sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: φόβος

πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία*

διατηρώ την τηλεόραση ανοιχτή όλη μέρα
θέλω να με τρομοκρατήσεις όσο αντέχεις
θέλω να νιώσω το φόβο να μπαίνει κάτω από το πετσί μου
να ρέει στο αρρωστημένο μου αίμα
να κάθεται στα νεφρά μου
κι ύστερα να περπατάω διπλωμένη από τον πόνο στα δύο
και άρα σκυφτή για πάντα

προσπαθώ να βρω το φόβο μέσα μου
αλλά τα μόνα πράγματα που φοβάμαι
είναι αν θα νιώθω ασφυξία την ώρα που θα με θάβουν
αν κάποια στιγμή θα βολευτώ με τρόπο εκκωφαντικό
σε μια ζωή χαρούμενη ακροπατώντας στα ρηχά
και κυριότερα
αν ξημερώσει μια μέρα που δεν θα μου κρατάς το χέρι
στον καύσωνα στους μείον δύο
και κάτω από την ανθισμένη αμυγδαλιά σου

ξέρετε
σήμερα απαίτησα από μια τράπεζα ιδιωτική
χτισμένη από το αίμα των νεκρών σας
να εκτελέσει έργο για το οποίο υποχρεούται
κι όταν μου επικαλέστηκαν το τάχα χάος
μετ’ ευκολίας απεκδύθηκα την κατ’ επίφαση ευγένεια
και φώναξα μέσα από τη γραμμή
σε κάποιον συνομήλικό μου ίσως
πως εργάζεται με τρόπο τόσο σώφρονα
για κάποιον που τρέφεται από τον ιδρώτα όλων μας
κι ύστερα ένιωσα ελεύθερη
τόσο ψεύτικα ελεύθερη
γιατί η αληθινή ελευθερία θα σήμαινε
να έφτανα ως το γραφείο του υπαλλήλου των πεντακοσίων
ευρώ
να τον έπαιρνα από το χέρι με ορμή
και μέχρι το μεσημέρι να πίναμε κρύο ρακόμελο κάπου στην πόλη

να μην σπέρνω το διχασμό μου ψιθυρίζουν στο ακουστικό
μα εγώ είμαι ήδη αλλού
αποθηκεύω σε βαζάκια δάκρυα αντάρτη από τη βάρκιζα
φυλάσσω σε τρόπο δροσερό τις στάχτες όσων
από κάποια ταράτσα του κλεινόν άστεως για τελευταία φορά ανάσαναν
συντάσσω παράνομες εξώδικες διαμαρτυρίες
όσων νομίμως κλοτσηδόν απολυθήκανε
γιατί του αφεντικού το δίκιο
ήτανε τόσα χρόνια ο νέος της βαρύτητας κανόνας
κερδίζει πάντοτε η βαρυτέρα τσέπη
πεθαίνει πάντα ο φτωχός στο τέλος του παραμυθιού

κι έτσι τώρα λύσιν άλλη δεν κατέχω
παρά τον βάναυσό σας διχασμό
γιατί έφτασε νομίζω πια η ώρα
η ήρα από το στάρι και ο αμνός απ’ το ερίφιο
ξέχωρα έξω από το παραβάν να στέκουν
ανήκω βλέπετε σε κείνους τους ανόητους
τους στους αιθέρες πάντοτε πετώντες
που διατυμπανίζουνε ψευδώς και εν γνώσει τους
πως η ρόζα γράφτηκε για μια ηρωίδα
κι όχι για μια κοπέλα που τάχα μου
βαθιά τον στιχουργό κάποτε πλήγωσε
κι έτσι πλημμυρισμένη από ευτυχία και άγνοια μαθηματικών
με ανακούφιση δηλώνω πως όχι δεν καταλαβαίνω
ούτε το συν ούτε το πλην ούτε κυρίως τους αγκυλωτούς κανόνες
και έτσι ανέτοιμη και με το χέρι πάντα δίπλα στο δικό σου
διαλέγω όρθιο το κεφάλι
άδειο το στομάχι
τρύπια την τσέπη
και ελεύθερη για πάντα την καρδιά

*στίχος του άλκη αλκαίου

Advertisements

καμιά φορά διψάω για ποίηση*

και μιλάω
για τα εξάχρονα στο δημοτικό
που πετάνε
τις τσάντες κάτω
και παλεύουν
μεταξύ τους
όπως
δεν παλεύουν
οι πατεράδες τους
με την
πραγματικότητα

γιώργος δομιανός
(άτιτλο I)

οι επισκέψεις στην πρωτεύουσα
είναι στην πραγματικότητα πρότζεκτς
εργασίες δηλαδή καταστροφής στερεότυπων
κατέβηκα λοιπόν μέχρι τον πειραιά
γιατί η θάλασσα δεν είναι θάλασσα μόνο στο νησί
κατέβηκα στο λιμάνι μ’ ένα οικείο ουρλιαχτό στο στομάχι μου
και κει την είδα
κι αν θες να ξέρεις
μύριζε υπέροχα
καυσαριώδες ιώδιο
κάθισα σε μια αποβάθρα
υποκρινόμενη έναν ερχομό
τα λιμάνια δεν αφορούν τη φυγή
αλλά τον ερχομό που δεν έρχεται

