sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: χαρά

με το κεφάλι στο πλακάκι

από τα ποιήματα τσέπης*

θα σέρνομαι αενάως σε συνόδους κορυφής
έχεις ταλέντο μου λένε
έχω ανάγκη απαντώ
άλλοτε αγαπώ τις συναιρέσεις
κι άλλοτε τις αποδιώχνω από τα γραπτά μου
όπως τις μύγες τους ιούλιους από το παιδικό καρπούζι μου
εδώ στον κόσμο μου τα πάντα έχουνε τη δική τους τη μιλιά
ονόματα και κατσαρολικά και ρήματα και κάλτσες
άλλοτε ξημερώνει μέρα συναιρέσεων
όταν εν απαρτία αποφασίζουμε
τη μέρα με λιγότερα φωνήεντα να ζήσουμε
κι άλλοτε πάλι έρχονται κάτι νύχτες ασυναίρετες
τότε
κοιμάμαι εμβρυακά με αναίδεια
καπνίζω μόνο λίγο γιατί αγαπώ τη μοναξιά μου
μιλάω μεγαλόφωνα και καταργώ τις συναιρέσεις
και εντέλει στέκομαι ανάποδα στο μπαλκόνι με το κεφάλι στο πλακάκι μέχρι να ξημερώσει
κερδίζοντας επάξια το χρυσό μετάλλιο κοινωνικής παράνοιας

θα επιστρέφω πάντα εν τιμή
ταπεινωμένη από τις ψεύτικες αλήθειες σας
έχεις ταλέντο μου λένε
είμαι φτωχή και ψάχνω τρόπο να ξεγελάσω την οργή μου απαντώ
χαρίζω πάντα μια ανάσα παραπάνω
σ’ όποιον με ένα μινόρε κουνάει την καρδιά του από τα μέσα του
εφτά ακριβώς εκατοστά
κι ακόμα
χαρίζομαι ανεπιστρεπτί
σε κείνους που φοράνε πάντα ρούχο με τσέπη
για να ‘χουνε κάπου παράνομα να χώσουν τη χαρά
γιατί ποτέ δεν έμαθαν πώς να την κάνουν πράξη

θα σέρνομαι δια παντός λαός νεκρός
σε όλα της υφηλίου τα συνέδρια
διατρανώνοντας παντού αμάθεια και αγάπη
έχεις ταλέντο μου λένε
έρχομαι απ’ τον κόσμο των νεκρών τους απαντώ

 

*η πικρή αλήθεια είναι πως χωράω ολόκληρη
στην τσέπη σας
αρκεί ωστόσο να ‘ναι τρύπια

Advertisements

τα τρικοτυλήδονα

άφησα το σπίτι ανοιχτό την τηλεόραση κλειστή

ανέβηκα στην τεράστια σφεντόνα του μυαλού

άφησα την ονείρωξη να με παρασύρει μακριά

 

τι ανάλαφρο συναίσθημα να ‘σαι η πέτρα

κι όχι το χέρι που οργισμένα την κλοτσάει

-καλώς ήρθατε στη λίθινη εποχή των υπολογιστών-

 

πέταξα πάνω απ’ τη μνήμη και τη λήθη

είδα τα όνειρα του μέλλοντος

σινιάλο να μου κάνουνε από μακριά

μα φοβήθηκα να πλησιάσω

 

-προσπερνάμε τα όνειρά μας πάντα από απόσταση ασφαλείας

κι ύστερα με την πλάτη τάχα γυρισμένη

καμωνόμαστε πως δεν τα βλέπουμε

την ώρα που μας αποχαιρετούν

με χειρονομίες λίαν υβριστικές-

 

κάποτε έφτασα σε λιβάδι που δεν ήταν χλοερό

-μήπως στην κόλαση;-

πήρα επιφοίτηση ονειρική αδεία

και πλησίασα έναν θάμνο

που πιότερο με ζώο παρά με φυτό έμοιαζε

ένα φυτό με τρεις καρδιές

τρεις καρδιές μ’ έναν κορμό

-φύλλα καρποί κλαδιά και μίσχοι

όλα πλουσιοπάροχα απ’ το θεό της κόλασης δοσμένα-

 

