sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: χριστός

ένας δεύτερος χριστός*

βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που κανείς ποτέ δεν τον κατάλαβε γιατί όλοι τον μισούσαν για όλα αυτά που ποτέ δεν θα κατάφερναν να νιώσουν βαθιά μέσα τους γιατί έτσι φτιαχτήκαμε οι άνθρωποι να διακοσμούμε δήθεν ευφυώς σπίτια να οδηγάμε αμάξια να αλείφουμε το κορμί μας με αισθησιακά λάδια να πεταρίζουμε τα βλέφαρα να καυλώνουμε με το γυμνό στήθος της γειτόνισσας να ονειρευόμαστε ψηλοτάβανα σπίτια μα ποτέ καλύβια με πάτωμα που κρύβει λαγούμια που σε οδηγούν στον πυρήνα της γης και από κει στα μύχια της καρδιάς αχ η καρδιά πολύπαθη και άτυχη αλλά πιο δυνατή από τις λιπόψυχες καρδιές ημών των υγιών βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που ετοιμάζεται για τη μάχη εδώ και σαράντα χρόνια όλα έτοιμα σας λέω τα παντελόνια με τις πλαϊνές τσέπες τα μαχαίρια τα βιβλία τα συνθήματα όλα έτοιμα ανέκαθεν και η μάχη δεν ήρθε ποτέ γιατί προτιμήσαμε να σπείρουμε τον κάμπο με βιολογική σοδειά που κοστίζει ένα και μισό μεροκάματο το βαζάκι παρά να χώσουμε το αλέτρι βαθιά μέσα στη γη να πληγώσουμε το χώμα για να σπείρουμε ιδέες και ύστερα περήφανα να θερίσουμε τη θύελλα του σοσιαλισμού βάλτε φωτιά στον κάμπο είπε εκείνος που τον περιγελάσανε τον μισήσανε τον λατρέψανε και τον σκοτώσανε μόνο και μόνο για να τους επιβεβαιώσει το αναστάσιμο ψέμα του χριστιανισμού εδώ που φτάσαμε σύντροφοι νομίζω πως μόνο ο εξιστορητής της ιστορίας του ξεροκέφαλου κεμάλ θα μείνει στο τέλος ζωντανός για να μας πει κατ’ επανάληψη πως ο κόσμος ο διαβολικά πλασμένος αυτός κόσμος θα προχωράει πάντα με φωτιά και με μαχαίρι και κείνος τα ‘χε όλα έτοιμα και το μαχαίρι και τη φωτιά αλλά του ‘πανε να κάτσει σε μιαν άκρη και να κοιτάζει τη ζωή να κυλάει αργόσυρτα σε μιαν επαρχία βρώμικη γεμάτη γραμματείς και φαρισαίους θέλησε να διδάξει και να διδαχτεί μα ο κόσμος άλλαξε βιαίως και τώρα πια τους χριστούς δεν τους σταυρώνουν τώρα πια τους επαναστάτες των πιο άδειων καιρών της υφηλίου τους κρατάνε ζωντανούς δια της βίας με μηχανήματα με τη γλώσσα κομμένη και τα χέρια δεμένα με κοινωνικές συμβάσεις τι θα πει ο κόσμος το χωριό η πόλη η μάνα ο πατέρας ο τριτοξάδελφος ιούδας έτσι τώρα πια ζούνε οι χριστοί σύντροφοι ζωντανοί μα μέσα τους νεκροί για πάντα και οι μαγδαληνές τα ξεπουλήσανε όλα δώσανε σας λέω ακόμα και τα σημεία στίξης στους ρωμαίους συγκλητικούς μόνο και μόνο για να ξαναδούνε το χριστό τους να ανασαίνει και πλύνανε τα πόδια όλων των ανελεύθερων αφεντικών και γονατίσανε και ικετέψανε όλους τους αντιεισαγγελείς του κρατιδίου μόνο και μόνο γιατί μια μέρα ένα αστέρι τους οδήγησε σε μια φάτνη που γεννιότανε κάτι που αργότερα οι ανιστόρητοι το είπανε αγάπη αλλά τα δάκρυα της κάθε χαμογελαστής πουτάνας δεν αρκούνε πια σύντροφοι για να ξεπλύνουνε τη δυσωδία του καθωσπρεπισμού και φοβάμαι τόσο πολύ ότι ο κάμπος δεν θα πάρει φωτιά ποτέ γιατί οι εμπρηστές φυλακιστήκανε εκουσίως σε τύπου δ΄ φυλακές και μεις θα μείνουμε δω πάντα σκυφτοί πάντα σκελετωμένοι πάντα ανίεροι πάντα να προσδοκούμε το πέρασμα από τη νεκρά θάλασσα και πάντα να πεθαίνουμε ατελέσφοροι

