sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: χρόνος

φάλαγγα

66253_4259158756231_1502757330_n

 

μου ‘πες κάποτε
νομίζω ξημέρωμα ήτανε όπως πάντα
μια ιστορία πέρα ως πέρα ψεύτικη
τι είναι ο έρωτας
ένα πλάσμα που ζει στον ουρανό
κι αν ο ουρανός είναι η γη;
έρωτας ή γλάρος το χαμένο όνειρο μιας ζωής
λοιπόν θυμάμαι εκείνη την ιστορία απόψε
τίποτα τίποτα δεν έμεινε πια
ούτε πουλιά ούτε ουρανός ούτε καν βροχή
περπατάω με το στόμα γερμένο
ένα ηλιοβασίλεμα μόνιμο γεννήθηκε μέσα μου
ο ήλιος θα πεθάνει όταν του απαγορέψουν να ανατέλλει κάθε τόσο
ο έρωτας θα πεθάνει όταν σταματήσουν να τον υμνούν
οι οικοδόμοι ποιητές
οι καταραμένες γυναίκες
οι μάγισσες που αποφύγαν τη φωτιά με μαγεία κατασκότεινη
μου ‘πες λοιπόν πως ο έρωτας ζει για πάντα
όταν φύγουμε μεις
όταν τελειώσει η γη
όταν πνιγούν οι πόλεμοι στο αίμα των αφεντικών μας
θυμάμαι εκείνο το ξημέρωμα
κοιτάζαμε με αγωνία το παράθυρο
λες να μην ξημερώσει απόψε
λες να μην έρθει το αύριο
ο έρωτας ξέρεις δεν δένει τα κορμιά
τα κορμιά είναι γεφύρια
αλλά τα μυαλά είναι που μας καταδικάζουν
σε ισόβια φάλαγγα
φαγούρα μέσα στο στέρνο
και βίαιο κόψιμο του ομφάλιου λώρου
δεν θυμάμαι το τέλος της ιστορίας σου
η ασφάλεια της φωνής με βύθισε σε ύπνο
ξέρεις, είναι εκείνος που νίκησε την αϋπνία
ξέρω όμως με σιγουριά
ότι εκείνο το πρωί ο ήλιος ξανάρθε στην πόλη μας
και τότε σιγουρευτήκαμε
πως ο κόσμος δεν θα τελειώσει
προτού εγώ κι εσύ
να νικήσουμε το χρόνο

περσεφόνεια νάρκη

ο ήλιος νικάει το φόβο

κι έτσι η χειμερία νάρκη του φόβου είναι πάντα καλοκαιρινή

 

οι υμνητές του ίσως αγαπούν την άνοιξη

οι αγωνιστές του τώρα θεριεύουν το καλοκαίρι

οι δύο εποχές έχουν μία μόνο διαφορά

από τους οπαδούς τους ετεροπροσδιοριζόμενη

 

για να πεις άνοιξη αρκεί να κρατήσεις τα χείλη σου ανοιχτά

για να έρθει η άνοιξη αρκεί να μυρίσεις τις νεραντζιές

μαγικά νεράντζια φυτρώνουν παντού σε πόλεις και σε στρατόπεδα

αγαπούν καταπώς φαίνεται την ένωση με το τσιμέντο

και ύστερα τη νίκη τους επ’ αυτού

 

για να πεις καλοκαίρι αρκεί το κορμί σου να βουτήξει στο ιώδιο με μόνη επιθυμία να κλείσει τις πληγές του ψύχους, του έρωτα και της βραχνάδας

για να έρθει το καλοκαίρι αρκεί μια ανεπαίσθητη αλλαγή στο πράσινο του θαλασσινού νερού

 

μια αλλαγή που θα τη δουν μόνο

η τελευταία ακτίνα του ήλιου

ένα κοράκι

και το πρώτο αστέρι που φέρνει τη νύχτα

κι ίσως και κάποιος ποιητής που θάλασσα ποτέ δεν είδε

 

-μην απορείς που λέω τα νερά πράσινα

και όχι γαλάζια

δεν εμπιστεύομαι ούτε τα μάτια μου

ούτε τον ηρωικό τους αστιγματισμό

στη χώρα του μυαλού μου είμαστε όλοι δαλτονικοί

και εξάλλου αναρχία είναι η τάξη και η ασφάλεια των χρωμάτων-

 

