sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: χωριό

νοτισμένος αύγουστος

IMG_1153

τα μαλλιά. πού να βολευτούνε τόσα μαλλιά. σ’ αυτόν εδώ τον τόπο δεν στεγνώνει τίποτα ποτέ. η υγρασία νοτίζει τους τοίχους, τα ρούχα, τα σκεπάσματα, το ψωμί, τη σκέψη. ένας κότσος όλη μέρα κι όλη νύχτα πάνω στο κεφάλι. βροχή σκέψεων που φωλιάζουν εκεί μέσα και δε βγαίνουν παρά μόνο τη νύχτα. όταν όλοι επιτέλους κοιμούνται. ησυχάζουν οι κήποι. τεντώνουν τους μίσχους τους τα λουλούδια. σταματούν τη δουλειά αμφότερα τα τζιτζίκια και τα μυρμήγκια. τελειώνουν οι κουβέντες· τα ‘μαθες για την κόρη του τάδε, ο άλλος έμπλεξε με ναρκωτικά λένε, πτυχίο η άλλη δεν θα πάρει ποτέ, αυτός έχει γκόμενα τ’ άκουσα στο καφενείο το πρωί. νοτισμένο νησί. τα μαύρα σύννεφα δε λένε να ξεκουνήσουν τούτο το καλοκαίρι. περίεργο καλοκαίρι. αλλιώτικο. διακοπές από τις διακοπές. ανήσυχος αύγουστος. ελλιπής σελήνη. ολόγιομη αρχή. αλλά αυτά τα μαλλιά πού να βολευτούνε. δεν θα ξαναστεγνώσουνε ποτέ. θα τα κάνει φωλιά πουλιών. να μπαίνουνε μέσα οι πεταλούδες να γεννάνε τα μωρά τους. να βγαίνουνε οι κάμπιες στον έξω κόσμο βαμμένες με ανταύγειες. μήπως και μάθουμε να αγαπάμε τις κάμπιες. μήπως και καταλάβουμε ότι η ομορφιά δεν γεννιέται από τις βαφές στα μαλλιά και τα χρώματα στα χείλια. νοτίσανε και τα μυαλά μας. ο θεός εγκέλαδος τα κούνησε για τα καλά κι ύστερα τίποτα. γράψαμε δυο καντάδες περιπαιχτικές κι ύστερα το κενό. ερήμωσε η μικρή επαρχία. μόνο ένα καινούριο περίπτερο άνοιξε. εκεί που πιάνει το φέρι. για τα αναγκαία. τσιγάρα, γαριδάκια, προφυλακτικά. ανοίγεις το πακέτο με τα τσιγάρα και καπνίζεις νοτισμένα τσιγάρα. τα κόκκαλα πονάνε. οι κλειδώσεις σε απραξία. η υγρασία και η απραξία σε φέρνουνε δέκα βήματα πιο κοντά στο θάνατο. και τα μαλλιά ακόμα βρεγμένα. δεν θα τα ξαναπιάσει στεγνά ποτέ πια. δεν θα ξανακοιμηθεί ήσυχα ποτέ πια. πού να βολευτούνε τόσα μαλλιά. πού να χωρέσουνε τόσες σκέψεις. κάψαμε τα προσωπικά ημερολόγια. ό,τι είναι να πούμε το λέμε δημοσίως. κρυβόμαστε πίσω από την παντοδυναμία του διαδικτύου. μα στην πραγματικότητα δεν έχουμε τίποτα να πούμε. το αυγουστιάτικο κενό ό,τι μισούσε πάντα. η νωχέλεια της παραλίας. το χαμόγελο του καλοκαιρινού μπαρ. η γυαλάδα του βραδινού κοκτέιλ. όλα θαμπά. η υγρασία γέμισε βρύα και λειχήνες τις καρδιές μας.