*τσαφ

σπασμοί χειρός

τρέμω
κοίταξέ με
όχι μην κοιτάς εμένα
κοίταξε μόνο σε παρακαλώ τα δάχτυλά μου
τα δάχτυλά μου είναι σπασμωδικά
βρήκα τη λέξη
πάντως τρέμω
σπασμωδικά δάχτυλα
θα πορευτώ με τη φράση μου για καιρό
στα δάχτυλα μιλάνε οι ζωές
αν σκύψεις κοντά στο χέρι θα τα ακούσεις όλα
τα αφήνω απεριποίητα που λες
τα δάχτυλά μου κρύβουν τον ψυχαναγκασμό μου
είναι το ρούχο μου
ρούχα για παχουλές
μανδύες για τρελούς
χιτώνες για χριστούς
φέτος θα φορεθούν τα φαγωμένα νύχια
τρέμω

της αποκοιμήσεως

                 αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους

μπορεί να ‘ναι κι από αίμα

όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα

γιάννης ρίτσος

1622798_10201974097288912_367661674_n

 

δεν πέθανε, κοιμήθηκε· με διορθώνουν οι ρασοφόροι του χωριού χαϊδεύοντας το επίχρυσο ευαγγέλιο

πέθανε η μάνα που γέννησε έναν επαναστάτη του καιρού του· έναν που κυνηγήθηκε, σφάχτηκε, χλευάστηκε

αλλά κανείς δεν κλαίει τούτη τη μέρα· όλοι τρώνε και πίνουν μέχρι το ξημέρωμα

οι νέοι με τα ουίσκια στο χέρι κοιτάνε λιγωμένοι τα κορίτσια του νησιού και οι γέροι πίνουν κρασί

οι πιστοί που κάνουν το σταυρό τους την ώρα που σφάζονται μωρά κόβουνε αδέξια τον αύγουστο στα δυο

καταμεσής της ανεμελιάς οι χριστιανοί απλώσανε μια νωχελική αργία για να σκεπάσει την αδιαφορία τους

μια μέρα θανάτου που γιορτάζεται ιαμβικά μέσα σε ναούς κι ύστερα σε τραπέζια με σφάγια από άλλες θρησκείες

της αποκοιμήσεως των λαών απόψε· βοήθειά μας

αλλά όσοι απόψε κυνηγάνε τη ζωή μέσα στις εντατικές, όσοι σκοτώνονται από τα υπερσύγχρονα όπλα

αυτοί που γεννηθήκαν κάπου αλλά τη νιότη και τα γηρατειά δεν θα προλάβουν να γνωρίσουν

όσοι θα κλάψουνε απόψε για τη μάνα και το παιδί τους που θα εκπνεύσει σε πεδίο μάχης σύγχρονο

αυτοί που απόψε θα πεθάνουν και δεν θα κοιμηθούν γιατί η παραγωγή αγίων σταμάτησε από καιρό

όλοι αυτοί λησμονημένοι θα την περάσουν και τη νύχτα αυτή αποδεικνύοντας το ψέμα της ζωής των χριστιανών

ρίχνω ένα βλέμμα ειρωνείας στο φεγγάρι της γιορτής και ακούω τη θάλασσα οργισμένη να παφλάζει

κι απέναντί μου ο φάρος γέρογόμπος συναινεί και σταματά να δίνει πια σινιάλο στα αδιάφορα καράβια

γιατί τα όπλα βλέπεις πρέπει να δοκιμαστούν πάνω σε ανθρώπινη σάρκα

λοιπόν νομίζω οι γιορτές σας οι χριστιανικές κακοπαιγμένο θέατρο του παραλόγου αποτελούν

αποτελούμε έναν θίασο περιφερόμενων ευνουχισμένων και ες αεί υποταγμένων ηθοποιών

τηρούμε με ευλάβεια τα έθιμα που την προσωπική μας βολεψιά δεν ενοχλούν

ο έχων δυο χιτώνες έκανε φτερά· στη θέση του μας κυβερνά ο έχων τους χιτώνες άπαντες της υφηλίου

αντί εμείς να ξεγυμνώσουμε δια παντός το βασιλιά του πόνου ξεγυμνωθήκαμε και παραδώσαμε και ρούχα και ζωές

ξεχάσαμε και τον επαναστάτη και τις αλήθειες που είπε και τον έστειλαν σε θάνατο μαρτυρικό και επίπονο