έμοιαζε τούτο το φυτό σαν μια παραφωνία

στα σχολικά βιβλία της φυτολογίας

κανείς ποτέ επιστήμων βιολόγος

δεν είχε ανακαλύψει τούτη την αναίσχυντη ομορφιά

 

κι έτσι αφού η επιστήμη δεν τόλμησε σε ποτέ ν’ ανακαλύψει

πώς οι άνθρωποι σε άλλους χρόνους

άλλους τόπους

άλλες μήτρες

και άλλες αγκαλιές γεννιούνται

κάποτε φτάνουν να τίκτονται μαζί

-ομοούσιοι με της δυστυχίας την άγρια χαρά-

βρέθηκε η φτηνή μου τέχνη σε θέση λίαν δυσχερή

νέα κατηγορία στα φυτολόγια να εφεύρει

μα θα ‘ρθουν ύστερα από μένα

σπουδαίοι και μεγάλοι θεριστές

τους σπόρους της αγάπης μας να δρέψουν

να τους πατήσουν απαλά με τις παλάμες

να βγάλουν των νέων κόσμων τα υγρά

-πράσινα, διαυγή, με γεύση κάπως παλιακή-

 

ξημέρωνε κι επέστρεψα στο διπλοκλειδωμένο σπίτι

η τηλεόραση ανοιχτή· κάποιος λογύδριο έβγαζε

πως γέμισαν οι πόλεις με τρελούς

που στην αέναη εξέλιξη του γένους

τροχοπέδη αποτελούν

όλοι αυτοί έπρεπε να συσσωρευτούν

στα νέα του καιρού μας στρατόπεδα χαράς

να μάθουν να χαμογελάνε δίχως να δείχνουν δόντια

να μάθουν να αγαπάνε δίχως να ρωτάνε πάντα το γιατί

να πεθαίνουν ζωντανοί χωρίς να λαχταράνε την καύση των παθών

η πρόοδος άλλωστε επιτάσσει

να γίνουμε όλοι μια ενιαία εμετικά απαλή μάσκα ομορφιάς

οι εφηβικές ακμές και οι πολεμικές ουλές

να εκλείψουν απ’ της ανθρωπότητας το πρόσωπο

 

πήρα βαθιά ανάσα· τι ατυχία να χωράνε τόσα τα πνευμόνια μου

σήκωσα τη μοντέρνα και κομψή οθόνη· τι ατυχία να αντέχει τόσο λίγο το κορμί μου

σύρθηκα ως τον πράσινο ανακυκλωτικό μεταμοντέρνο κάδο

άφησα εκεί την τηλεόραση που επίτευγμα λαμπρό δύο μηνιάτικων αποτελεί

 

κι ύστερα με τα μπράτσα πληγωμένα

ένιωσα στην καρδιά μου να φυτρώνουνε φτερά

πετάχτηκα ως το κοντινότερο άλσος

βρήκα στην τσέπη μου πέντε έξι σπόρους

-που μοιάζανε θαρρώ με ωάρια απ’ το πάθος γονιμοποιημένα-

και φύτεψα εκεί της φαντασίας μου το πιο όμορφο λουλούδι

τρία κλαδιά σε μια καρδιά

τρία δάχτυλα σε σχήμα νίκης υψωμένα

τρεις φαντασίες σε μια ζωή

ανώμαλα προσγειωμένες.