επιμένουμε να κομματιάζουμε τα χρόνια σε εποχές

προσπαθούμε να ξεχάσουμε

πως το κομμάτιασμα, το ξεκοίλιασμα και οι διαχωριστικές γραμμές του χρόνου

έργο της πιο αιματοβαμμένης ασθένειας είναι

άλλοι την είπαν έρωτα

άλλοι Περσεφόνη

άλλοι πληγή που δεν την έψησε το ιώδιο

 

και τη λέω αιματοβαμμένη

γιατί κάθε μήνα οι γυναίκες θρηνούν και αιμορραγούν

για τα παιδιά που δεν γέννησαν

 

όλοι οι έρωτες της πόλης μας

κείτονται στους υπονόμους της

γι’ αυτό οι αρουραίοι είναι ζώα ερωτικά και σαρκοβόρα

 

όταν οι νύχτες μεγαλώνουν

δεν επιθυμούμε να ανοίγουμε πολύ το στόμα

τα σύμφωνα του αλφάβητου είναι η μπότα του κατακτητή

 

τι κάνεις

πώς είσαι

τα νέα σου

φθινόπωρο είναι η απάντηση σε όλα

 

και όταν πια λυγίσουμε από το κρύο

κλείνουμε το φόβο μας σε λέξεις κούφιες και αδιάφορες

 

τι έχεις

χειμώνας

 

κι ύστερα πάλι όλα από την αρχή

μέχρι να καταλάβουμε πως του Κορνάρου τα λόγια

δεν είναι στίχος αλλά Προφητεία

 

αλλά την ώρα που καταλαβαίνουμε

πως η καμπύλη του χωροχρόνου χωράει εντός της και τα αστέρια και τη Φυσική και τους θεούς

ακούμε ήδη τις φτυαριές

πέφτουν πάνω μας στεφάνια με μωβ αφιερώσεις

 

αν κατηγορώ τον καπιταλισμό για κάτι

είναι που πρέπει να πληρώσεις για να θάψεις και να θαφτείς

 

στην κοινωνία των ονείρων μου

κηδείες και γέννες δημοσία δαπάνη θα τελούνται

και θα συνοδεύονται πάντα από τραγούδια

 

πάντα πίστευα στα τραγούδια πιότερο από ό,τι στα λόγια

ο ρυθμός πήγαινε πάντα την ανθρωπότητα μπροστά

 

οι χοροί μας έφεραν πιο κοντά στην ανακούφιση και τη χαρά της θνητότητας

οι παρελάσεις μας έφεραν πιο κοντά στη φρίκη της πολεμικής αθανασίας

 

μνημεία να χτίσουμε για τους τροβαδούρους

τους ακκορντεονίστες της Ομόνοιας

τα παιδιά των Ρομά που τραγουδάνε τα κάλαντα δώδεκα μήνες το χρόνο

 

κατεβάστε τις σημαίες

υψώστε τις κιθάρες

 

θυμόμαστε πάντα εν τιμή στρατηγούς εθνοσωτήρες

που οδήγησαν τους γιους μας σε ξένο θάνατο στα βουνά της αλβανίας

και λησμονάμε πάντα τους ραψωδούς με τα μακριά μαλλιά

που χάρισαν στις κόρες μας τα δάκρυα της άνοιξης δεκέμβρη μήνα

 

αφότου εμφανίστηκαν στη γη οι αδόλφοι

κατακερματίσαμε το αξιακό μας σύστημα

και νομίσαμε πως ο κόσμος χτίζεται στην ησυχία

 

όμως ειρήνη σημαίνει πόλεμος

ησυχία βρίσκεις μόνο μέσα στο φέρετρο

 

η ελευθερία είναι ανήσυχη

αλλιώς δεν θα ‘χε μέσα της το γράμμα ρο

 

αγαπώ το γράμμα ρο

γιατί με αφήνει να κυλάω

μου λειαίνει τις γωνίες

το γράμμα ρο είναι ο Δημιουργός της καμπύλης

 

-αν σας αγάπησε κάποιος άντρας για τις καμπύλες του κορμιού σας

να ευχαριστείτε το γράμμα ρο-

 

το ρο είναι το γράμμα της γυναίκας

το ταυ είναι το γράμμα του άντρα

-καθώς θυμίζει φαλλό καταλαβαίνουμε πως ο επιβήτορας του αλφάβητου είναι-

 