πάλι περισσεύει ανάμεσα σε τούτο τον κόσμο. τα βράδια στις αυλές του χωριού οι άνθρωποι θέλουνε να πούνε τον πόνο τους. για το μηνιάτικο που δεν φτουράει. για κείνο το συμμαθητή που έγινε αστυνομικός και μια χαρά μισθό παίρνει. βρωμιά και κει αλλά τι τα θες. τώρα πήρε μετάθεση στην αμυγδαλέζα. δεν είναι καλά εκεί. μια φορά έδειρε έναν και το ‘χει τύψη. από τότε άρχισε να τσακώνεται με τους συναδέλφους. μπάτσος λέγεται, πετάγεται. δε λέγεται αστυνομικός. λέγεται μπάτσος που δέρνει και γουστάρει φασισμό. την κοιτάζουνε περίεργα. άλλο θέμα συζητάμε. συζητάμε για τη ζωή που δυσκόλεψε. οι αυλές του χωριού δεν χωράνε το θάνατο του ανθρώπου που πέθανε μέσα στην αμυγδαλέζα. στις αυλές του χωριού χωράει ο θάνατος από μηχανάκι, ο καρκίνος στα κόκαλα, το έμφραγμα από στενοχώρια. αλλά όχι η αυτοκτονία από την ταράτσα λόγω χρεών. όχι ο πνιγμός στα φαρμακονήσια. όχι αυτά. οι αυλές του χωριού είναι το μέγκα τσάνελ της επαρχίας. άλλο θέμα συζητάμε, δεν μιλάμε για τα πολιτικά. μιλάμε για τα λεφτά.

δεν χωράει στις αυλές του χωριού. πιστεύει ότι το θέμα είναι ένα. αδιαίρετο και ομοούσιο.

– ηρέμησε. μη φωνάζεις.

– γεννήθηκα με πίεση είκοσι, το καταλαβαίνετε; παρατήστε με ήσυχη λοιπόν. καθίστε να μιλήσετε για το φόρο που σας φορέσανε στο κεφάλι και αν θα σας τον μειώσουνε για να χαρείτε και παρατήστε με ήσυχη. έχω τοποθετήσει δίχτυ προστασίας πάνω μου. τα μαλλιά μου. τα αφήνω να τραβάνε πάνω τους όλη την υγρασία του νησιού. κι έτσι κρατάω το μυαλό μου στεγνό. καθαρό.

πού να βολευτούνε τόσα μαλλιά. και πού να χωρέσουνε τόσα όνειρα.

και πώς να ‘ναι άραγε το νησί στεγνό;

Advertisements

υπέρ παρτίδος

δον κιχώτης_2

ζω σε μια χώρα πάνλαμπρη στυγνή και δοξασμένη

οι κάτοικοι των πόλεων ξυπνάνε τους χειμώνες

ανάβουν τα τσιγάρα τους και κλαίνε ανυπαιτίως

στης νικοτίνης τη γιορτή ακάλεστοι σιμώνουν

 

και μη θαρρείς πως στα χωριά πιο όμορφα ξημερώνει

γιατί στον ανοιχτό ουρανό της φτώχειας νέφη φτάνουν

αν κάποιος πιο άνετα βιοί είν’ ίσως τα μουλάρια

άζευγα ανολοκλήρωτα και με το νου στο χόρτο

 

της χώρας μου οι κάτοικοι αενάως ρημαγμένοι

πενθούν τον ήλιο καίγονται διαβάζουν το κοράνι

ορδές ενστόλων θάβουνε των έφηβων τα νιάτα

φέτος οι κάμποι στέρεψαν λιγόστεψαν τα ψάρια

 

σε στέρφα αμπελοχώραφα από παντού ηττημένοι

σε υπογείων διασυρμών υπόσχεση δοσμένοι

αναζητούν σωτήρα νιο κατέχοντα τη λύση

πίνοντας δίχως να κερνούν του πεύκου τα τραγούδια

 

οι άστεγοι των πόλεων γυρεύουν χαρακίρι

-μνημόνιο και μνημόσυνο ταυτόσημο και αχρείο-

μιμνήσκουν εποχές παλιές να ζήσουνε τις δόξες

όταν ο πλούσιος κι ο φτωχός αδερφικά πεθαίναν

 

στη χώρα μου την πάνλαμπρη που στέγνωσε κι εχάθη

οι άνθρωποί της βούτηξαν στου κέρματος τη λήθη

κι αναζητάνε τη χαρά σε ξηλωμένες τσέπες

λησμόνησε ο κόσμος πια τι είναι η ζωή η καθάρια

 

