sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: χρώμα

νοτισμένος αύγουστος

IMG_1153

τα μαλλιά. πού να βολευτούνε τόσα μαλλιά. σ’ αυτόν εδώ τον τόπο δεν στεγνώνει τίποτα ποτέ. η υγρασία νοτίζει τους τοίχους, τα ρούχα, τα σκεπάσματα, το ψωμί, τη σκέψη. ένας κότσος όλη μέρα κι όλη νύχτα πάνω στο κεφάλι. βροχή σκέψεων που φωλιάζουν εκεί μέσα και δε βγαίνουν παρά μόνο τη νύχτα. όταν όλοι επιτέλους κοιμούνται. ησυχάζουν οι κήποι. τεντώνουν τους μίσχους τους τα λουλούδια. σταματούν τη δουλειά αμφότερα τα τζιτζίκια και τα μυρμήγκια. τελειώνουν οι κουβέντες· τα ‘μαθες για την κόρη του τάδε, ο άλλος έμπλεξε με ναρκωτικά λένε, πτυχίο η άλλη δεν θα πάρει ποτέ, αυτός έχει γκόμενα τ’ άκουσα στο καφενείο το πρωί. νοτισμένο νησί. τα μαύρα σύννεφα δε λένε να ξεκουνήσουν τούτο το καλοκαίρι. περίεργο καλοκαίρι. αλλιώτικο. διακοπές από τις διακοπές. ανήσυχος αύγουστος. ελλιπής σελήνη. ολόγιομη αρχή. αλλά αυτά τα μαλλιά πού να βολευτούνε. δεν θα ξαναστεγνώσουνε ποτέ. θα τα κάνει φωλιά πουλιών. να μπαίνουνε μέσα οι πεταλούδες να γεννάνε τα μωρά τους. να βγαίνουνε οι κάμπιες στον έξω κόσμο βαμμένες με ανταύγειες. μήπως και μάθουμε να αγαπάμε τις κάμπιες. μήπως και καταλάβουμε ότι η ομορφιά δεν γεννιέται από τις βαφές στα μαλλιά και τα χρώματα στα χείλια. νοτίσανε και τα μυαλά μας. ο θεός εγκέλαδος τα κούνησε για τα καλά κι ύστερα τίποτα. γράψαμε δυο καντάδες περιπαιχτικές κι ύστερα το κενό. ερήμωσε η μικρή επαρχία. μόνο ένα καινούριο περίπτερο άνοιξε. εκεί που πιάνει το φέρι. για τα αναγκαία. τσιγάρα, γαριδάκια, προφυλακτικά. ανοίγεις το πακέτο με τα τσιγάρα και καπνίζεις νοτισμένα τσιγάρα. τα κόκκαλα πονάνε. οι κλειδώσεις σε απραξία. η υγρασία και η απραξία σε φέρνουνε δέκα βήματα πιο κοντά στο θάνατο. και τα μαλλιά ακόμα βρεγμένα. δεν θα τα ξαναπιάσει στεγνά ποτέ πια. δεν θα ξανακοιμηθεί ήσυχα ποτέ πια. πού να βολευτούνε τόσα μαλλιά. πού να χωρέσουνε τόσες σκέψεις. κάψαμε τα προσωπικά ημερολόγια. ό,τι είναι να πούμε το λέμε δημοσίως. κρυβόμαστε πίσω από την παντοδυναμία του διαδικτύου. μα στην πραγματικότητα δεν έχουμε τίποτα να πούμε. το αυγουστιάτικο κενό ό,τι μισούσε πάντα. η νωχέλεια της παραλίας. το χαμόγελο του καλοκαιρινού μπαρ. η γυαλάδα του βραδινού κοκτέιλ. όλα θαμπά. η υγρασία γέμισε βρύα και λειχήνες τις καρδιές μας.

πάλι περισσεύει ανάμεσα σε τούτο τον κόσμο. τα βράδια στις αυλές του χωριού οι άνθρωποι θέλουνε να πούνε τον πόνο τους. για το μηνιάτικο που δεν φτουράει. για κείνο το συμμαθητή που έγινε αστυνομικός και μια χαρά μισθό παίρνει. βρωμιά και κει αλλά τι τα θες. τώρα πήρε μετάθεση στην αμυγδαλέζα. δεν είναι καλά εκεί. μια φορά έδειρε έναν και το ‘χει τύψη. από τότε άρχισε να τσακώνεται με τους συναδέλφους. μπάτσος λέγεται, πετάγεται. δε λέγεται αστυνομικός. λέγεται μπάτσος που δέρνει και γουστάρει φασισμό. την κοιτάζουνε περίεργα. άλλο θέμα συζητάμε. συζητάμε για τη ζωή που δυσκόλεψε. οι αυλές του χωριού δεν χωράνε το θάνατο του ανθρώπου που πέθανε μέσα στην αμυγδαλέζα. στις αυλές του χωριού χωράει ο θάνατος από μηχανάκι, ο καρκίνος στα κόκαλα, το έμφραγμα από στενοχώρια. αλλά όχι η αυτοκτονία από την ταράτσα λόγω χρεών. όχι ο πνιγμός στα φαρμακονήσια. όχι αυτά. οι αυλές του χωριού είναι το μέγκα τσάνελ της επαρχίας. άλλο θέμα συζητάμε, δεν μιλάμε για τα πολιτικά. μιλάμε για τα λεφτά.

