατό

το ψυγείο βουίζει

το χέρι γράφει

το μυαλό γυρνάει αριστερόστροφα

 

διάολε, τελευταία σκηνή και δεν έχω δάκρυα!

 

είμαι εδώ, ολόκληρη.

κι εσύ είσαι πια νεκρός.