και απόψε τάχα μου με παραφουσκωμένα τα έντερα και τα μυαλά γιορτάζουμε με δέος για της μάνας του το θάνατο

μόνο ένα φεγγάρι κι ένας φάρος μείνανε ενθύμια· μνημόσυνα της από αιώνες πεθαμένης ανθρωπιάς μας

ενός λεπτού κραυγή

καλημέρα ρομποτάκι

στέκομαι στη γωνία του γραφείου. παίζω κρυφτό με το απρόσωπο ρήμα πρέπει. κοιτάζω στο πλάι την κηφισίας που τόσο μισώ. τώρα τελευταία όλο και περισσότερο μισώ. όλο και περισσότερους. νομίζω πια σας μισώ όλους σας. ξέρεις ποιος γεννάει το μίσος; η υπερβολική αγάπη. δεν γίνεται να ζούμε πάντα βλέπεις στη φωτεινή πλευρά του φεγγαριού. υπάρχει και η άλλη πλευρά. είτε τη βλέπεις, είτε παριστάνεις πως έχεις πολλή μυωπία και δεν βλέπεις μέχρι εκεί πάνω, εκείνη θα είναι πάντα εκεί. στέκομαι που λες στη γωνία του γραφείου και ανταλλάσσω τις τυπικές καλημέρες με τον υπόλοιπο κόσμο εδώ μέσα –παρατήστε με ήσυχη, πως στο διάολο ανοίγουν αυτά τα τζάμια, όπου να ‘ναι έρχεται ο πήτερ παν να με πάρει– αλλά η άκρη του ματιού μου παραμένει κολλημένη στον πιο άσχημο δρόμο ίσως της πόλης μας. ακούω στο ραδιόφωνο πως τα ξημερώματα είχαμε κρούσμα τρομοκρατίας, καθώς παγιδευμένο αυτοκίνητο με εκρηκτικό μηχανισμό εξερράγη στη συμβολή των οδών μπλα μπλα μπλα και αναρωτιέμαι αν στην πόλη μας τη νύχτα που μας πέρασε είχαμε κανένα κρούσμα έρωτα, πάθους, δακρύων, σωματικών υγρών, κάτι τελωσπάντων από αυτά που δεν ανακοινώνονται στα πρωινά δελτία ειδήσεων αλλά σε συνοδεύουν εσαεί. κι ύστερα διαβάζω δήλωση υποψηφίου δημάρχου των αθηνών, πως όποιος έχει προσεγμένη εμφάνιση έχει και καθαρή ψυχή και μου ακούγεται τόσο ηλιθιωδώς ρατσιστική δήλωση που ο τύπος ακούει το πρώτο σαρακοστιανό χριστοκάντηλο της μέρας εξ αποστάσεως. κάποιοι θέλουν να κερδίσουν τις εκλογές με αποφθέγματα από τον αλχημιστή και τις τρία εκατομμύρια αποχρώσεις του ποντικί, αλλά φυσικά ο κόσμος που έχει πολιτική συνείδηση ακτινίδιου φέρει την κύρια ευθύνη και όχι αυτοί οι κύριοι με τις βουλευτικές έδρες από δρυ. οι μαυρογιαλούροι δεν είναι ανέκδοτο. οι μαυρογιαλούροι είσαι εσύ.

πώς να στο πω αδερφάκι μου. πνιγμός. πάλι μαζεύονται οι τοίχοι του δωματίου. έρχεται προς τα πάνω μου ολόκληρο το γραφείο. έβγαλε δόντια και νύχια και έρχεται να με κατασπαράξει. πρώτα μου έφαγε τους φρονιμίτες. ύστερα τις αμυγδαλές. κατόπιν κατασπάραξε τα όνειρά μου. στη συνέχεια προχώρησε μέσα στο κορμί μου και κατακάθισε στη μέση του στομαχιού μου. ό,τι τρώω να το ξερνάω. ό,τι εύχομαι να γίνεται εφιάλτης. ό,τι ερωτεύομαι να πεθαίνει. έχω πίσσα στα πνευμόνια και γραφεία στο στομάχι. από τι πέθανε αυτή; θα ρωτάει ο κόσμος. από γραφείο.