μονο*δια*λογος

1624446_10202990649833283_297950891_n

όλα θα γίνουνε καλύτερα, θα δεις

χωράει άραγε η ελπίδα στο συγκριτικό βαθμό;

 

η πιο ευτυχισμένη της ζωής μου στιγμή

τι σχήμα έχει η χαρά;

 

όταν ξυπνάς να χαμογελάς γιατί ομορφαίνεις

όχι άλλα καλλιστεία του κρεβατιού

 

κλεφτές ματιές στου ανελκυστήρα τον καθρέφτη

τι σκέφτεσαι ανάμεσα σε δυο ορόφους;

 

βλέπω στον ύπνο μου πίδακες αίματος

καταδικάστε τους ονειροκρίτες

 

παραιτούμαι αφεντικό απ’ της απόλυσης το δίκιο

το άδικο έβγαλε ρίζες στο στομάχι μου

 

όταν μιλάτε για θεούς φαντάζομαι το δία να θυμώνει

ανεξιθρησκίας το ανέκδοτο

 

νερό, τηλέφωνο και φως πώς θα πληρώσω;

ίσοι σε πληρωμές και ανύπαρκτοι σε απολαβές

 

σε άλλη ερώτηση δεν θέλω ν’ απαντήσω

όποιος κατάλαβε το μάτι συνωμοτικά μόνο να κλείσει

 

αν έχω να ρωτήσω κάτι; ναι

πόσα φιλιά χαράμισες στου φόβου το αποκούμπι;

διάολε, φύγε από μπροστά μου, μου κρύβεις το θεό*

1236633_10201028339805566_456309227_n

Δεν πιστεύω στα όνειρα. Έχω εκπαιδεύσει τα όνειρά μου να πιστεύουν αυτά σε μένα.

Σήμερα, την τελευταία νύχτα του χρόνου -σύμφωνα πάντα με τον ανθρώπινο τρόπο μέτρησής του- είδα περίεργα όνειρα.

Το πρωί πετάχτηκα από το κρεβάτι ακούγοντας το κουδούνι. Άκουσα δύο κορίτσια να λένε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς στον πατέρα μου. Σκέφτηκα πως τα κάλαντα αυτής της μέρας μου αρέσουν πιότερο από τα κάλαντα των Χριστουγέννων. Η αλήθεια είναι πάντως, πως ποτέ δεν κατάλαβα τους στίχους τους. Κρυφοκοίταξα από τη γωνιά του δωματίου μου και άκουσα τον πατέρα μου να λέει στα παιδιά πως δεν έχει ψιλά, οπότε προτείνει να τους δώσει ένα εικοσάρικο και να του δώσουν πίσω είκοσι-πέντε ευρώ σε ψιλά. Ακολούθησε το γάργαρο γέλιο των κοριτσιών· μα δεν έχουμε τόσα λεφτά πάνω μας! Ο πατέρας μου ανταπέδωσε το γέλιο. Τους έδωσε μερικά ψιλά και τους ευχήθηκε καλή χρονιά και καλή πρόοδο. Αιώνιος δάσκαλος. Κρυφογελούσα όσο ντυνόμουν να πάω για δουλειά.

Μα πού το βρίσκει το κέφι για πλάκα πάντα; Μάλλον εκεί που το χάνω εγώ. Πάντα.

// Στο πρώτο όνειρο δύο γυναίκες αστυνομικοί στάθηκαν έξω από το παράθυρο του σπιτιού μας και με πυροβόλησαν όχι μία αλλά τέσσερις φορές ενώ ο πατέρας μου προσπαθούσε να με σώσει. Δεν έμαθα ποτέ αν πέθανα. Κάπως έτσι πρέπει να είναι ο θάνατος. Δεν είσαι εκεί για να τον νιώσεις. Πεθαίνεις για τους ζωντανούς. Αλλά πού πάνε οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν; Και είναι άραγε το ίδιο να πεθαίνεις και το ίδιο να σε σκοτώνουν; Όπως και να ‘χει. Χρόνια πολλά, Χάρε. Χρόνια καλά, Μαρμαρένια Αλώνια. //

Κατήντησα πιο γραφική κι από το χιονοδρομικό κέντρο του Χελμού. Ο κόσμος μου εύχεται καλή χρονιά κι εγώ αντεύχομαι καλό κουράγιο. Η γιαγιά μου που διανύει το εκατοστόν έτος της ζωής της σίγουρα απαντάει πιο αισιόδοξα από μένα. Η φίλη μου η χοντρούλα με πήρε τηλέφωνο τα Χριστούγεννα για να μου ευχηθεί φοβόταν την αντίδρασή μου.