στο απέναντι πεζοδρόμιο
τα μανάβικα πουλάγανε κεράσια σαν τρελά
καυσαριώδες κεράσι
και γω επιβεβαίωσα την αλήθεια
όσων έμαθα χτες
πως όχι
δεν είναι η εποχή των κερασιών
κι ύστερα σκέφτηκα
πως δεν έχω δοκιμάσει κεράσι ποτέ στη ζωή μου
το κεράσι βλέπεις κρύβει κάτι
και γω τις νύχτες ζω αγκαλιασμένη με τους φόβους μου
φυλάω τις ανασφάλειές μου θαρρείς και αποτελούν
υμένα παρθενικό της δεκαετίας του πενήντα
δεν σκοπεύω να χαρίσω τις φοβίες μου
στο πρώτο τυχόν ελκυστικό φρούτο
τουναντίον
έχω στόχο να πετάξω κάθε φόβο μου
από το μπαλκόνι του τέταρτου ορόφου του πατρογονικού μου
την πρώτη νύχτα του θανάτου μου

περπάτησα για εβδομήντα λεπτά
έμεινα μέσα στα δικαστήρια της περιοχής για σαράντα λεπτά
κι αυτή νομίζω
είναι μια πολύ πολύ κακή αναλογία

δεν μπορώ να αποφασίσω αν μου λείπουν οι πόλεις
ή αν αντίθετα
δεν έπρεπε ποτέ να γεννηθώ μέσα σ’ αυτές
προσπαθώ να εντοπίσω το αληθινό μου πρόβλημα
και συνειδητοποιώ πως το πρόβλημα έγκειται
στη συγκίνηση που ξεχύνεται από μέσα μου
όταν διαβάζοντάς τα
ενώνω φθόγγους και διφθόγγους ποιημάτων
ποιήματα που κρύβουν σε μια φράση μόνο
ψέματα ολόκληρων εποχών

ζηλεύω την αφαιρετικότητά τους
γράφω πάντα τόσα μα τόσα πολλά
γιατί είμαι τόσο αστάθμητη
που δεν μπορώ καν να αποφασίσω
τι είναι πεζό και τι ποίημα

έλεγα για τη συγκίνησή μου
που είναι αδικαιολογήτως υφιστάμενη
και ξέρω και πάλι σε αυτό το σημείο
πως αναπόφευκτα για τον εαυτό μου θα μιλήσω
υπάρχουν λέξεις που τις διαβάζω και καρφώνονται πάνω μου
σαν καρφιά σχεδόν χριστιανικά
θέλω να ρωτήσω τον κύριο τάδε πώς τα κατάφερε
και νίκησε την ηθική της εποχής της βολικής φτώχειας
μέσα από το τσιγάρο του κοριτσιού στα κτελ
κι ακόμα αν ξέρει να μου πει
σε ποιου φρούτου την εποχή ζούμε
μήπως και το ‘χω δοκιμάσει
μήπως και πατήσω πόδι σε μια έστω γαμημένη βάρκα

κάνω κουπί πατώντας στο κενό και πια κουράστηκα

ξέρετε
οι άνθρωποι με αγαπάνε
εξ αποστάσεως
μέχρι να με ζήσουνε λιγάκι
ύστερα προτιμούν να με ξαναγαπήσουν εξ αποστάσεως
γιατί γαντζώνω απάνω τους ασφυχτικά
μια μοναξιά
πολύβουη
ανέξοδη
παρθένα
και γιατί χωράω μέσα στη σιωπή
όπως ο αναπτήρας στο πακέτο με τα μείον τέσσερα τσιγάρα
καθίσταμαι έτσι μια ύπαρξη
ωσεί παρούσα εσαεί

κάθε ξημέρωμα στις τέσσερις κλείνω την τηλεόραση
αφού έχω εξιχνιάσει κάθε έγκλημα
λαβόν χώρα στις πολιτείες του νέου κόσμου που μας σύστησε ο αμέριγκο βεσπούτσι
λέω στον εαυτό μου λοιπόν
πως είναι αργά
πως η κούραση θα μου κλείσει τα μάτια
προσπαθώ να ερωτευτώ το μαξιλάρι
μα ύστερα μου μπαίνουν ιδέες πάλι

εκείνη η νύχτα
που ακούσαμε τον ρίτσο να μας απαγγέλλει τον επαναστάτη
και έκλαιγα λες και η βάρκιζα συνέβη μόλις χθες
− στην πραγματικότητα το κλάμα είχε να κάνει με την πικρή διαπίστωση πως σε αδικώ κατάφωρα γιατί σε αγαπώ παράφορα −

εκείνος ο άνθρωπος που εκτίει ποινή φυλάκισης τέρατος
αγκαλιά με την αθωότητά του

εκείνο το πρωινό
που η μάνα μου και ο πατέρας μου γέννησαν ένα μωρό
ένα μωρό που έμελλε να γίνει
το κέντρο του πληγωμένου κόσμου μας