μα γιατί τα μάτια σου γυαλίζουν; γιατί εγώ κλαίω πάντα. θα κλαίω για πάντα, τ’ ακούς;

πετάγομαι σαν ελατήριο. κλείνομαι στην τουαλέτα. τι έχεις, δεν είσαι πολύ καλά. ποτέ δεν είμαι καλά. αλλά σήμερα θέλω να το βλέπετε όλοι. κλείδωσα το χαμόγελό μου στο πορτ παγκάζ του αυτοκινήτου μου. το φίμωσα, το έδεσα χειροπόδαρα και το άφησα εκεί. μετά το οχτάωρο θα πάρω το αυτοκινητάκι μου και θα πάω σε μια ερημιά. έτσι έχω δει στις ταινίες να κάνουν οι δολοφόνοι. θα διαμελίσω το χαμόγελό μου και θα πετάξω τα κομμάτια του στη θάλασσα.

χαμογελοκτονία εκ προθέσεως.

μην με αθωώσετε κύριοι ένορκοι. θέλω να με κλείσετε στη φυλακή. εκεί που οι άνθρωποι σωφρονίζονται. έτσι δεν μας μάθαιναν στη σχολή; μα ξέρετε κύριοι ένορκοι, έχω τη φρικτή υποψία πως εκεί μέσα οι άνθρωποι δολοφονούνται πολλάκις. τους σκοτώνουν και τους ξανασκοτώνουν. πρώτα την αξιοπρέπειά τους. ύστερα τη θέληση για ζωή. κατόπιν την πίστη σε οτιδήποτε όμορφο. κι ύστερα εν μέσω βασανιστηρίων τους αφαιρούν και τη ζωή. θέλω να με βάλετε κι εμένα εκεί μέσα σεβαστοί κύριοι ένορκοι, γιατί πόσες φορές να διαβάσω τους Ανθρωποφύλακες, θέλω να τους δω από κοντά αυτούς με τις στολές που ετοιμάζονται να τσεπώσουν το πλεόνασμα και νομίζουν ότι έχουν δικαίωμα να αποφασίζουν ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει. και πάω και στοίχημα, σεβαστό δικαστήριο, πως οι ανθρωποφύλακες είναι απ’ αυτούς τους τύπους που πάνε όλη τη μεγάλη εβδομάδα κάθε μέρα στην εκκλησία και προσκυνάνε με δέος το χριστό. Θέλω να τους πω ότι εγώ βρίζω το χριστό πάρα πολύ συχνά -έτσι γιατί εγώ βρίζω από πείσμα στον κάθε μαλάκα που μου λέει με ξιπασιά ότι οι γυναίκες δεν βρίζουν- αλλά σήμερα οι χριστοί της εποχής μας φυλακίζονται και βασανίζονται και ακρωτηριάζονται και πεθαίνουν σε κάθε γωνιά της γης, κι αν ερχόταν σήμερα εκείνος σε τούτη τη χώρα, ένας ξυπόλητος μαυριδερός μετανάστης χωρίς χαρτιά που θα κήρυττε την αγάπη, την ελευθεριότητα και την ισότητα και που θα ζητιάνευε ένα τσιγάρο στα φανάρια, εκείνοι πρώτοι θα τον μπουζούριαζαν στο Α.Τ. Ομονοίας και θα τον υπέβαλαν σε εξευτελιστικά βασανιστήρια για να γελάσουν, κι ύστερα θα έτρωγε και ξύλο, μέχρι να αποφασισθεί από τις αρχές η επαναπροώθησή του πίσω στη χώρα του, γιατί δεν χωράνε όλοι εδώ. η χώρα είναι μικρή. η πόλη ασφυκτιά. οι μετανάστες μιας πιάνουν τα παγκάκια και δεν έχουμε πού να κάτσουμε οι ποιητές να ξύσουμε τ’ αρχίδια μας. εμείς τους μετανάστες τους βρίσκουμε κάποιο πρωινό που πάνε με το ποδήλατο στη δουλειά και τους μαχαιρώνουμε ακαριαία. κι ύστερα προχωράμε το θεάρεστον έργο μας. σκοτώνουμε και έλληνες, παλικάρια σαν τα κρύα τα νερά που τραγουδάνε για την ελευθερία. ανεβαίνουμε αντίθετα με το αμάξι μας τους δρόμους, κατεβαίνουμε, τους σκοτώνουμε και φεύγουμε, ενώ οι ένστολοι με το πλεόνασμα παρά πόδας κοιτάνε. και θα προχωρήσουμε. θα σφάξουμε τους γκέι. ύστερα τους τρανσέξουαλ. μετά θα βάλουμε φωτιά στα εξάρχεια και θα κάψουμε ζωντανούς όλους τους αναρχικούς. κι ύστερα θα κατέβουμε στο πέραμα και θα περιλάβουμε και τους κομμουνιστές με τα στυλιάρια. θα τους φάμε ζωντανούς κι αυτούς. και στο τέλος θα μείνουμε εμείς, τα εικονοστάσια και τα σκουλήκια.