και δεν είναι τυχαίο που έτσι αρχίζει η λέξη Τροία

 

γιατί οι Ελένες και οι Περσεφόνες της παγκόσμιας Ιστορίας

δε γεννήσανε παιδιά

αλλά αρουραίους

που πριν κλειστούν στους υπονόμους

ήταν ελεύθεροι να κυκλοφορούν σαν άνθρωποι

και να τραγουδούν τις ζωές των μανάδων τους

 

όμως η ωμή αλήθεια πόναγε τον αστικό πολιτισμό

κι έτσι έσβησαν κάθε αναφορά στα τρωκτικά από τις σελίδες της Ιστορίας

 

κι έμειναν μόνες οι γυναίκες

κλεισμένες σε διαμερίσματα

στο περιστέρι

στο μπραχάμι

και στα άνω λιόσια

να αιμορραγούν κάθε μήνα

να ερωτεύονται κάθε μέρα

να ψαχουλεύουν τη μήτρα τους

μήπως απόμεινε πουθενά λίγη αλήθεια

 

και μη θαρρείς πως κατηγορώ τους άντρες

κάθε στρατιώτης που βρέθηκε με ένα σπαθί ορθό και ετοιμοπόλεμο

νόμισε πως θ’ αλλάξει τον κόσμο

 

και στο κάτω κάτω όσων ποτέ δε γράφτηκαν

ο κόσμος πάντα αλλάζει

μόλις το σπαθί συναντηθεί με τη μήτρα

μόλις το ταυ ενωθεί με το ρο

μόλις ο Πάρης αγαπήσει πάλι την Ελένη

μόλις η Κλυταιμνήστρα σκοτώσει το μέγα νικητή Αγαμέμνονα

και μόλις η Περσεφόνη για πάντα με το θεό του Αχέροντα δεθεί

 

και μόλις στρατηλάτες και αοιδοί

για πάντα το αποτύπωμά τους

στην παγκόσμια πανανθρώπινη Ιστορία απαρνηθούν

 

ο φόβος δε νικιέται από τον ήλιο

πέφτει μόνο σε ακούσια νάρκη

όπως ο εραστής θεός ναρκώνεται από τα χάδια της θνητής γυναίκας

που έδεσε ζωή και θάνατο

με τη δύναμη της αγάπης

 

ο φόβος δε νικιέται από τον ήλιο

πέφτει μόνο σε νάρκη

την περσεφόνεια νάρκη

 

 *

εξ αφορμής μιας εικόνας

κυριακή μεσημέρι ζέστη νωχέλεια

Πακιστανοί που πίνουν αναψυκτικά κάθονται στα παγκάκια της πλατείας

χαμογελούν αφήνουν τον ήλιο να μπει μέσα τους

φτάνουν στο μέλλον με το νου

λησμονούν για λίγο το φόβο

ξεσκίζουν την άθλια λέξη μετανάστης

και ξεκινούν να χτίζουν εκεί

στο παγκάκι της πλατείας

τη νέα πανανθρώπινη χώρα

με σημαία μια κιθάρα

κι έμβλημα ένα μελαμψό χαμόγελο

 

στο ραδιόφωνο έπαιζε αυτό

διάολε, φύγε από μπροστά μου, μου κρύβεις το θεό*

1236633_10201028339805566_456309227_n

Δεν πιστεύω στα όνειρα. Έχω εκπαιδεύσει τα όνειρά μου να πιστεύουν αυτά σε μένα.

Σήμερα, την τελευταία νύχτα του χρόνου -σύμφωνα πάντα με τον ανθρώπινο τρόπο μέτρησής του- είδα περίεργα όνειρα.

Το πρωί πετάχτηκα από το κρεβάτι ακούγοντας το κουδούνι. Άκουσα δύο κορίτσια να λένε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς στον πατέρα μου. Σκέφτηκα πως τα κάλαντα αυτής της μέρας μου αρέσουν πιότερο από τα κάλαντα των Χριστουγέννων. Η αλήθεια είναι πάντως, πως ποτέ δεν κατάλαβα τους στίχους τους. Κρυφοκοίταξα από τη γωνιά του δωματίου μου και άκουσα τον πατέρα μου να λέει στα παιδιά πως δεν έχει ψιλά, οπότε προτείνει να τους δώσει ένα εικοσάρικο και να του δώσουν πίσω είκοσι-πέντε ευρώ σε ψιλά. Ακολούθησε το γάργαρο γέλιο των κοριτσιών· μα δεν έχουμε τόσα λεφτά πάνω μας! Ο πατέρας μου ανταπέδωσε το γέλιο. Τους έδωσε μερικά ψιλά και τους ευχήθηκε καλή χρονιά και καλή πρόοδο. Αιώνιος δάσκαλος. Κρυφογελούσα όσο ντυνόμουν να πάω για δουλειά.