«- Χρόνια πολλά σίνε λέγκε, καλά Χριστούγεννα!

– Ρε δε μας παρατάς κι εσύ και τα Χριστούγεννα και ο Χριστός σου;

– Ρε σίνε λέγκε, ούτε καν σήμερα δε δίνεις μια άφεση αμαρτιών στον κόσμο που θέλει να βγει έξω, να διασκεδάσει, να μεθύσει, να παίξει χαρτιά;

– Όταν όλος ο κόσμος καίγεται, εμείς χτενιζόμαστε χοντρούλα. Η σκέψη μου με τους που δεν έχουν τόπο. Ούτε ελπίδα. Ούτε ζωή. Ούτε απόψε, ούτε αύριο.»

// Στο δεύτερο όνειρό μου ήρθε κάποιος από τα παλιά. Από τα πολύ παλιά. Από τα παιδικά, πολύχρωμα χρόνια. Κάποιος που με όρους ανθρώπινης κουλτούρας δε ζει πια. Ήρθε, κάθισε δίπλα μου, με αγκάλιασε και με ρώτησε τι κάνω. Του χαμογέλασα. Αισθάνθηκα ευτυχία που τον ξαναβρίσκω μετά από πολύ καιρό. Ξαναζωντάνεψε. Ή ίσως να ξαναζωντάνεψα εγώ. Τα χαμόγελα στα όνειρά μας διαρκούν πολύ περισσότερο από ό,τι στον ξύπνιο μας. Το χαμόγελο αυτού του ονείρου με συνοδεύει ακόμα και τώρα, δέκα ώρες μετά. Σ’ ευχαριστώ που ήρθες. //

Στο νησί μου σήμερα ο κόσμος εύχεται καλή αποκοπή.

Η αποκοπή είναι μία έννοια πολυσήμαντη και αόριστη.

Στο νησί μου γενικώς -και συγχωρέστε μου τη χρήση κτητικών αντωνυμιών, δεν το εννοώ στ’ αλήθεια ότι κατέχω κάτι- μας λένε τρελούς. Όπως ο ζωντανός λέει τον πεθαμένο νεκρό γιατί αλλιώς δεν μπορεί να εξηγήσει το φαινόμενο, έτσι και οι δήθεν λογικοί μας λένε τρελούς γιατί τους φαινόμαστε κομματάκι νεραϊδοπαρμένοι, ανεξήγητοι, ζαβολιάρηδες. Το ξέρετε φυσικά πως η λέξη ζαβολιά ανήκει στην ίδια οικογένεια λέξεων με τη λέξη διάβολος, έτσι δεν είναι;

Σας τρομάζει η λέξη διάβολος όσο σας ερεθίζει η λέξη θεός. Αλλά το δίφραγκο έχει πάντα δύο πλευρές. Κι αν δεν μπορείτε να αποδεχθείτε πως μπορείτε να είσαστε εσείς οι θεοί της ζωής σας, τότε θα πρέπει να χωνέψετε πως ούτε διάβολοι μπορείτε να είστε. Ας παραμείνετε πάντα μέτριοι. Χρυσοποίκιλτες μετριότητες που αναμένουν το μάννα εξ ουρανού, πατάνε στη γη και ονειρεύονται να πετάξουν μόνο όταν πεθάνουν και γίνουν άγγελοι.

Εμένα πάντως οι άγγελοι με τρομάζουν λίγο γιατί είναι λέει άφυλοι. Και άμα είσαι άφυλος -τουτέστιν δεν έχεις γεννητικά όργανα- δεν μπορείς να κάνεις έρωτα. Και όχι μόνο δεν μπορείς να κάνεις έρωτα, αλλά δεν έχεις καν την επιθυμία για τον έρωτα. Τώρα αν εσάς αυτό σας ακούγεται παραδεισένιο, εμένα μου φαντάζει αληθινή κόλαση.