κάπως έτσι θα κυλήσει λοιπόν η ζωή. κι όλο λέω καιρός να βγάζω διαβατήριο για κάπου μακριά από τη σήψη, κι όλο μένω εδώ κολλημένη. να σκουπίζω τα δάκρυά μου με βία τραβώντας το δέρμα μου μαζί με τα αλμυρά υγρά από το πρόσωπό μου και να φαντασιώνομαι φωτιές που δεν θα αφήνουν στάχτες. άσταχτες φωτιές που θα κάψουνε το λευκό της παράνοιας. το γκρίζο του αγοραίου έρωτα. το μωβ της μεγάλης παρασκευής. το μπεζ της απάθειας. το κίτρινο της συνήθειας. το πορτοκαλί του πόνου.

κι ύστερα ακούω αυτό. και λέω να σηκωθώ από το γραφείο. να πω συγγνώμη, με καλεί η ζωή. να κατέβω στο αυτοκίνητο. να λύσω μετανιωμένη το χαμόγελό μου και να το ξαναφορέσω. να βγω στην κηφισίας, να σκαρφαλώσω στα φανάρια και να τα απορυθμίσω. κανείς να μην μπορεί να πάει πουθενά. να μην υπάρχουν άνωθεν εντολές. να αναγκαστούν οι άνθρωποι να συνεννοηθούν επιτέλους. να μιλήσουν. να φωνάξουν. να αγαπήσουν.

συγγνώμη αφεντικό. συγγνώμη φανάρια. συγγνώμη συνήθεια.

με καλεί η ζωή.

του άι-δημήτρη

να ακούσεις αυτό

ανάποδα την τύχη μου φορώ και ανίερα τα θεία προσκυνώ

λοιπόν ας το παραδεχτώ· το θάρρος της αλήθειας μου ας έχω

ίσως ποτέ δεν μ’ άρεσε η όσια του κόσμου σας θρησκεία

μέσα σε κέντρα εξάρτησης πίνετε δήθεν του αθανάτου νάμα

γονατιστοί ενώπιον ίσων σας –ποιος μοίρασε ρομφαίες;-

 

οι εξομολόγοι της ζωής κι οι δικαστές του άγιου τίποτα

του λάθους μας και του πάθους μας και της ελευθερίας

μέσα στα ράσα τους ασφυκτιούν και λησμονούν τον ήλιο

γιατί το φως μες στους ναούς σε ακτίνες αδιάφορες διασπάται

και ο ουρανός απέρχεται το άπλετο της φύσεως γαλάζιο

 

γίνεται γέρων αυστηρός που θέτει όρους σε υιοθετημένα τέκνα

αν θες γιος μου να ‘σαι θα ζεις ασκητικά· εν οίκω όχι εν δήμω

κι εσείς οι θυγατέρες μου σκεπάστε τα άγια στήθη με μαντήλια

κι εκείνος που σταυρώθηκε ας μείνει εσαεί θύμα των ρωμαίων

ειμί το φως, η οδός ειμί, η απάντηση που στόματα σφραγίζει

 

μα εγώ δεν κάλεσα κανέναν φύλακα το στόμα να μου κλείσει

τα επιφωνήματα του δύσπιστου είναι η δική μου αθανασία

εξάλλου εδώ σας κάλεσα για άλλο λόγο· βαρυτάτης σημασίας·

ιδού ο νυμφίος, ο λούσιφερ, ο άλιωτος, ο άγιος μου δημήτρης

κάλεσμα απευθύνει σε όλους εμάς με σαύρες και με δράκους

 