Μα πού το βρίσκει το κέφι για πλάκα πάντα; Μάλλον εκεί που το χάνω εγώ. Πάντα.

// Στο πρώτο όνειρο δύο γυναίκες αστυνομικοί στάθηκαν έξω από το παράθυρο του σπιτιού μας και με πυροβόλησαν όχι μία αλλά τέσσερις φορές ενώ ο πατέρας μου προσπαθούσε να με σώσει. Δεν έμαθα ποτέ αν πέθανα. Κάπως έτσι πρέπει να είναι ο θάνατος. Δεν είσαι εκεί για να τον νιώσεις. Πεθαίνεις για τους ζωντανούς. Αλλά πού πάνε οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν; Και είναι άραγε το ίδιο να πεθαίνεις και το ίδιο να σε σκοτώνουν; Όπως και να ‘χει. Χρόνια πολλά, Χάρε. Χρόνια καλά, Μαρμαρένια Αλώνια. //

Κατήντησα πιο γραφική κι από το χιονοδρομικό κέντρο του Χελμού. Ο κόσμος μου εύχεται καλή χρονιά κι εγώ αντεύχομαι καλό κουράγιο. Η γιαγιά μου που διανύει το εκατοστόν έτος της ζωής της σίγουρα απαντάει πιο αισιόδοξα από μένα. Η φίλη μου η χοντρούλα με πήρε τηλέφωνο τα Χριστούγεννα για να μου ευχηθεί φοβόταν την αντίδρασή μου.

«- Χρόνια πολλά σίνε λέγκε, καλά Χριστούγεννα!

– Ρε δε μας παρατάς κι εσύ και τα Χριστούγεννα και ο Χριστός σου;

– Ρε σίνε λέγκε, ούτε καν σήμερα δε δίνεις μια άφεση αμαρτιών στον κόσμο που θέλει να βγει έξω, να διασκεδάσει, να μεθύσει, να παίξει χαρτιά;

– Όταν όλος ο κόσμος καίγεται, εμείς χτενιζόμαστε χοντρούλα. Η σκέψη μου με τους που δεν έχουν τόπο. Ούτε ελπίδα. Ούτε ζωή. Ούτε απόψε, ούτε αύριο.»

// Στο δεύτερο όνειρό μου ήρθε κάποιος από τα παλιά. Από τα πολύ παλιά. Από τα παιδικά, πολύχρωμα χρόνια. Κάποιος που με όρους ανθρώπινης κουλτούρας δε ζει πια. Ήρθε, κάθισε δίπλα μου, με αγκάλιασε και με ρώτησε τι κάνω. Του χαμογέλασα. Αισθάνθηκα ευτυχία που τον ξαναβρίσκω μετά από πολύ καιρό. Ξαναζωντάνεψε. Ή ίσως να ξαναζωντάνεψα εγώ. Τα χαμόγελα στα όνειρά μας διαρκούν πολύ περισσότερο από ό,τι στον ξύπνιο μας. Το χαμόγελο αυτού του ονείρου με συνοδεύει ακόμα και τώρα, δέκα ώρες μετά. Σ’ ευχαριστώ που ήρθες. //

Στο νησί μου σήμερα ο κόσμος εύχεται καλή αποκοπή.

Η αποκοπή είναι μία έννοια πολυσήμαντη και αόριστη.