της χώρας μου οι κάτοικοι αενάως ρημαγμένοι

πενθούν τον ήλιο καίγονται διαβάζουν το κοράνι

ορδές ενστόλων θάβουνε των έφηβων τα νιάτα

φέτος οι κάμποι στέρεψαν λιγόστεψαν τα ψάρια

 

σε στέρφα αμπελοχώραφα από παντού ηττημένοι

σε υπογείων διασυρμών υπόσχεση δοσμένοι

αναζητούν σωτήρα νιο κατέχοντα τη λύση

πίνοντας δίχως να κερνούν του πεύκου τα τραγούδια

 

και οι λίγοι που αρνηθήκανε ψυχές να εμπορευτούνε

κλειστήκαν στα λευκά κελιά του νου και του ονείρου

στων πόλεων τις στέγες που δεν έχουν κεραμίδια

κοιμήθηκαν υψώνοντας του τίποτα σημαίες

 

να τους περιγελάς λαέ τους νέους σου παρίες

κι ύστερα σε ταβέρνα εσύ τραγούδα τους καημούς σου

λαέ εσύ που δεν τολμάς στον ήλιο να φωνάξεις

κι έτσι ατελέσφορα έδωσες στο σκότος την πνοή σου

 

της χώρας μου οι κάτοικοι αενάως ρημαγμένοι

πενθούν τον ήλιο καίγονται διαβάζουν το κοράνι

ορδές ενστόλων θάβουνε των έφηβων τα νιάτα

φέτος οι κάμποι στέρεψαν λιγόστεψαν τα ψάρια

 

σε στέρφα αμπελοχώραφα από παντού ηττημένοι

σε υπογείων διασυρμών υπόσχεση δοσμένοι

αναζητούν σωτήρα νιο κατέχοντα τη λύση

πίνοντας δίχως να κερνούν του πεύκου τα τραγούδια

αγρόν ηγοράζομεν

1236860_10200992044538207_923447239_n

λοιπόν, εντάξει.

μπήκε το νερό στ’ αυλάκι. τα πράγματα στρώνουν.

ο καιρός μας ευνοεί, σηκώνεσαι το πρωί έτοιμος να χώσεις μπουκέτο σε όποιον σου απευθύνει το λόγο και αντικρίζεις τον ήλιο να λάμπει στον ουρανό και να ομορφαίνει την πρωτεύουσα της δυστοπίας. αυτός ο ήλιος δεν σ’ αφήνει να μελαγχολήσεις, αυτή η πόλη έχει τόσες κρυμμένες ομορφιές, σήμερα λήγει το φ.π.α. και όποιος δεν το καταβάλει εμπροθέσμως ας ετοιμαστεί να πληρώσει πρόστιμο ένα χιλιαρικάκι, έτσι, γιατί η δημοκρατία δεν εκδικείται, τι ψέμα ακόμα να γράψω για να σταματήσουνε να μου λένε ότι τα βλέπω όλα μαύρα, να γραφτώ στους ατενίστας, να κάνω βόλτες με το ποδήλατό μου στην πλατεία καρύτση και να χαμογελάω στους φωτογράφους των φρι πρες, μα πότε ρε, αφού δουλεύω όλη μέρα, ε αφού δουλεύεις δόξα τω θεώ να λες κορίτσι μου, μπουνιά και πάρ’ τον κάτω όποιον μου ξαναπετάξει τέτοια κοτσάνα, τι λέγαμε;

α ναι. τα πράγματα πάνε καλύτερα παιδιά.