φίλοι να γίνουμε ξανά· όπως παλιά, τότε που η κόκκινη φυλή

τους κεραυνούς και τις βροντές σε χέρια ανθρώπινα απόθεσε

και αιώνες ολάκερους μετά οι μύθοι ακόμα παραμένουν εν ζωή

έτσι προτείνω να χτιστούν νέοι ναοί, ο καθείς με τον δικό του

και ανέμελα όλοι να λατρεύουμε ό,τι τα βράδια μας σταυρώνει

ο δεκέμβρης των τσιγάρων

μετράω τα τσιγάρα μου. προτελευταίο για απόψε. πρέπει να συντονίσω το μυαλό μου. νιώθω πως χωρίς νικοτίνη δεν μπορώ να σκεφτώ. αν υποθέσω ότι το κάθε τσιγάρο κρατάει τρία με τέσσερα λεπτά, έχω στη διάθεσή μου οχτώ περίπου λεπτά. με το σβήσιμο της τελευταίας καύτρας τελειώνει το βράδυ. η πίσσα και όχι ο χρόνος με κυνηγά ανένδοτα. το δικό μου ρολόι μετρά με βάση τις μονάδες μονοξειδίου του άνθρακα που κατακάθονται στα πνευμόνια μου. έχω την επιλογή να ζήσω για λίγο ακόμα όμως. ξέρω πως, τουλάχιστον για απόψε, το δηλητήριο δεν θα με σκοτώσει. πάντα έλεγα πως ο χειρότερος θάνατος είναι εκείνος που έρχεται από ασφυξία. να μην μπορείς να ανασάνεις και να ξέρεις πως είναι οι τελευταίες σου στιγμές πάνω στο έδαφος. ανοίγω το παράθυρο. ο αέρας ξεριζώνει τα δέντρα αλλά όχι τα μυαλά. εύχομαι τα στοιχεία της φύσης να μπορούσαν να καταστρέψουν ιδεολογίες και τρόπους ζωής. γιατί τα δέντρα τι μας έφταιξαν; ποιον πείραξαν; θέλω να βγω από το σπίτι μέσα στη μαύρη νύχτα και να βρω έναν πιστό. μιας οποιασδήποτε θρησκείας. να τον ρωτήσω για το θεό του. γιατί ο θεός σου αγαπάει να σκοτώνει; θα τον ρωτήσω. άμα πεθάνει η μάνα σου θα πεις πως ήταν θέλημα θεού ή η πίστη σου μετράει μόνο για κοριτσάκια από τη σερβία που δεν έχουν λεφτά και πεθαίνουν κάπου μακριά μέσα στη φτώχεια και το δηλητήριο;

έβαλε ψύχρα. κλείνω το παράθυρο. το πρώτο τσιγάρο κοντεύει να σβήσει. γρήγορα στο επόμενο θέμα γιατί η νικοτίνη τελειώνει. πάλι θέλω να βγω από το σπίτι και να σπάσω όλα τα φωτεινά λαμπάκια των δρόμων και των σπιτιών που θέλουν να μου φορέσουν τη χαρά με το ζόρι. η χώρα μου μετατράπηκε σε ένα απέραντο γυμνάσιο θηλέων. αν δεν φορέσεις την ποδιά της υποχρεωτικής χαράς είσαι ένας περιθωριακός παρίας. αμέσως διατάσσεται η αποβολή σου από το σχολείο και η αλλαγή περιβάλλοντος. εξάλλου οι αγγλίες, οι γερμανίες και οι αυστραλίες έχουν ανοίξει την αγκάλη τους και σε περιμένουν. μόλις περνάς τα σύνορα της χώρας ο καινούριος αέρας που φυσάει σε συνδυασμό με το φόβο για το άγνωστο είναι μάλλον από τα πιο συγκλονιστικά πράγματα που θα νιώσεις στη ζωή σου ως μετανάστης.

πάμε πίσω σε μας που ξεμείναμε εδώ. οι καθηγητές του γυμνασίου μας δεν φοράνε γυαλιά ούτε τους έχουν πέσει τα μαλλιά από το διάβασμα και τη συσσώρευση γνώσεων. δεν είναι δάσκαλοι, αλλά ορκ από τη γη του σάρουμαν, που στόχο τους βάλανε να μην μείνει κανένας μας ζωντανός ή ακόμα καλύτερα να μείνουμε όλοι ακρωτηριασμένοι για το υπόλοιπο της ζωής μας.

οι μαθητές που ονειρεύονται να παίζουν, να κάνουν έρωτα, να λένε ανέκδοτα και να διαβάζουν παραμύθια του τριβιζά το μόνο που καταφέρνουν είναι να κολλάνε χαρτιά στα σακάκια των δασκάλων τους που γράφουν ‘’είμαι στουρνάρι στα οικονομικά των λαών αλλά τα καταφέρνω με τις τράπεζες’’. μικρά μόνο πλήγματα χωρίς στόχο και χωρίς αποτέλεσμα. όταν οι δάσκαλοι ανακαλύπτουν τις φάρσες αυτές στέλνουν τη μαθητική αστυνομία να συλλάβει όποιον βρει στο διάβα της και κυρίως τα κωλόπαιδα που μαζεύονται στη στρογγυλή πλατεία του προαυλίου, πλατεία δια βίου μάθησης κατά τους δασκάλους, πλατεία αλέξανδρου γρηγορόπουλου κατά τους μαθητές. η μαθητική αστυνομία έχει στην κατοχή της πολύ γρήγορα ποδήλατα που τα καβαλάει και όποιον πάρει ο δένδιας.