κι ύστερα σκέφτομαι πώς θα γίνει
άλλο ένα στερεότυπο να χαλάσουμε
άλλον έναν συρμό να διαρρήξουμε
− μιλάω σε πρώτο πληθυντικό απαρεξήγητα
γιατί υπάρχει άμεση ανάγκη για μεταμόσχευση ανθρωπιάς −
όταν φτάνει κοντά να ξημερώσει εντελώς
έχω καταλήξει σε ένα σχέδιο ιδιοφυές
να αλλάξετε πρέπει οι ψυχολόγοι μια μόνο λέξη
όπου κατάθλιψη γράψτε στα τεφτέρια και στις διατριβές σας μιζέρια
κι ύστερα δείτε πώς θα ξεχωρίσουμε εν ριπή ωτός
οι εντός του κλίματος των ημερών
− άλλως μοντέρνοι −
από τους αληθινά θλιμμένους
από κείνους δηλαδή που ξυπνούν από εννιάωρο βαθύ ύπνο
με χέρια βαριά και πόδια ήδη νεκρά

ξημερώνει
και γω κλείνω επιτέλους τα μάτια
άλλος ένας λαθεμένος απολογισμός έλαβε τέλος
από αύριο
θα πατάω ξυπόλητη στα πατώματα των ξενοδοχείων
θα πεινάω τα μεσημέρια
θα κάνω πράξη τις αρχές επαγγελματικού προσανατολισμού
και ίσως
− λέω ίσως γιατί εμπιστοσύνη καμιά δεν μου ‘χω πια −
να τολμήσω να δοκιμάσω ένα κεράσι εμποτισμένο από την πίκρα της πόλης που με έδιωξε
να στείλω το φόβο μου στον αγύριστο
και να ζήσω μαζί σου σε μέρες και νύχτες
χωρίς τη χρεία βάρκας
με μόνο δυο σωσίβια φτηνά
που στην πρώτη φουρτούνα θα αχρηστευτούν
κι έτσι αναγκασμένοι θα ‘μαστε
χέρι χέρι ως την ακτή της αλήθειας μας να φτάσουμε

 

* ο τίτλος του παρόντος αποτελεί

παράφραση του στίχου του γιώργου δομιανού

καμιά φορά διψάω για σταύρωση

από τη συλλογή

δεν είναι η εποχή των κερασιών

κι ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει

»Όταν έχω να κρίνω ανάμεσα σ’ ένα παιδί 15 χρόνων, που πετάει μολότωφ, κι έναν τριαντάρη εκπαιδευμένο αστυνομικό, που κρατάει πιστόλι, εγώ είμαι με το μέρος του παιδιού και όχι του αστυνομικού. Εκτιμώ βαθύτατα ένα παιδί που εξεγείρεται και βγαίνει στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί, έστω κι αν υπερβάλλει, έστω και αν κρατάει μολότωφ. Και δεν εκτιμώ καθόλου έναν αστυνομικό που το πυροβολεί. Ό,τι και αν έχει γίνει, όπως και αν έχουν τα πράγματα, θεωρώ τραγικό λάθος την αθώωση του αστυνομικού. Και πολύ κακό μήνυμα, που στέλνουμε στα νέα αυτά παιδιά, το υγιέστερο κομμάτι της κοινωνίας μας, που δεν έχει ακόμη διαφθαρεί, όπως εμείς. »

[Ο Μάνος Χατζιδάκις εν έτει 1990 μιλά για τη δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Μιχάλη Καλτεζά από τον αστυνομικό Αθανάσιο Μελίστα. Εντωμεταξύ, εν έτει 2014 και κατά τη διάρκεια των απολογιών ενώπιον των ανακριτών των νεοναζί βουλευτών και μελών της εγκληματικής οργάνωσης που ευθύνεται για το θάνατο αθώων και για τα πογκρόμ κατά πολλών περισσότερων κάποιοι άνθρωποι συγκεντρώνονται έξω από το Εφετείο εν είδει διαμαρτυρίας για την προφυλάκιση των φασιστών.]

10470928_677407822329035_4363966819359641633_n

// τα παιδιά κάτω στον κάμπο δεν μιλάν με τον καιρό // ο δρόμος κλεισμένος πάλι από κλούβες // μόνο πέφτουν στα ποτάμια για να πιάσουν το σταυρό // χρυσοί σταυροί κρέμονται από τους λαιμούς // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγούν έναν τρελό // μπροστά μου ένα ανθρωπάκι // τον επνίγουν με τα χέρια και τον καίνε στο γυαλό // δολοφόνοι με ύφος αδικημένου πολίτη //

 // έλα κόρη της σελήνης κόρη του αυγερινού // εικοσάχρονα κορίτσια με μπλούζες πίτμπουλ // να χαρίσεις στα παιδιά μας λίγα χάδια του ουρανού // ο ουρανός προσπαθεί να κρυφτεί από τα σκοτάδια της λουκάρεως // τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγάνε τους αστούς // αντί να τους κυνηγάμε εμείς μας σφάζουν αυτοί // πετσοκόβουν τα κεφάλια από εχθρούς και από πιστούς // υπολογίζω τα κρυμμένα μαχαίρια στις τσέπες //