λοιπόν που λέτε, ο προαλειφόμενος -εμένα γιατί μονίμως αυτή η λέξη με παραπέμπει πάντα σε φρυγανιές με μαρμελάδα, άλλο θέμα- το λοιπόν ο άνθρωπος που προετοιμάζεται λέει για να γίνει ο επόμενος πρωθυπουργός είναι άθεος, κι αυτό πολύ με έχει τρομοκρατήσει, γιατί άθεος σημαίνει ότι δεν πιστεύει στην επικρατούσα κατά το σύνταγμα χριστιανική θρησκεία και εδώ στην ελλάδα όπως ξέρετε με τις συνταγματικές διατάξεις δεν παίζουμε, είναι όλες απαραβίαστες και κανείς εξουσιαστής μέχρι τούδε δεν έχει διανοηθεί να καταπατήσει έστω και μισή γραμμή από τα οριζόμενα στο σύνταγμα. βέβαια, οι έχοντες την εξουσία αποτελούν μικρογραφία της κοινωνίας, και αφού η κοινωνία μας είναι τόσο ώριμη πολιτικά είναι λογικό και οι εκλεγμένοι μας άρχοντες να δρουν με γνώμονα μόνο το δικό μας συμφέρον. άθεος που λέτε ο επόμενος πρωθυπουργός και φωτιά στα μπατζάκια μας. διότι, εάν είναι άθεος, πού και πώς περνάει το βράδυ της ανάστασης του κυρίου ημών; και τι κάνει την μεγάλη παρασκευή; ικανό τον έχω να σκάει μύτη σε κανα σουβλατζίδικο και να τρώει τίποτα σουβλάκια απ’ όλα την ιερή εκείνη ώρα και στιγμή που άπαντες ημείς κάνουμε την περιφορά του επιταφίου και κουτσομπολεύουμε όλη μας τη γειτονιά ή το χωριό. η τάδε που φόρεσε ξώβυζο, ο άλλος που ήρθε στην εκκλησία με την γκόμενα, ο γιος της διπλανής που έννοια σου, ξέρουμε τι κουμάσι είναι, κάθε βράδυ πάνω στο καζίνο της πάρνηθας ξεπούλησε γυάρδα προς γυάρδα την προίκα της μάνας του, και τέτοια πράγματα, χριστιανικά. και ξαναρωτώ, πού βρίσκεται ο φέρελπις πρωθυπουργός του μέλλοντός μας τις σεπτές εκείνες ώρες; ρε μπας και κλείνεται στα υπόγεια της κουμουνδούρου παρέα με τον άγιο παστίτσιο και καταστρώνουν σχέδια κατά της ορθοδοξίας;

και καλά όλα αυτά, αλλά ποιος τους είπε ότι η ορθοδοξία πέφτει τόσο εύκολα;

να σας πω την αλήθεια μου, όσο γραφικά κι αν μου φαίνονται όλα αυτά, εγώ πρόβλημα δεν έχω με τη θρησκεία. κάπου πιστεύουμε όλοι μας, άλλος στο ουλαλούμ του σκαρίμπα, άλλος στο βαγγέλη μαρινάκη κι άλλος στο άγιο πνεύμα. εξάλλου, άμα σας πω κι εγώ πού πιστεύω θα καταλάβετε ότι είμαι πιο γραφική κι από το ναυάγιο στη ζάκυνθο. δεν με ενοχλεί η ορθοδοξία μέχρι το σημείο που θα αρχίσει να παρεμβαίνει στη δική μου τη ζωή. δέκα άνθρωποι συνομήλικοι και αντικειμενικώς θεωρούμενοι ως νέοι δώσαμε όρκο προ ενός έτους στο πρωτοδικείο για να λάβουμε άδεια ασκήσεως του δικηγορικού επαγγέλματος, μόνη μου έδωσα όρκο πολιτικό και υπό το στραβό βλέμμα συναδέλφων, γραμματέως, εισαγγελέως και δικαστού.

απειροελάχιστη σημασία έχει βέβαια για τους παροικούντες την ιερουσαλήμ και τα τηλεοπτικά παράθυρα, πως το γαμημένο το συνταγματικό άρθρο καθιερώνει το δικαίωμα στην ανεξιθρησκία και ουχί την υποχρεωτική επικράτηση του χριστιανισμού. οι λάτρεις της ιστορίας ας κάνουν μια περατζάδα από το σημερινό κέντρο της μόδας με την πάλαι ποτέ ονομασία μεδιόλανα και ας μας πουν τι στο διάολο αποφασίστηκε εκεί.

ποσώς με αφορούν οι απανωτές γκάφες και τα λάθη της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

για τη βρωμιά του κυβερνητικού επιτελείου δεν θα εκφραστώ καν. ο πανικός είναι κακός σύμβουλος όμως παίδες.