Όπως καταλαβαίνετε, κάνω τα πάντα για τον αφορισμό μου, γιατί εγώ κάθε καλοκαίρι που πατάω το πόδι μου στο νησί πλησιάζω με ανατριχίλα το άγαλμα του Αντρίκου και χαϊδεύω με τα ακροδάχτυλα το κρύο υλικό. Κι ύστερα κάθομαι και του μιλάω. Του λέω τα νέα του χειμώνα που πέρασε, αν και συνήθως τα ξέρει από πριν.

Σίγουρα παίζει δάχτυλος της Ασφάλειας και κάπου εδώ κολλάει και το αποψινό μου όνειρο με τις μπατσίνες που με πυροβολούσαν με μένος. Αλλά για κάποιον λόγο δεν ένιωθα πόνο.

Στα όνειρα δεν πονάς.

Τα εκπαιδευμένα να πιστεύουν σε μένα όνειρά μου έκαναν απόψε για λογαριασμό μου τον απολογισμό της χρονιάς.

Ζωντανέψτε τους νεκρούς σας και τα πεθαμένα από καιρό όνειρά σας. Αφήστε τα να ζήσουν μέσα από σας.

Ας μην ξεχάσουμε.

Κανέναν.

Καλή αποκοπή, σύντροφοι.

*στίχος από το Αιρετικό του Γιάννη Αγγελάκα

φωτογραβία

166269_10200246308375269_26712217_n

τόσοι αιώνες ιατρικής επιστήμης

κι ούτε μια εξήγηση σωστή

για κείνο το μούδιασμα στον πνεύμονα

– θαρρώ είναι στον πνεύμονα και όχι στην καρδιά

καθώς εκείνη δεν σταματά να χτυπά παρά μόνο σου κόβεται η ανάσα,

και ευτυχώς δηλαδή που ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει για λίγο χωρίς ανάσα·

γιατί χωρίς χτυποκάρδι δεν επιβιώνει ούτε για μια στιγμή-

τόσα επιτεύγματα κι ένας ορισμός για αυτό το ασύνειδο μάζεμα των σπλάχνων πουθενά.

 

τυχαία ή επί τούτου πέφτει στα χέρια σου μια φωτογραφία

απ’ τα παλιά, απ’ τα μελλούμενα, απ’ όσα τρέχουν στο παρόν μα εσύ δεν πρόλαβες να ζήσεις

πρόσωπα γνωστά μαζί με άγνωστα, χαμόγελα που κάποτε σου ανήκαν, μάτια που κάποτε τους χάρισες το γέλιο σου

γέρνουν τώρα σε άλλους ώμους, φιλάνε άλλους καθρέφτες, αγκαλιάζουν άλλα πρωινά, μαλώνουν με άλλα σούρουπα

κοιτάς διαδοχικά τα χέρια με τις φλέβες να πετιούνται γεμάτες έξαψη

τους ώμους που χαμήλωσαν για να δεχτούν τη νέα πραγματικότητα

τα ζυγωματικά που κάποτε μια νύχτα ολόκληρη περπάτησες με τα ακροδάχτυλα

τα πόδια ανοιχτά σε θέση υποδοχής

τα φρύδια τσαλακωμένα από τον αέρα

τα μάτια κοιτάζουν το φακό με πίστη σχεδόν ευλαβική·

η απουσία σου είναι η ζωή των άλλων.

 

| οι φωτογραφίες μας βιάζουν |

| βία είναι ο πόνος που μας προκαλούν | 

| έτσι γεννήθηκε στις μέρες μας |

| η φωτογραβία |

 

στα χρόνια των δικτύων

τα νέα τρέχουν πιο γρήγορα από τις μέρες και τις νύχτες μας

οι ώρες κυλάνε σε χρόνο αλλοτριωμένο

γρηγορότερα απ’ ό,τι αντέχει η μνήμη και η λήθη μας

μας καταπάτησαν οι οθόνες

γίναμε παιχνίδια των μηχανών

τίποτα δεν υπάρχει αν δεν το δω σε δίκτυο

οι ευτυχίες και οι δυστυχίες είναι τώρα πια μόνο δημόσιες

θάβουμε τις βδομάδες μας δημοσία δαπάνη.