Στο νησί μου γενικώς -και συγχωρέστε μου τη χρήση κτητικών αντωνυμιών, δεν το εννοώ στ’ αλήθεια ότι κατέχω κάτι- μας λένε τρελούς. Όπως ο ζωντανός λέει τον πεθαμένο νεκρό γιατί αλλιώς δεν μπορεί να εξηγήσει το φαινόμενο, έτσι και οι δήθεν λογικοί μας λένε τρελούς γιατί τους φαινόμαστε κομματάκι νεραϊδοπαρμένοι, ανεξήγητοι, ζαβολιάρηδες. Το ξέρετε φυσικά πως η λέξη ζαβολιά ανήκει στην ίδια οικογένεια λέξεων με τη λέξη διάβολος, έτσι δεν είναι;

Σας τρομάζει η λέξη διάβολος όσο σας ερεθίζει η λέξη θεός. Αλλά το δίφραγκο έχει πάντα δύο πλευρές. Κι αν δεν μπορείτε να αποδεχθείτε πως μπορείτε να είσαστε εσείς οι θεοί της ζωής σας, τότε θα πρέπει να χωνέψετε πως ούτε διάβολοι μπορείτε να είστε. Ας παραμείνετε πάντα μέτριοι. Χρυσοποίκιλτες μετριότητες που αναμένουν το μάννα εξ ουρανού, πατάνε στη γη και ονειρεύονται να πετάξουν μόνο όταν πεθάνουν και γίνουν άγγελοι.

Εμένα πάντως οι άγγελοι με τρομάζουν λίγο γιατί είναι λέει άφυλοι. Και άμα είσαι άφυλος -τουτέστιν δεν έχεις γεννητικά όργανα- δεν μπορείς να κάνεις έρωτα. Και όχι μόνο δεν μπορείς να κάνεις έρωτα, αλλά δεν έχεις καν την επιθυμία για τον έρωτα. Τώρα αν εσάς αυτό σας ακούγεται παραδεισένιο, εμένα μου φαντάζει αληθινή κόλαση.

Όπως καταλαβαίνετε, κάνω τα πάντα για τον αφορισμό μου, γιατί εγώ κάθε καλοκαίρι που πατάω το πόδι μου στο νησί πλησιάζω με ανατριχίλα το άγαλμα του Αντρίκου και χαϊδεύω με τα ακροδάχτυλα το κρύο υλικό. Κι ύστερα κάθομαι και του μιλάω. Του λέω τα νέα του χειμώνα που πέρασε, αν και συνήθως τα ξέρει από πριν.

Σίγουρα παίζει δάχτυλος της Ασφάλειας και κάπου εδώ κολλάει και το αποψινό μου όνειρο με τις μπατσίνες που με πυροβολούσαν με μένος. Αλλά για κάποιον λόγο δεν ένιωθα πόνο.

Στα όνειρα δεν πονάς.

Τα εκπαιδευμένα να πιστεύουν σε μένα όνειρά μου έκαναν απόψε για λογαριασμό μου τον απολογισμό της χρονιάς.

Ζωντανέψτε τους νεκρούς σας και τα πεθαμένα από καιρό όνειρά σας. Αφήστε τα να ζήσουν μέσα από σας.

Ας μην ξεχάσουμε.

Κανέναν.

Καλή αποκοπή, σύντροφοι.

*στίχος από το Αιρετικό του Γιάννη Αγγελάκα

ο εγκαλών, η έγκλιση και το έγκλειστον

καλώ, κλίνω, κλείνω

ενώνω τις τρεις λέξεις με σχοινιά

κι εμφανίζεται μπροστά μου

ένα τρίγωνο σκαληνό

 

τηλεφωνώ στον πυθαγόρα·

ένα καινούριο πυθαγόρειο χρειάζομαι

μακριά από ορθές γωνίες και ορθούς ανθρώπους

ένα θεώρημα για μας τους σκαληνούς, τους άνισους, τους που γονατίσανε

 

ο μαθηματικός που καλείτε απουσιάζει σε κάποιο όργιο

παρακαλώ καλέστε αργότερα

ή έστω

ένα μήνυμα αφήστε μετά τον ήχο του γκονγκ

 

έβαλε ψύχρα απόψε

πού είσαι ευκτική να σκεπαστώ

να με ζεστάνεις

με την απάτη σου

 

σηκώθηκε νωρίς απ’ το κρεβάτι

πετάχτηκε από τον εφιάλτη πως κάποιος, κάπου, κάποτε

μαχαίρι στου παιδιού της το στήθος κάρφωνε

αποκλείεται· το παιδί μου θα τραγουδάει για πάντα

 

σηκώθηκα κι εγώ νωρίς

άνοιξα την ντουλάπα μου

διάλεξα έγκλιση, χρόνο και αριθμό

φόρεσα βιαστικά μια προστακτική

 