// τα παιδιά κάτω στον κάμπο κόβουν δεντρολιβανιές //
μυρίζει θάνατο η πόλη των περιπολικών // και στολίζουν τα πηγάδια για να πέσουν μέσα οι νιες // περνάω ανάμεσά τους δεν σας φοβάμαι ρε // τα παιδιά μες τα χωράφια κοροϊδεύουν τον παπά // σας κοιτάζω όλους κατάματα // του φοράνε όλα τα άμφια και τον παν στην αγορά // μάτια άδεια τσιγάρα που δεν καίνε μυαλά που μυρίζουν στάχτη

// έλα κόρη της σελήνης έλα και άναψε φωτιά // πού πήγαν οι φλεγόμενες καρδιές μας // κοίτα τόσα παλληκάρια που κοιμούνται στη νυχτιά // ο παύλος και ο σεχτζάτ είναι αδέρφια μου // τα παιδιά δεν έχουν μνήμη τους προγόνους τους πουλούν // πατρίδα μου σε μισώ // και ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει γιατί ευθύς μελαγχολούν // ούτε φόβος ούτε θλίψη μόνο μίσος //

φωτογραφία: νιώσε

κοινόν αυτάδελφον

BiczBMgIYAA62b4

φώναξα ώσπου πια να μην με ακούει κανείς

ούρλιαξα ώσπου πια κανείς να μην αντέχει τις κραυγές μου

τυλίχτηκα μέχρι πάνω με τη φωτιά από τα σωθικά μου έτσι που έντερα να μην έχω πια

γιατί χαλάσανε πια τα ζωτικά μου όργανα, με απαρνηθήκανε

με διώξανε από το κορμί μου

να περιπλανιέμαι σε πλατείες που ζητήσανε το οξυγόνο που τους ανήκει

να περιπλανιέμαι σε νεκροτομεία εφήβων

να μοιράζω το φιλί της ζωής που κανέναν ποτέ δεν ζωντάνεψε

 

εγώ είμαι ο έφηβος που σκότωσες

εγώ είμαι το παιδί που θα γεννήσει αύριο η γυναίκα σου

εγώ είμαι ο γιος του αφεντικού σου

εγώ είμαι όλα τα παιδιά που δεν πρόλαβαν να καταλάβουν

που κανείς ποτέ δεν τους εξήγησε

πως οι πατέρες των εκκλησιών μας φλόμωσαν με ψέμμα

 

γρήγορα πείτε σε όλα τα παιδιά την άμωμο αλήθεια

όλοι τους λέτε για το δώρο της ζωής

μα για τους δαναούς σας τσιμουδιά

 

θέλω παιδιά που με φόβο να γεννιούνται

θέλω παιδιά που με δακρυγόνα να αντρώνονται

θέλω παιδιά καταληψίες της μήτρας και του νου

 

θέλω παιδιά που φωτιές μόνο θα βάζουνε

θέλω φωτιές που στα σχολεία θα ζυγώνουν

θέλω τις νύχτες οι αϋπνίες να βασανίζουνε

κάθε κακόμοιρο που ίσως πίστεψε

πως πρόκειται να έχει αύριο

σκοτώνοντας την ίδια τη ζωή

μονο*δια*λογος

1624446_10202990649833283_297950891_n

όλα θα γίνουνε καλύτερα, θα δεις

χωράει άραγε η ελπίδα στο συγκριτικό βαθμό;

 

η πιο ευτυχισμένη της ζωής μου στιγμή

τι σχήμα έχει η χαρά;

 

όταν ξυπνάς να χαμογελάς γιατί ομορφαίνεις

όχι άλλα καλλιστεία του κρεβατιού

 

κλεφτές ματιές στου ανελκυστήρα τον καθρέφτη

τι σκέφτεσαι ανάμεσα σε δυο ορόφους;

 

βλέπω στον ύπνο μου πίδακες αίματος

καταδικάστε τους ονειροκρίτες

 

παραιτούμαι αφεντικό απ’ της απόλυσης το δίκιο

το άδικο έβγαλε ρίζες στο στομάχι μου

 

όταν μιλάτε για θεούς φαντάζομαι το δία να θυμώνει

ανεξιθρησκίας το ανέκδοτο

 

νερό, τηλέφωνο και φως πώς θα πληρώσω;

ίσοι σε πληρωμές και ανύπαρκτοι σε απολαβές

 

σε άλλη ερώτηση δεν θέλω ν’ απαντήσω

όποιος κατάλαβε το μάτι συνωμοτικά μόνο να κλείσει

 

αν έχω να ρωτήσω κάτι; ναι

πόσα φιλιά χαράμισες στου φόβου το αποκούμπι;