δεν χωράει στις αυλές του χωριού. πιστεύει ότι το θέμα είναι ένα. αδιαίρετο και ομοούσιο.

– ηρέμησε. μη φωνάζεις.

– γεννήθηκα με πίεση είκοσι, το καταλαβαίνετε; παρατήστε με ήσυχη λοιπόν. καθίστε να μιλήσετε για το φόρο που σας φορέσανε στο κεφάλι και αν θα σας τον μειώσουνε για να χαρείτε και παρατήστε με ήσυχη. έχω τοποθετήσει δίχτυ προστασίας πάνω μου. τα μαλλιά μου. τα αφήνω να τραβάνε πάνω τους όλη την υγρασία του νησιού. κι έτσι κρατάω το μυαλό μου στεγνό. καθαρό.

πού να βολευτούνε τόσα μαλλιά. και πού να χωρέσουνε τόσα όνειρα.

και πώς να ‘ναι άραγε το νησί στεγνό;

Advertisements

«εντέλλεται όπως»

428143_4559097210367_1554658762_n

κυνήγησε

την πεταλούδα που όλοι κάποτε

κάμπια της είπανε πως για πάντα θα ‘ναι

φτάστην μόνο και μόνο

μια χειραψία περήφανη για να της κάμεις

 

εμπιστεύσου

το παιδί που καίγεται όρθιο να σηκωθεί

κι απ’ τα δεσμά των προστάτιδων δυνάμεων ν’ απελευθερωθεί

την ώρα που ένα βρέφος μόνο για πρώτη φορά όρθιο πέντε βήματα κάνει

τα χρώματα της ίριδας αυξάνονται κατά ένα

 

ξύσε

καθώς περνάς μπροστά από το μαύρο κτίσμα πάνω στην Πατησίων

το χέρι σου άπλωσε και ξύσε

με όσα απ’ τα νύχια σου αφάγωτα έχουν μείνει

τον μαύρο ετοιμόρροπο σοβά

 

και άσε

μέσα απ’ τα τούβλα να ξεπεταχτούν ζωές και ιστορίες

που σε τετράδια ποτέ δε σημειώθηκαν

γιατί τα παράσιτα που παράνομα πάνω στο τσιμέντο επί αιώνες ζούνε

πιο ανθεκτικά κι απ’ το μπετόν ακόμα αποδειχθήκανε

 

-η πιο επιθυμητή κατάσταση για έναν εραστή είναι η υγρασία, το ξέρεις-

 

ομολόγησε

πως πριν και πάνω και ύστερα απ’ τα πάντα

το θάνατο φοβάσαι

γι’ αυτό και κάθε μέρα τους επικήδειους των φίλων σου γράφεις

 

κατονόμασε

όλους εκείνους που πριν την ώρα τους

όλα τα δόντια σου τα σπάσανε

και σ’ αφήσανε με κατακόκκινα και γερασμένα ούλα

 

-κι ύστερα τι είναι ο έρωτας χωρίς το δάγκωμα, στον καταστρέψανε-

 

κατασκεύασε

μια ιστορία πέρα ως πέρα ψεύτικη

ψεύτικη σαν τα χαρτιά που τα αφεντικά μέσα στις τσέπες τους τις νύχτες κουβαλάνε

κι έτσι αναγκάζονται χτισμένοι πάνω στη γη αιώνια να περπατάνε

 

κι ύστερα γκρέμισε

την ψεύτικη ιστορία σου με παραμύθια

πέρα ως πέρα αληθινά

μύθοι με μέτρια αρχή και άγνωστο φινάλε

ιστορίες συννεφιασμένες μέσα σε υπόγεια και κάτω από λεωφόρους

με αποστολέα τη ζωή και παραλήπτες τα παιδιά σου

 

απάντησε

οριστικά σε όλα τα σημεία στίξης με ένα ερωτηματικό

ίδιο ταφόπλακα

 

και αντάλλαξε

τις αγκύλες του προσώπου σου

με παρενθέσεις που πιο φιλικές είναι

σταυροί στρογγυλεμένοι

 

απάλλαξε

όλες τις φράσεις απ’ τα υπονοούμενα

 

και ελευθέρωσε

ό,τι βασανισμένο μετά την πρόθεση υπό ασθμαίνοντας ζυγώνει

 

οι συμβαλλόμενοι

ηθεάτωντυχηρώνκαιοκύκλωπαςπουαπ’τοτίποτατυφλώθηκε