 

απ’ όλες τις φωτογραφίες εκείνες προτιμώ

που στήσιμο μπροστά στο φακό προϋποθέτουν·

σ’ αυτές το ψέμμα είναι καθάριο

σ’ αυτές γυμνώνεται η αλήθεια

όσο παλεύεις να δειχτείς

τόσο τα μύχια του εαυτού σου ξετρυπώνουν μέσα από το βλέμμα που θαρρεί πως μας ξεγέλασε·

 

όμως οι οθόνες δεν είναι τίποτα άλλο παρά φίλτρα

φακοί ειδικοί για τη θλίψη, για την αγάπη, για τον έρωτα, για το δάκρυ·

μα όσο κι αν παλεύουμε

τούτα τα φίλτρα ποτέ δεν θα μπορέσουνε να κρύψουνε

αυτό που μας γεννάει και μας σκοτώνει

τον πόνο·

 

τον αληθινό μας πόνο.

α-έρως

αγαπώ το γράμμα άλφα.

τον τελευταίο καιρό θαρρώ πως έχει καθίσει στο ταβάνι του σπιτιού μου και τις νύχτες με κοιτάζει περιπαιχτικά. όχι, δεν μου στερεί τον ύπνο, ούτε μου προκαλεί εφιάλτες, μόνο τρυπώνει παιχνιδιάρικα στη νόησή μου και κατασκηνώνει παρανόμως και ελευθέρως στα όνειρα του μέλλοντός μου. κι εγώ, που δεν θέλω πολύ για να ενθουσιαστώ με κάθε τι που αντιτίθεται στη δράση και προκαλεί αντίδραση, πετάω τη στολή της αστυνομίας της σκέψης, σβήνω αβλεπεί το πρόστιμο της ελεύθερης κατασκήνωσης και κουλουριάζομαι στη φωτιά πλάι στο άλφα μου, ξεκινώντας το τραγούδι.

το άλφα είναι εύηχο, καλπάζει ελεύθερο μέσα σε λέξεις, σκέψεις και τοπία, για να σου θυμίζει ότι πρώτα από όλα και πριν από όλους όταν βγήκες από κάποια μήτρα εκείνο ήρθε και σε συνάντησε, ψιθυρίζοντάς σου άδολα στ’ αυτί, μην με ξεχάσεις όταν κυλήσουν τα χρόνια, να θυμάσαι πάντα ότι εγώ ήρθα και σε σύστησα με την ελευθερία σου από την αρχή, και να θυμάσαι ακόμα πως όσο και να προσπαθήσουν οι άνθρωποι από δόλο, από μίσος, από αγάπη και από ασφυξία ακόμα να σε κλείσουν σε κλουβιά, εσύ θα μπορείς πάντα να επιστρέψεις στην αλήθεια.

γεννιέσαι με το γράμμα άλφα στο στόμα, πριν μάθεις τι είσαι ξέρεις την ελευθερία, άλλο που μετά τα λησμονάς όλα αυτά, λίγο να μάθεις να περπατάς, λίγο να αρχίσεις να πιστεύεις σε προφήτες, λίγο να σε αγγίξει ένα χάδι ερωτικό, λίγο να μην βγαίνει ο μήνας με τις δόσεις του δανείου, βυθίζεσαι σε μια γκρίζα, πηχτή λήθη με περιορισμένους ορίζοντες, βορείως το γραφείο, στη δύση η τράπεζα, νοτίως το σαββατοκύριακο και στην ανατολή οι αγάπες. βέβαια κάπου κάπου κάτι σε ενοχλεί, μια έλλειψη σου σκαλίζει τις αρτηρίες και τρέχεις στους γιατρούς γιατί νομίζεις ότι ένα χάπι θα σε σώσει από τις τύψεις ότι κάτι έχεις ξεχάσει, κάτι δεν κάνεις καλά, αλλά οι γιατροί και τα σιρόπια είναι καλοπαιγμένες θεατρικές παραστάσεις, γιατί αυτό που σου τρυπάει το στομάχι δεν είναι βακτηρίδιο αλλά υπερσυγκεντρωμένο οξυγόνο που σκάει και θέλει να βγει από μέσα σου.