σελίδα δεκατρία, εικόνα τρίτη

283227_4285835779002_1939992038_n

από τα μεγάφωνα ακούγεται ένας βρυχηθμός

δεν με νοιάζει μη σε νοιάζει τι τους νοιάζει

απαγορεύεται να περπατήσεις μες στην πόλη

χωρίς να ακούς τους βρυχηθμούς του τέρατος

που πνίγεται από τα ίδια του τα υγρά

*

το καθεστώς

έτσι το λεν στις συνελεύσεις

-εγώ καλύτερα με τη λέξη τέρας αγκαλιάζομαι-

αντάλλαξε τις μουσικές με τις κραυγές

-καλπάζει η ανεργία στους μουσικούς-

 

ίσως στο τέλος τέλος

οι μαθητές του μέλλοντος πιο τυχεροί από μας να είναι

γιατί μπορεί στα σχολικά βιβλία της ιστορίας

μόνο εικόνες να περιέχονται

φωτογραφίες μωρών, ανέργων και νεκρών

 

και τότε όλοι εμείς θα στριμωχτούμε

ιστορική ανάγκη οι συνωστισμοί

σε μια λεζάντα μιας φωτογραφίας

ο πληθυσμός ανήμπορος τη μοίρα του εδέχθη

σελίδα δεκατρία εικόνα τρίτη· βλέπετε την ανημποριά;

 

και μόλις η κουβέντα στην τάξη θα φουντώνει

στην πρώτη ερώτηση γιατί από κάποιον μέτριο μαθητή

ο δάσκαλος θα ψάχνει δήθεν τα χαρτιά του

μήπως και την απαίσια απάντηση αναβάλει

αλλά το βλέμμα απορίας θα παραμένει

 

κι έτσι ακουσίως ο δάσκαλος

θα αναγκάζεται απόκριση να δώσει

γιατί δεν κάναν τίποτα;

γιατί παιδιά μου η αλήθεια είναι

πως φοβήθηκαν·

 

πιστεύω στα σχολεία του μέλλοντος

οι μαθητές το μάθημα πως θα ορίζουν

θα μπλέκονται η ιστορία με τη φιλοσοφία

και του πολίτη η αγωγή με νότες στο πεντάγραμμο θα γίνεται

κι οι μαθηματικοί θα ξέρουνε τη θάλασσα να ζωγραφίζουν

 

και μην ξεχάσω να σας πω

πως μέχρι τότε η γεωγραφία

ποτάμια, λίμνες και βουνά θα αναφέρει

και στων παιδιών τους νέους χάρτες που θα μοιράζονται

ως σύνορο μοναδικό ο ορίζοντας θα υπάρχει

*

άξαφνα μελωδία πλημμύρισε τους ματωμένους δρόμους

κάποιος ανέβηκε παράνομα στης πόλης μας τους στύλους

άλλαξε την κασέτα που από τα μεγάφωνα κραυγές ξερνούσε

και ακούστηκε ύστερα από μήνες

-μήνες πολλούς, βαριούς και άκαπνους-

 

τραγούδι αέναο από το μέλλον μας φερμένο

κάποιος τραγούδαγε

πως όπου να ‘ναι

τα σύνορα και οι μαχαιριές

ταυτόχρονα απ’ τους χάρτες θα σβηστούν

küchenschabe

a1

κι αν τελικά αυτό που μας κρατάει στη γη δεν είναι βάρος αλλά φόβος;

 

κι αν τελικά τα δέντρα όλα μαζί σε σχήμα δάσους μεγαλώνουν

-ενδιάμεσα κομμάτια ανάμεσα σε γη και ουρανό-

γιατί τη μοναξιά των φύλλων τους κανένα δεν αντέχει;

 

κι αν ίσως ο αστροναύτης που πατάει στη σελήνη

-και καμιά σημαία μαζί του δεν κουβαλήσει-

μονάχα ένα γράμμα ερωτικό σ’ έναν κρατήρα μέσα αφήσει;

 

κι αν την ώρα που καθάρια σε κοιτάζω

-δεν ξέρω στ’ αλήθεια να μιλώ, μόνο το κοίταγμα-

δεν εκραγεί η λάμπα της πλατείας αλλά εσύ;

 

κι αν ό,τι εσύ αποτυχία θεωρήσεις

-ρυθμοί από τη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου-

σε μένα σαν νίκη στις άκρες του πολέμου καταγράφεται;

 

συγγνώμη για τα ερωτηματικά

αλλά με τον καιρό τα αγάπησα απ’ τις τελείες πιο πολύ

 

όμως τώρα την αλήθεια θα σου πω για μένα

-δεν ελπίζω· δεν θυμάμαι βλέπεις τι είναι η ελπίδα-

χαμογελώ από σιγουριά και όχι αμηχανία

 

το πρόσωπό μου στον καθρέφτη εκρήγνυται κάθε πρωί

-μέχρι το βράδυ έργα συντήρησης τα συνεργεία κάνουν-

τα χείλη μου θαρρώ το πιο αυθάδες σημείο πως είναι

 

λοιπόν, ας καταργήσουμε τους ορισμούς

-τη γλώσσα μορς θα ‘θελα μόνο να μου μάθεις-

ξέρεις, τα γκλοπς αγράμματα από συναισθήματα είναι

 