ο θεός δένδιας είναι ένας ημίθεος της ελληνικής χριστιανικής μυθολογίας, ο οποίος κατάφερε και έκλεψε την ελευθερία από το γένος των ανθρώπων και την προσέφερε στους θεούς, έτσι που οι άνθρωποι να ζουν για πάντα σκλαβωμένοι σε ανύπαρκτα ουράνια πλάσματα. εις ένδειξη διαμαρτυρίας, κάθε χρόνο την 21η απριλίου- που είναι του αγίου δένδια, ημέρα μάλιστα κατά την οποία συμπτωματικά υπεγράφη από τους δασκάλους του σχολείου μια συμφωνία με τους ιθύνοντες άλλων σχολείων περί του αφανισμού όλων των κωλόπαιδων όλων των σχολείων- οι πιο τολμηροί μαθητές καίνε στο προαύλιο του σχολείου μια σημαία που απεικονίζει τη δημιουργία του κόσμου από τον αλλάχ, το μαρμαρωμένο βασιλιά, το χριστιανικό θεό, τον χίτλερ και τον ιωάννη μεταξά.

τότε η μαθητική αστυνομία ξεσπάει σε αντίποινα, που είναι άλλοτε πολύ σκληρά και άλλοτε πάρα πολύ σκληρά, με αποκορύφωμα τις στυγνές δολοφονίες των πιο όμορφων μαθητών, σύμφωνα με όσα τα βιβλία του καθεστώτος διδάσκουν στους αστυνομικούς. οι αστυνομικοί του σχολείου κοιμούνται αγκαλιά με τα κλομπς τους και βαράνε στο ψαχνό γιατί ξέρουν ότι κανένας δεν πρόκειται να τους τιμωρήσει για τα εγκλήματά τους και είναι γενικά μάλλον άνθρωποι άσχημοι και με χνώτα που μυρίζουν αίμα. οι τραυματίες μαθητές- που δεν σκοτώνονται εν ψυχρώ από σφαίρες που, καθόλου μα καθόλου δεν εξοστρακίζονται αλλά έχουν βγει από την κάννη του όπλου με αποκλειστικό σκοπό να σε βρουν κατάκαρδα γιατί σκοτίζεις τα αρχίδια του συστήματος- έχουν την ατυχία να πηγαίνουν στο νοσοκομείο όπου εργάζονται γιατροί για ένα κομμάτι παντεσπάνι αλλά και πάλι κάνουν τα πάντα για να σε σώσουν. μόνο που τις περισσότερες φορές τα νοσοκομεία δεν έχουν γάζες, ιώδιο και τραυμαπλάστ, κι έτσι οι γιατροί παλεύουν με μόνο όπλο την πίστη τους στη γαμημένη τη ζωή.

υπεύθυνος για αυτό το θαύμα στον τομέα της υγείας είναι ένας άλλος άγιος του συστήματος- το εκπαιδευτικό σύστημα που περιγράφω δεν έχει υπουργούς αλλά μόνο ισόβιους αγίους, καθότι πολύ επαναστατικό- που ονομάζεται άδωνις. σύμφωνα με δικούς του υπολογισμούς, ο υπερπληθυσμός των σχολείων, καμιά φορά μπερδεύεται και τα ονομάζει στρατόπεδα συγκέντρωσης, μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο αν πεθάνουμε οι μισοί μαθητές, με ιδιαίτερη έμφαση στους αριστερούς και τους αναρχικούς, για τον ίδιο λόγο που ανέφερα προηγουμένως, δηλαδή το σκότισμα των όρχεων των δασκάλων και των αγίων.

μια μόνο φορά μετάνιωσε ο άδωνις που γάμησε το σύστημα υγείας, όταν το χρειάστηκε ο ίδιος. κάποτε, η τρομοκρατική οργάνωση συνομωσία βιβλίων της καρδιάς του έστειλε σφραγισμένο φάκελο που- άγνωστο ακόμα πώς- πέρασε από την προσωπική του ασφάλεια και έφτασε στα χέρια του. ο θανατηφόρος φάκελος περιείχε μία ενενηντάρα κασέτα με άγνωστα τραγούδια του νικόλα άσιμου και φυσικά ο άγιος άδωνις κόντεψε να πάθει έμμηνο ρύση, αλλά τον έσωσαν την τελευταία στιγμή με ενέσεις ζεϊμπέκικων κάποιου χρυσαυγίτη κατ’ ευφημισμόν τραγουδιστή και με ολονύχτια βίντεο από βασανισμούς στα υπόγεια της οδού μπουμπουλίνας στα τιμημένα χρόνια της χούντας.