συνήθως ο από καιρό συμπιεσμένος αέρας εξέρχεται δια μέσου ενός χαμόγελου και σε ανακουφίζει. όταν χαμογελάς χωρίς λόγο, τότε- φευ- έχεις γύρω στα τρία εκατομμύρια λόγους να χαμογελάσεις. γιατί τότε απλά έρχεται προς το μέρος σου το άλφα σου, εισέρχεται στο νου σου χορεύοντας κάτι σαν μπαϊντούσκα νομίζω- δεν είμαι και πολύ σίγουρη για το χορό, σίγουρα είναι κάτι ρυθμικό, πρωτόγονο, περήφανο και σχεδόν βίαιο- και δεν έχεις άλλη επιλογή παρά να υποταχθείς στην αλήθεια σου και να απελευθερώσεις το φυλακισμένο οξυγόνο, δίνοντας χώρο σε καινούρια οξυγόνα. το ξέρω και το ξέρεις πως τα νέα οξυγόνα ίσως κυλήσουν όμορφα, ίσως παραστρατήσουν, ίσως πάλι και να οξειδωθούν κατά λάθος μερικές αρτηρίες σου και να χάσεις κάνα δυο αγγεία πολυκαιρισμένα, αλλά σημασία έχει πως το παλιό αφήνει χώρο για το νέο, ενισχύοντας την παντοδυναμία της αρχής διατήρησης της ενέργειας.

και μη νομίσεις πως αν δεν κινείσαι δεν διακινδυνεύεις να παλέψεις με νέους ανέμους, γιατί η ενέργεια αλλάζει μορφή πιο συχνά κι από το δία, και ακόμα κι εκεί που στέκεσαι ακίνητος χωρίς να ανασαίνεις, γιατί ο τρόμος σου κόβει τα ήπατα και η ρουτίνα σε καταπίνει λες και βρίσκεσαι στη λίμνη του λοχ νες, εκλύεις ενέργεια· κι ακόμα κι έτσι να σταθείς, σαν ένας φοβισμένος κυρ παντελής που δε σηκώνει τα μάτια του στον ουρανό παρά μόνο ψαχουλεύει με τα ακροδάχτυλά του τις τσέπες του για να βρει ανέλπιστα λίγα ψιλά κι από κει- φευ- να πάρει λίγο θάρρος, τα νέα θα σε βρουν, ο κόσμος θα πάει παρακάτω, το οξυγόνο θα ενωθεί με το υδρογόνο και το νερό θα προσπαθήσει για άλλη μια φορά να σε ξεπλύνει.

η μάχη με το διοξείδιο του άνθρακα είναι σκληρή αλλά τα πλατάνια νικάνε εδώ και αιώνες. κι αυτό δεν μπορεί παρά να είναι ένα καλό νέο.

επανέρχομαι στη λέξη που γεμίζει το σκεπτόμενο μυαλό αφρούς από αποκριάτικο πάρτι και το μη σκεπτόμενο στόμα από αφρούς ζήλειας.