και κάτι τελευταίο ακόμα θα σου πω

-η Ελευθερία είναι άντρας, μπορώ να στο αποδείξω-

κάποτε ήταν τα Ψαρά, μετά ο Άη-Στράτης, και σήμερα τα ίδια μας τα δάχτυλα

 

και ξέρω τώρα πια πως όταν επιτέλους όλα χαθούν

από ένα μικρό και καυτερό φυτό όλα μπορούν να ξαναγεννηθούν

 

για την Τηλεπαθητική Αγωγή

του Maurice Labrador

πρωτότυπο #2015

Αναίμακτοι

[Νύχτα. Μέσα στην ανυποψία της βραδιάς ένα μπουλούκι δερμάτινοι άνθρωποι έχουν στριμώξει σ’ ένα στενό είκοσι άτομα. Ένα άσχημο όχημα τους λούζει με φώτα ομίχλης. Ο φόβος κόβει βόλτες ανενόχλητος. Σ’ ένα μπαλκόνι κάποιος ξέχασε το ράδιο ανοιχτό. Νωρίτερα, όλη η πόλη είχε βγει στα μπαλκόνια. Ήθελαν όλοι να δουν τη βροχή των αστεριών. Το ραδιόφωνο έπαιζε, δήθεν ξεχασμένο. Μα κανείς δεν πεθαίνει δίχως μουσική.]

 

να μας κοιτάς με ένταση στα μάτια

εμάς τους ξένους τους δικούς σου

που στεκόμαστε έτσι, ανήμποροι και αναίμακτοι

τα χνούδια της δικής σου απάνθρωπης ρουφήχτρας.

 

λουζόμαστε στο φως· γι’ αυτό το φως ήρθαμε

μα τώρα μας λούζουν φώτα άσχημα

τα κίτρινα φώτα σας θα μας σκοτώσουν

μας καίνε το βλέμμα· παίρνουμε φωτιά.

 

Ένας γέρος φοβήθηκε

μια μάνα όρθωσε το κορμί της

ένα παιδί κοίταξε ψηλά.

Τα αστέρια ανενόχλητα

κυλούσαν, έπαιζαν, φώτιζαν

πώς μπορούν;

 

Το άσχημο αυτοκίνητο μούγκρισε

οι δερμάτινοι- σαν ψεύτικοι!- άνθρωποι δεν κούνησαν βλέφαρο

ψίθυροι παντού· μη φοβάστε

μη φοβηθείτε

μη

 

Ένας άντρας φώναξε «η ζωή μας!»

μα κανείς δεν τον άκουσε.

Σωριάστηκε. Ψιθύρισε ξανά «η ζωή μας».

Κανείς δεν τον κατάλαβε. Ήταν μια φωνή

βαριά, σχεδόν ξεχασμένη, φερμένη από μακριά.

Κάπου, από ένα βουνό της Ασίας.

Κάπου, από μια βουνοκορφή του Ολύμπου.

 

Κοίταξαν ψηλά, μετά χαμηλά

μα στο τέλος τους κοίταξαν στα μάτια

Θύμωσε ο θάνατος με τούτη την αναίδεια

πυρ

 

[Την επόμενη μέρα η πόλη έσφυζε από ζωή. Κανένα σημάδι πουθενά. Μόνο μια μικρή ξεχασμένη κηλίδα πάνω σ’ ένα πεζοδρόμιο. Δεν την είδε κανείς. Η πόλη θρηνούσε. Οι άνθρωποι χαμογελούσαν, μα το τσιμέντο έκαιγε. Ήταν η νύχτα των αστεριών, που θα σημάδευε για πάντα τούτη την άσχημη πόλη.]

άνοδος των μυρίων, η

1208747_10200888393947007_499785804_n

 