ανάγκασα το σώμα στον παρακείμενο να γυρίσει

διπλοκλειδώθηκα στο αμάξι του ενικού και ανέβασα το τζάμι

ούτε ήλιος, ούτε περαστικός να μην μπορεί να με αγγίξει

πράξη συντελεσθείσα και στο παρελθόν τετελεσμένη·

 

είστε ο εγκαλών;

ναι, μάλιστα·

σας εγκαλώ που με ρημάξατε

μα όση σάρκα μου απέμεινε στη μάχη θα τη ρίξω

 

μοιάζουμε με τα δόντια που κλειδωμένα μέσα στα ούλα κρυφτό μας παίζουν

έχουνε δύναμη υπόγεια

σπρώχνουν τα άλλα δόντια

και δονήσεις πόνου στέλνουν στο μυαλό

 

όταν οι έγκλειστοι ξεσπάσουν

όταν οι εγκλίσεις ξαποστάσουν

όταν ο εγκαλών την έφεση κερδίσει

όταν θα στήσεις πανηγύρι στων σκαληνών τριγώνων τις γωνίες

 

τότε θα αλλάξει -όχι η χρονιά-

τότε θα αλλάξει η εποχή

και τότε τα τραγούδια των που πέθαναν νωρίς

ως νέοι ύμνοι προς την ελευθερία θα ακουστούν

Εν Ληξουρίω, 202 μ.Λ.

// οι φαντασίες μπαίνουν εύκολα στα κούφια κρανία //

// στην είσοδο δεν είναι νους θυρωρός//

// και μέσα βρίσκουν ευρυχωρία //

α. λ.

͂Εν Ληξουρίω, 202 μ.Λ.

ο χρόνος που περνά πάνω από τα δάχτυλά σου δεν θα επιστρέψει ποτέ

η διάταξη των βιβλίων στο ράφι θα αγωνίζεται πάντα ενάντια στη σκόνη της λήθης

το κρύο που σου τεντώνει το δέρμα κάτι θέλει να σου πει

παντού υπάρχουν άστεγοι

γιατί όχι κι εδώ

το άγαλμα του βλαδίμηρου έπεσε με θόρυβο

η ευρώπη μαζεύει στη χιονισμένη της αγκαλιά όλους όσοι τόλμησαν να αποσκιρτήσουν

έτσι θα ζήσουμε

χωρίς ηγέτες

χωρίς ιδέες

μόνο με κρύο και χαρτόκουτα

οι ποιητές θα ενοχλούνται από την παρουσία μας στα παγκάκια

οι δεκαετίες θα περνάνε ανεπιστρεπτί

τα παιδιά μας θα πεθαίνουν από το κρύο

θα παλεύουμε να τα κρατήσουμε παραπάνω μέσα στη μήτρα μας

αλλά φευ

οι γιατροί δεν θα μπορέσουν ποτέ να νικήσουν το θάνατο

μόνο οι συγγραφείς θα ονειρεύονται πως τον νικούν

θα πουλάνε χιλιάδες αντίτυπα από τα βιβλία τους

και δεν θα μάθουν ποτέ πώς είναι να πεθαίνεις από το κρύο

έτσι θα ζήσουμε, σου λέω

φοβάμαι, λίγο

μα πιο πολύ, αρνούμαι

η μάνα παλεύει να μη σε χάσει

ό,τι της απέμεινε από ελπίδα στο χαρίζει

κι ας μείνει εκείνη μόνη μετά

 

τα δάχτυλά σου θωπεύουν ξανά τον αέρα

ψάχνουν στη στρατόσφαιρα τις χαμένες ώρες

μα εκείνες δεν θέλουν να γυρίσουν πίσω πια

η σκόνη τρυπώνει ύπουλα παντού

όλες οι προτομές των ηγετών μας πέσανε

κι εμείς μείναμε να κοιτάμε το άγαλμα του αντρίκου

το μόνο που παραμένει παγωμένο και αγέραστο ακόμα

και πάνω κει

στο κρύο μάρμαρο

η σκόνη, ο χαμένος χρόνος, τα δάχτυλά σου, τα βιβλία

βρίσκουν τη ζεστασιά που αθανασία θα τους χαρίσει.