το άλφα λοιπόν συνηθίζεται να αποκαλείται στερητικό από τους φιλολόγους. καταλαβαίνω το λόγο της ονομασίας αυτής, αλλά αισθάνομαι πως η στέρηση προϋποθέτει το αντίστροφό της. πρέπει να έχεις κάτι για να νιώσεις την έλλειψή του και αντιστρόφως· πρέπει να σου λείπει κάτι για να το κυνηγήσεις με όλες σου τις δυνάμεις. καταλήγω λοιπόν στο συμπέρασμα πως εντέλει η έκβαση της στέρησης είναι θετική. αν θες να χαμογελάσεις θα ψάξεις να βρεις την αιτία που σου στερεί το χαμόγελο και θα τη φέρεις στα μέτρα σου προκειμένου να αισθανθείς αυτό που σου λείπει. να χαμογελάσεις, να απελευθερώσεις το φυλακισμένο σου οξυγόνο και για μια ελάχιστη στιγμή- την ώρα που παρκάρεις και τραβάς το χειρόφρενο, την ώρα που ο φίλος σου μοιράζεται ένα καραφάκι καλή κρητική ρακή μαζί σου, την ώρα που ανταλλάζεις σωματικά υγρά με εκείνον που το κορμί σου επιθυμεί να ενωθεί, την ώρα που σου χαμογελάει μια άγνωστη κοπέλα στο δρόμο γιατί την άφησες να περάσει το δρόμο ενώ το φανάρι τη διέταζε επιτακτικά να σταματήσει- για εκείνη την απειροελάχιστη στιγμή να νιώσεις καλά.

το καλά είναι μια πανέμορφη και παρεξηγημένη λέξη. εξόν του ότι περιέχει δύο ολάκερα άλφα μέσα της κι αν εξαιρέσεις επίσης ότι την ντύνουμε ψεύτικα και την πετάμε σαν μπαλάκι της επιτραπέζιας αντισφαίρισης καθημερινά ο ένας στα μούτρα του άλλου χωρίς να τη νιώθουμε, είναι μια λέξη που περικλείει πολλή ομορφιά και ελευθερία.

λέξη αλφάδι.

νομίζω πως μπορούμε αν θέλουμε να θυμηθούμε εκείνη την πρώτη λέξη που ακούσαμε βγαίνοντας από εκείνη τη μήτρα που μας αγάπησε κατόπιν με το δικό της απαράμιλλο τρόπο, να δώσουμε χώρο και χρόνο στο άλφα εντός μας να ριζώσει και να απλώσει τα κλαδιά του πέρα από τους στενούς μας ορίζοντες, για να μας θυμίσει έτσι πως όλα είναι δρόμος, πως ο ορίζοντας είναι απλώς ένα τέχνασμα των ζωγράφων και των απανταχού θεών, πως στην πραγματικότητα τα όριά μας δεν υφίστανται, πως είμαστε ελεύθεροι.

και να μην τρομάξουμε βέβαια με αυτήν τη διαπίστωση, αλλά να πάμε να παίξουμε σε μια παιδική χαρά αφήνοντας σύννεφα ολόκληρα από τα οξυγόνα μας, που ανεβαίνοντας στον ουρανό θα ενώνονται με τα οξυγόνα των άλλων ανθρώπων φτιάχνοντας το πιο πολύχρωμο και δυνατό αερόστατο που είδε ποτέ άνθρωπος. ένα αερόστατο που θα ανεβαίνει και θα αφήνεται να παρασύρεται από τους ανέμους χωρίς να ξεχνάει το σκοπό του, που θα είναι να μας παρακολουθεί από ψηλά να ξαναβρίσκουμε ο καθένας το δικό του άλφα, να το βάζουμε μέσα σε έναν κύκλο και να του δίνουμε κάθε μέρα κι από ένα διαφορετικό χρώμα.

λέω απλά να φτιάξουμε το δικό μας ζέπελιν·

λέω απλά πως το άλφα είναι μέσα μας, πως είναι αναγκαίο για την επιβίωσή μας να χαμογελάμε, πως ό,τι στερηθήκαμε έχει από καιρό έρθει η ώρα να το απαιτήσουμε, πως αρνούμαι να ξεχάσω τους νεκρούς ήρωες της δικής μου γενιάς που άφησαν αποτυπώματα ανεξίτηλα σε ταράτσες, πλατείες, δρόμους και πορείες και πως γι’ αυτούς και για όλους εμάς ήρθε ο καιρός να ξεκινήσουμε.

 από το άλφα.