Άκου. Άμα είναι να πούμε αλήθειες τότε να μην φοβηθούμε. Άκουσέ με. Μην κοιτάς που χαμογελάω όλη μέρα σαν ηλίθια, μην κοιτάς που σου γελάω συνωμοτικά και σου λέω δεν έχω κάρτα, θα σου κάνω αναπάντητη όταν έρθω- άλλο που εσύ, κανενός παπά ευαγγέλιο, πήγες και μου αγόρασες μονάδες για να έχω στο κινητό- το νιώθω πως πάμε κατά διαόλου. Κάτι αλλάζει προς το χειρότερο. Θυμάσαι που λέγαμε ότι ο πάτος δεν έχει πάτο; Κατεβαίνουμε κι άλλο. Αργά, υγρά, βασανιστικά. Η κάθοδος των μυρίων της εποχής μας και δεν βρέθηκε ένας ιστορικός της προκοπής να την καταγράψει. Ένας πελοποννησιακός και κλείσαμε. Είπαμε να μην το βάλουμε κάτω αλλά ψάχνω να ελπίσω σε κάτι και καταντάω να ακούω έξω φωνή τους Κερκυραίους που ξημεροβραδιάζονται ανάμεσα στη σύγχυση και το γέλιο και να διαβάζω από την ανάποδη- το πίσω μπρος, αν έχεις το θεό σου– τον Επαναστατημένο Άνθρωπο του Αλμπέρ μήπως βρεθεί και κάτι ακόμα για οξυγόνωση. Κανένας δεν ήθελε να τελειώσει ο Αύγουστος και μόνο εγώ ήθελα να γυρίσω στην Αθήνα, με κούρασε η νωχέλεια, να γυρίσω στη δουλειά μου, να σιγουρευτώ ότι ακόμα έχω δουλειά, ο ένας απολύθηκε, ο άλλος ετοιμάζεται για έξω, ο τρίτος θα δουλεύει πια τρεις μέρες και τις υπόλοιπες θα αναρωτιέται γιατί ανέβηκε η μυωπία του τρεις βαθμούς μέσα στο Μετσόβιο τόσα χρόνια, ρε στραβώνει το πράγμα ολοένα και πιο πολύ, δεν το βλέπετε; Κι ύστερα βγαίνεις μια βόλτα στις γειτονιές το σούρουπο και βλέπεις κόσμο στα μαγαζιά, χαμός, φέρε μπύρες να πιούμε, έχει ο θεός, μαλάκα μου αλήθεια έλεγε ο άλλος, λεφτά υπάρχουν, και πιο πολύ από όλα με πειράζει που ακόμα πιστεύουν σε θεούς και δαίμονες όλοι αυτοί οι άνθρωποι, κι άμα τους πεις λίγο στην πλάκα λίγο σοβαρά πως πάνω από τα σύννεφα είναι τα αστέρια, πιο πάνω η στρατόσφαιρα και πιο κει άλλα σύμπαντα, αλλά τίποτα το θεϊκό γιατί θεοί είμαστε μόνο εμείς οι ίδιοι, ο θεός κατάγεται από τον πίθηκο ρε μάγκες, σε στήνουν στον τοίχο και σε πυροβολούν, πάει αυτή αποτρελάθηκε, κάπου έχει μπλέξει. Δεν αντέχουν μάτια μου οι άνθρωποι να νιώσουν πως είναι μόνοι, οι μόνοι υπεύθυνοι για τη ζωή τους, κλείνουν τα μάτια στην αλήθεια, καλά όλοι το κάνουμε αυτό δε λέω, αλλά καμιά φορά που ανοίγω τα μάτια μου ορθάνοιχτα στην καταιγίδα μετά τον τρόμο έρχεται η απελευθέρωση, αλήθεια σου λέω, δοκίμασέ το έστω μια φορά, είναι ωραίο, σα να κάνεις έρωτα φαντάσου.

Ωραία και τα νησιά και οι θάλασσες και τα τοπία και τα φαγητά αλλά εγώ φέτος έψαχνα για [α]γωνίες. Κοιτούσα τους ανθρώπους στα μάτια, λαχταρούσα να δω την αγωνία στο βλέμμα τους, γιατί από την αγωνία γεννιέται ο ελεύθερος, από τη γωνία ξεπηδά η ιδέα και η σκέψη, μην τα στρογγυλεύετε όλα ρε παιδιά, άμα έχεις γωνίες μαθαίνεις να είσαι ευλύγιστος, άμα είσαι στρογγυλός κουτρουβαλάς από τις κατηφοριές αδιάφορα και μόνο ο θάνατος σε σταματάει κι ούτε που νιώθεις πόνο ή χαρά, απλά κατρακυλάς. Στις εσοχές και τις εξοχές σου είναι που πληγώνεσαι, κι άμα πληγώνεσαι παλεύεις να επουλωθείς, κι άμα μαθαίνεις να παλεύεις μαθαίνεις να νικάς.

Είπαμε, θα σου πω αλήθειες. Με κυριεύει ο φόβος πολλές φορές, όχι τις νύχτες, οι νύχτες με αγαπάνε γιατί τους χαρίζομαι, αλλά είναι κάτι πρωινά που φοβάμαι, οδηγώ και σκέφτομαι γιατί να μην υπάρχει και έκτη και έβδομη ταχύτητα, ο συμπλέκτης σταματάει στην πέμπτη και μετά τι; Δεν υπάρχει τίποτα άλλο μετά, κι αυτό είναι που με κάνει να κλαίω, η ανυπαρξία του μετά.

Η πιο μισητή λέξη της δεκαετίας είναι η λέξη μέλλον. Τη φοβόμαστε γιατί την καταστρέψαμε. Κι αυτή μας εκδικείται γιατί της στερήσαμε το λόγο ύπαρξης.

Κι έτσι τι κάνουμε οι άνθρωποι; Ξαναγυρνάμε πίσω. Στον κουβά του παρελθόντος. Κι ούτε μαθαίνουμε απ’ αυτό, ούτε το αγαπάμε, ούτε συμφιλιωνόμαστε. Αναμασάμε τις ίδιες έχθρες ξανά και ξανά, ξανανάβουμε φωτιές από χρόνια σβησμένες μπας και νιώσουμε λίγη ασφάλεια, την οικειότητα του ξανά και ξανά καμένου δάσους. Δεν μας νοιάζει που είναι καμένα τα δέντρα, φτάνει που ξέρουμε πώς είναι, το έχουμε ξαναζήσει, παίζουμε στο γήπεδό μας. Μα για αναδάσωση ούτε λόγος.