αυτό που αφορά εμένα και τον καθένα από μας ως μέρη ενός κοινωνικού συνόλου -είτε το θέμε είτε όχι- είναι το κύμα ανελευθερίας που καταφθάνει σαν τσουνάμι και ετοιμάζεται να μας κατασπαράξει άπαντες. από τη θρησκευτική ελευθερία μέχρι τα καταπατηθέντα από καιρό εργατικά δικαιώματα, η απόσταση είναι μερικά μόνο άρθρα του συντάγματος. από τις ποινικώς κολάσιμες πράξεις μέχρι την ποινικοποίηση της σκέψης και της ιδεολογίας, η απόσταση δεν είναι παρά λίγη ακόμα τρομοκράτηση εξερχόμενη από τους τηλεοπτικούς δέκτες. από τη δυστοπική πραγματικότητα που ζούμε μέχρι να βρεθούμε γραμμένοι σε κάποια από τις σελίδες του μεγάλου αδελφού του όργουελ, δεν απέχουμε παρά ένα σημείο στίξης.

 

ου γαρ ίσμεν τι ποιούμεν;*

 

*απαλλοτριωμένο

Αγρίμια κι Αγριμάκια μου

~τα σπηλιαράκια του βουνού είναι τα γονικά μας~

Πάνε χρόνια. Ας μην τα υπολογίσω καλύτερα. Όχι, όχι θα τα υπολογίσω. Πάνω από δεκαπέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε.

Το χωριό βρίσκεται στους πρόποδες του βουνού. Σηκώνεις το βλέμμα και βλέπεις παντού βουνά. Δεν έχεις άλλη επιλογή από το να γίνεις φίλος μαζί τους. Βγαίνεις στο μπαλκόνι του ετοιμόρροπου πατρικού σπιτιού και αναρωτιέσαι πώς έναν τόσο σκληρό τόπο ξεπετάχτηκαν άνθρωποι μέσα στη γλύκα και την ανθρωπιά. Τώρα πια μετράει γύρω στους 20 μόνιμους κατοίκους· μέσος όρος ηλικίας τα εβδομήντα. Η γριά νόνα πατάει φέτος τα εκατό. Το καταγάλανο βλέμμα της έχει τη σπιρτάδα των είκοσι χρόνων, η καρδιά της τη θλίψη των σαράντα. Στην ηλικία της πάντως δεν ταιριάζει. Δεν τη νοιάζει που δεν μπορεί πια να ανέβει πάνω στην καρυδιά για να μαζέψει τα καρύδια της, δεν λυπάται που δεν μπορεί να πάει στο χωράφι να ποτίσει τα ζαρζαβατικά της, την καίει που δεν μπορεί πια να χ ο ρ έ ψ ε ι. Ακόμα και με το πι σηκώνεται και ρίχνει τη γύρα της με έξι πόδια, αλλά δεν είναι πια το ίδιο. Αλλά ακόμα κι έτσι είναι η πρωταγωνίστρια του γλεντιού. Τραγουδάει με φωνή βραχνή που μαρτυράει τι φωνή είχε στα νιάτα της, απαγγέλει την Άλωση της Πόλης- ολόκληρη, ούτε στίχο δεν ξεχνάει- και αφιερώνει πάντα ένα τραγούδι στην εγγόνα της που να περιέχει το όνομά της. Εσύ να μην παντρευτείς μικρή, μου λέει. Εγώ δασκάλα ήθελα να γίνω και δεν με άφησαν. Με πάντρεψαν.

Στον εμφύλιο οι αντάρτες εφορμούσαν στο χωριό κι έκλεβαν ότι έβρισκαν. Από τότε η νόνα δεν τους ήθελε τους αριστερούς, και τι να κάνει που έστειλε το γιο στην Αθήνα να σπουδάσει κι αυτός γύρισε το πρώτο καλοκαίρι με τη σημαία της ΚΝΕ στον ώμο; Το κατάπιε κι αυτό. Και νάσου μετά τα εγγόνια, τα παιδιά του γιου, να της κάνουμε πλάκα, γιαγιά θα έρθουν οι κομμουνιστές και θα σου πάρουν το σπίτι και να δαγκώνει τα χείλη σχεδόν φοβισμένη, και να γελάμε αναίσθητα, δεν ζήσαμε βλέπεις το φόβο του τότε, δεν αντέχουμε καν να τον δικαιολογήσουμε, για μας τους μακρινούς αναγνώστες αυτής της ιστορίας είναι ξεκάθαρο ποιος ήταν τότε ο σωστός, μακριά παιδιά μου από πόλεμο, ο πόλεμος φέρνει πόνο κι ο πόνος θάνατο, συνέχιζε η νόνα, δυο παιδιά έχασα στην Κατοχή και ξέρω τι σας λέω, πάρε τώρα την πιο απλή και αληθινή ανάλυση του πολέμου, κανείς δεν έφταιγε μα όλοι ήμασταν λ ά θ ο ς.