κι ενώ περιέργως λοιπόν σε όλο τον υπόλοιπο πολιτισμένο και απολίτιστο κόσμο το αρχαιότερο επάγγελμα είναι εκείνο της πουτάνας, στην ελλάδα το αρχαιότερο επάγγελμα είναι εκείνο του αστυνομικού και του ρουφιάνου. γιατί και παλιότερα αστυνομικοί με και χωρίς στολή έχουν βαρέσει κόσμο στο ψαχνό. κόσμο που περπατούσε στους δρόμους της πόλης φωνάζοντας πως δεν θέλει τυράννους πάνω από το κεφάλι του, αλλά βλέπεις οι τύραννοι είχαν ήδη προαποφασίσει για αυτόν το λαό και ο άρης είχε εκδιωχθεί κάπου μακριά για να μην μπορεί να σώσει κάπως την κατάσταση- μη μιλήσω για τους αρχηγούς του τότε παράνομου κκε, καλοί μαλάκες κι αυτοί- κι έτσι ο τότε τοποτηρητής του αγγλικού θρόνου γέρος παπανδρέου διέταξε να σκοτώσουν διαδηλωτές μπας και σταματήσουν να διεκδικούν ελευθερίες, λες και τους είπε κανένας ότι μπορούν να αποφασίζουν μόνοι τους για τις ζωές τους.

γενικά οι δεκέμβρηδες είναι κρύοι στην αθήνα αλλά και ταραγμένοι, όπως και οι νοέμβρηδες, όπως και όλοι οι μήνες- αν και προείπα ότι εγώ δε μετράω το χρόνο με βάση τα ημερολόγια των παπάδων αλλά με βάση τα τσιγάρα που έχω για να περάσω τη νύχτα μου- και από τότε συνηθίσαμε να ακούμε για αίμα που κυλάει ανένδοτα και για πνευμόνια που σκάνε από το δηλητήριο και για κορμιά που πνίγονται στις θάλασσες και για κεφάλια που κόβονται και τα κρεμάνε στις πλατείες και για μυαλά που τα πυροβολούν και να μην ταραζόμαστε και πολύ, γιατί η συνήθεια είναι η μήτηρ του καπιταλισμού.

πέρασε η ώρα, μου τελειώσανε τα τσιγάρα αλλά είμαι ακόμα ζωντανή. βλέπεις, η σκέψη δεν φυλακίζεται σε κανενός είδους τοπικό και χρονικό κλουβί. και πέρα από τις φιλοσοφίες, είμαι ακόμα ζωντανή γιατί δεν με πυροβόλησε κανένας αστυνομικός, δεν με δηλητηρίασε καμιά αυτοσχέδια σόμπα, δεν με βίασε κανένας ασφαλίτης της χούντας μέσα στο κελί μου· και το μόνο που μου απέμεινε να κάνω είναι να κλάψω για όλους όσοι πέθαναν τις κρύες μέρες του δεκέμβρη, τις καυτές νύχτες του αυγούστου και τα μεσημέρια του μαΐου, κλαίω για τους νεκρούς, κλαίω για τους ζωντανούς, κλαίω για τους ζωντανούς νεκρούς, κλαίω γιατί με λήστεψαν, κλαίω γιατί τα χριστούγεννα δεν γεννήθηκε κανένας θεός αλλά γιατί πεθαίνουν δεκάδες αστέγων στις μεγαλουπόλεις, κλαίω γιατί θέλω να ζήσω.

ανακαλύπτω ένα ξεχασμένο πακέτο τσιγάρα σε κάποιο συρτάρι. σταματάω το κλάμα. εγώ θα αποφασίσω πότε θα πεθάνω.

ανάβω τσιγάρο. ο καπνός ανεβαίνει ψηλά, τρυπάει το ταβάνι, τρυπάει το μπετόν, συναντά άλλους καπνούς, φτιάχνουν ένα μεγάλο σύννεφο από γκρι καπνό που ταξιδεύει πάνω από τις πόλεις και ψεκάζει τον κόσμο.

την άλλη μέρα το πρωί, οι ανυποψίαστοι πολίτες βρίσκουν προκηρύξεις στα μαξιλάρια τους.

‘’γάμησέ τα τα χριστούγεννα, έλα να κάνουμε έρωτα.’’