Κοίτα δεν σου κρύβομαι. Φοβάμαι. Είναι που φέτος στο διάβα μου από Αιγαίο και Ιόνιο είδα πολλούς με κάτι σβάστικες στο μπράτσο και κάτι ελληνικές σημαίες- κουρελόπανα, πανάθεμά τα- και με έπιασε μια θλίψη. Συνομήλικοι. Θα μπορούσαμε να πίναμε χυμό μαζί και να γελάμε με τους μαλάκες τους παλιούς που κύλησαν αίμα την Ευρώπη και όχι μόνο γιατί δεν είδαν ποτέ στ’ αλήθεια τι είναι αυτό που τους φταίει στις ζωές τους. Μα τι χυμό να πιεις με βλέμμα κενό απέναντί σου; Κι εγώ πια, έλεος, το στόμα μου δεν ξέρω να το κλείνω, βγαίνω από τα ρούχα μου και παλεύω να εξηγήσω σε αυτιά που δεν ακούνε πια γιατί έχουν βουλώσει οι φλέβες και οι αρτηρίες και οι αδένες από κακία ότι η αγάπη και η ελευθερία θα με στείλουν στον αγύριστο πριν την ώρα μου, ναι το ξέρω ότι η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή ρε βλάκες ηδονιστές, αλλά δεν με νοιάζει αν είναι μικρή ή μεγάλη, με νοιάζει να είναι όμορφη.

Κι από ειρωνεία; Πού να στα λέω. Πόσες φορές άκουσα και φέτος από φίλους και γνωστούς και συγγενείς και αγνώστους και εχθρούς για τις βλακείες που κάθομαι και γράφω, για τις χαζές μου τις ιδέες, για τα όνειρά μου που είναι τόσο μα τόσο ηλίθια, μια χαρά κορίτσι είσαι, έχεις τη δουλίτσα σου, έχεις τις σπουδές σου, θα κάνεις κι έναν καλό γάμο κι όλα τα άλλα να πα’ να γαμηθούν, τι τα θες και τα σκαλίζεις μωρέ όλα αυτά, εμείς διαβάζουμε ό,τι λες και γελάμε πολλές φορές, μην ασχολείσαι και μην πωρώνεσαι, ούτε στη δουλειά σου κάνει καλό αυτό, και μέσα σε όλα αυτά ένας πατέρας που μου χαμογελάει συνωμοτικά, μην σταματήσεις να γράφεις μου λέει, κι εγώ σηκώνω και πάλι κεφάλι, εντάξει, ήσουν ποτέ με τις πλειοψηφίες για να είσαι και τώρα ή νοιάστηκες ποτέ αν σε λένε τρελή και αλλοπαρμένη; Άστους μωρέ. Ου γαρ οίδασιν.

Χαμόγελο.

Εντάξει τώρα που στα είπα πάνω κάτω νιώθω καλύτερα.

Εξάχνωση φόβου θα το ονομάσω το φαινόμενο.

Καλύτερα είμαι, αλήθεια σου λέω.

Ε γι’ αυτό μάλλον γράφω. Για να ξορκίσω το φόβο, που θα ‘λεγε και κάποιος χριστιανός.

Κερνάω όνειρα, ψήνεσαι;

 

στη χώρα του φωτός

58165_10200150203812715_1478260436_n

ησύχασε· μη μιλάς για λίγο

ακούς;

άκου. τα τύμπανα της Ιερισσού.

μείναμε καρφωμένοι στις οθόνες μας

απέναντί μας ένα κουτί άλλαζε χρώματα

κάποιοι πουλούσαν όνειρα

όλη τη νύχτα ψάχναμε τις τσέπες μας

ξέχασες πως δεν πουλιούνται;

τη νύχτα έσπασαν την πόρτα

ευχήθηκε να ήταν κλέφτες

πού σε πάνε; ποιοι είναι; πότε θα ξανάρθεις;

ποιοι είστε;

ποιοι είστε;

με το ποίημα για το Διομήδη έκλαιγα για μέρες

και για τον άνθρωπο με το γαρύφαλλο δεν ξημέρωνε η νύχτα

ο Πέτρουλας ήταν ψηλός και όμορφος σαν αετός

και ο Λαμπράκης φυσούσε την ελπίδα όπου πατούσε

πατέρα, οι ιστορίες σου βγήκαν αληθινές.

τίποτα δε μάθαμε

τίποτα δεν αλλάξαμε

τίποτα δεν αγαπήσαμε

κάθε πρωί ξυπνάω μ’ έναν φόβο.

μα θα τον διώξω.

ή τώρα

ή ποτέ.

άκου προσεκτικά.

ηχούν τα τύμπανα της Ιερισσού

ή τώρα

ή ποτέ.

Ελάτε.

 

Υ.Γ.: Στη φωτογραφία απεικονίζεται το ποίημα «Ο Απόγονος» του Μπέρτολτ Μπρεχτ.