Και φτάσαμε στο πέρυσι να της κάνουμε την ίδια πλάκα ενόψει εκλογών για να μας πει παιδιά μου έχετε δίκιο, άλλη λύση δεν υπάρχει τώρα πια.

Πριν μια δεκαπενταετία λοιπόν, ο πατέρας αποφάσισε να μας πάει εκδρομή. Αλλά τι εκδρομή. Όχι από κείνες με το αμάξι, που κουβαλάς μαζί σου ταπεράκι με κεφτέδες, ψυγείο με νερό, χυμό για τα παιδιά και μαγιό για ένα γρήγορο μπάνιο στη θάλασσα. Ανάβαση στο πιο ψηλό βουνό της περιοχής, ορειβασία τέσσερις ώρες για να ανέβεις και άλλες τέσσερις για να κατέβεις. Ανησυχούσε κάπως η μαμά, μακριά τα πας τα παιδιά, όχι έλεγε ο πατέρας, θα τους αρέσει, θα δεις.

Σηκωθήκαμε γύρω στις τέσσερις το ξημέρωμα. Αν σε βρει ο ήλιος την ώρα που ανεβαίνεις την πλαγιά ζήτω που πέθανες. Με βαρβάτο εξοπλισμό, παντελόνι, αρβύλες, καπέλο, γκλίτσες, παγουράκι με νερό- δεν χρειάζεται να κουβαλάμε νερό έλεγε ο πατέρας, στη διαδρομή θα βρούμε πολλές βρύσες φτιαγμένες από τους τσοπάνηδες- και ψωμοτύρι. Ενθουσιασμένοι εμείς, ρωτούσαμε αν θα δούμε ζώα, αλεπούδες, λαγούς- έχει ακόμα λύκους μπαμπά;– γεράκια, αετούς. Μην μιλάτε πολύ γιατί θα κουραστείτε, μας απαντούσε αινιγματικά. Αλλά ήταν μπαμπάς, οπότε ήξερε το σωστό. Αυθεντία από τις αγαπημένες που είδε μετά από χρόνια την αυθεντία του να γκρεμίζεται από τα ίδια του τα σπλάχνα που την πήγανε τουλάχιστον δέκα βήματα παρακάτω και ήταν ο πρώτος που σηκώθηκε και τα χειροκρότησε.

Ξεκινήσαμε να ανεβαίνουμε που λέτε και μαζί με μας ξεκίνησε και η κούραση. Ο πατέρας, μεγαλωμένος κυριολεκτικά πάνω σ’ αυτά τα κακοτράχαλα μέρη δεν καταλάβαινε χριστό. Μας εμείς, τα παιδιά της πόλης, που νομίζαμε ότι κούραση νιώθεις όταν παίζεις μπάσκετ, ανοίγαμε όλο και πιο συχνά το παγούρι για να ξεγελαστούμε. Κι ας μας έλεγε μην πίνετε πολύ νερό, θα διψάσετε περισσότερο. Μετά από καμιά ώρα πεζοπορίας κι ενώ είχαμε συνηθίσει κάπως την αίσθηση του κράτα με να σε κρατώ να ανεβούμε το βουνό, μας ανακοίνωσε ότι σε περίπου άλλη μία ώρα θα βρίσκαμε την πρώτη βρύση, όπου και θα καθόμασταν να φάμε κάτι και να ξεκουραστούμε. Αναπτερωθήκαμε ως έπρεπε και συνεχίσαμε, μέχρι που φτάσαμε στην πρώτη βρύση για να τη βρούμε ξεραμένη από καιρό και χωρίς καθόλου τρεχούμενο νερό. Δεν μας πείραξε πολύ- νερό είχαμε άλλωστε στα παγούρια μας- αλλά ο νους μας δεν πήγε καν στην απογοήτευση του πατέρα που κοιτούσε τις πλαγιές που άλλοτε έσφυζαν από ζωή και τώρα πια κατέρρεαν ερημωμένες. Κανένας δεν περνάει πια από δω. Εκείνη την ώρα, εκείνος συνειδητοποιούσε το τέλος μιας εποχής πολύ δύσκολης, πολύ φτωχής, μα και πολύ όμορφης. Αναρωτιόμουν πάντα πώς γίνεται να νοσταλγεί εκείνα τα χρόνια που ήταν μικρός, που έκλεβαν φρούτα από τα δέντρα του γείτονα λίγο για να φάνε αλλά πιο πολύ γιατί μέσα τους δεν τους φαινόταν έγκλημα αυτό που κάνανε, πες μου μπαμπά πού πήγες μετά το δημοτικό, τι γινόταν στο γυμνάσιο που πήγες σε άλλη πόλη, καλά ρε μπαμπά ποιος σας μαγείρευε να φάτε, δεκαπέντε χρονών παιδάκια και ήσασταν μόνα σας, μα πώς γίνεται αυτό το πράγμα;