γιατί σε τάφους και σε αγάλματα το ίδιο υλικό να βρίσκω;

͂

* το κείμενο ενέπνευσε τον @Soulis Thomopoylos για την αλίευση της φωτογραφίας από το διαδίκτυο

γλώσσα, γλώσσα, μαθηματικά

1000738_479028288852493_2115361298_n

 

μια φωνή μπορεί να αλλάξει όλα τα νοήματα

άλλο εκδίδω κι άλλο εκδίδομαι

όσο θα κρύβεσαι μέσα στις σιωπές τόσο θα πληθαίνουν τα ουρλιαχτά σου

να μην αναρωτιέσαι πια αν πήγε κάτι λάθος

έσω σίγουρος

και ζήσε μ’ αυτό.

 

μα δεν μπορώ!

το μυαλό μου αντιστέκεται, θα μπορούσα να είχα ζήσει, θα μπορούσες να είχες πει,

τι θα γινόταν άραγε αν πηγαίναμε εκεί που σχεδιάζαμε μαζί;

να έχεις το νου σου πάντα και στην έγκλιση, παίζει κι αυτή το ρόλο της.

 

τι στο καλό, αγκαλιά με τις γραμματικές θα ζήσω;

 

άλλοι έζησαν αγκαλιάζοντας κορμιά, άλλοι αγκαλιάζοντας βιβλία, κι άλλοι πάλι

έβαλαν στο προσκεφάλι τους τραγούδια αντί για μαξιλάρια.

τι κι αν γνωρίζεις πάντα το υποκείμενο;

φορές φορές το αντικείμενο είναι που κάνει τη διαφορά.

σημασία έχει η μετάβαση,

πάντα με φόβιζαν εκείνα τα ρήματα τα μόνα, τα αμετάβατα.

έκανες ό,τι έκανες και στο τέλος πάλι μόνος σου στεκόσουν.

 

κι αν θυμηθείς και το κατηγορούμενο, εκεί τρομάζεις δια παντός.

 

θαρρώ δεν πρέπει σε τόσο δα μικρά παιδιά τέτοιες λέξεις να μαθαίνουμε

τα τρομάζουμε

και στο κατόπι ξεχνούν να χαμογελάσουν

καθώς χτυπάει το κουδούνι της λυτρώσεως

 

άκου εκεί κατηγορούμενο!

 

δεν θα σου πω σήμερα για χρόνους

μου φαίνεται σε άγχωσα πολύ

και υπάρχουν ξέρεις κάτι χρόνοι σκέτη απάτη

πιάνουν παρόν και παρελθόν και μέλλον

και αλίμονο αν δεν μπορείς να τους αναγνωρίσεις

έρχονται πίσω σου και σε ακολουθούν

και τότε ούτε δάσκαλος ούτε πατέρας

μόνος σου πρέπει να τους στείλεις πίσω από όπου ήρθαν

 

για σήμερα μόνο αυτά ας μάθεις

 

με την ελπίδα να τα έχεις μέχρι αύριο ξεχάσει.

χάπι νάου

76455_4337838759044_1349006344_n

αν ο αριστοτέλης είχε δίκιο

ό,τι διάβασα είναι το κρησφύγετό μου

κάθε νύχτα κατακτώ τον κόσμο

κάθε μέρα ο κόσμος με τσαλαπατά

όσο μεγαλώνω απομακρύνομαι από το έδαφος

όλο πιο ψηλά

όλο πιο μακριά

όλο πιο απαλά

αν αφήσω το ρομαντισμό

θα πρέπει να δεχτώ το θάνατο

δεν το καταλάβατε ακόμα,

πως ο αιθεροβάμων πετά στα σύννεφα

για να μην τον θάψουν ποτέ στη γη;

οι συμβουλές απέτυχαν

η νουθεσία πήρε δρόμο

η θλίψη δεν σας έχει ανάγκη

θα μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά, αλλά οι λεπτομέρειες της ζωής τον εμπόδιζαν*

άντε γαμήσου ευκτική

άντε γαμήσου εργατιά

παράτα με κι εσύ

citius

altius

fortius

χώρισα το χρόνο σε διαστήματα

έγκλειστη·

διαγράφω τις μέρες που περνάνε

μήπως βιάσω το αβέβαιο

να έρθει προς τα δω πιο γρήγορα

το βέβαιο με σκοτώνει.

τα ανεκπλήρωτα όνειρα είναι η σφραγίδα του πολιτισμού*

 

 

*αποσπάσματα από το βιβλίο happiness του γουίλ φέργκιουσον