Μικρή μου άρεσε να ακούω ιστορίες, τώρα μου αρέσει να τις γράφω.

Από τις τέσσερις-πέντε βρύσες που περιμέναμε να βρούμε στο δρόμο μας μόνο η μία είχε νερό τελικά, αλλά αυτό δεν ανέκοψε την πορεία μας προς τα πάνω. Πάρ’ το και γενικότερα αυτό αν θες, για τη ζωή σου ρε παιδί μου, μην σε σταματάει τίποτα, κάνε ό,τι γουστάρεις, είτε ανηφόρα είτε κατηφόρα είτε και τα δύο για ποικιλία, αλλά μην αφήνεις τίποτα να σε σταματάει.

Μετά από τέσσερις ώρες ανάβασης αρχίσαμε να βλέπουμε την κορυφή από μακριά. Τα παιδικά μάτια πέταξαν φλόγες. Φτάνουμε. Εδώ μια ιστορία για τον παππού που κάποτε είχε συναντήσει σ’ αυτό ακριβώς το σημείο έναν λύκο- πωπω και τι έκανε ο παππούς μπαμπά; κι ο λύκος πλάσμα της φύσης είναι παιδιά- μια ιστορία για έναν συγχωριανό που τον είχε χτυπήσει κεραυνός πάνω στο βουνό κι έμεινε στον τόπο, ένας άλλος που φοβόταν εδώ πάνω τα αστραπόβροντα και φώναζε βοήθησέ με παναγία μου γαμώ το χριστό μου, και με τα πολλά πατήσαμε στην κορυφή. Φωνές και γέλια, τι όμορφα που είναι δω πάνω, ο αέρας είναι ελαφρύς, μπαίνει μέσα στα πνευμόνια και τα ανταριάζει, μπαίνει μέσα στην ψυχή και την αλαφρώνει, νομίζω ποτέ δεν είχαμε ξανανιώσει έτσι, βγάλε με μια φωτογραφία όπως σ’ εκείνη την ταινία, I am the king of the world, όλα λουσμένα στο φως και στην ομορφιά, όλα ελεύθερα, όλα ελαφριά κι από μακριά το χωριό να μας κλείνει το μάτι συνωμοτικά.

Φυσικά η κατάβαση ήταν πολύ πιο δύσκολη από την ανάβαση. Τα πόδια μας, εξαντλημένα πια, δεν υπάκουαν στις εντολές μας, σχεδόν κουτρουβαλούσαμε στην πλαγιά- μωρέ καλά μας έλεγε ο πατέρας να κρατήσουμε δυνάμεις για το κατέβασμα- η κούραση είχε εξαπλωθεί σε όλο μας το κορμί αλλά τα μάτια έλαμπαν ακόμα· είχαμε αγγίξει την κορυφή. Κατεβαίνοντας, ο πατέρας σταμάτησε ξαφνικά. Ακούστε παιδιά. Φλογέρα. Ένας τσοπάνης καθόταν κάπου που δεν μπορούσαμε να τον δούμε. Ακούγαμε μόνο τη μελωδία που έβγαινε από τη φλογέρα του. Ήμασταν μικρά για να καταλάβουμε τη συγκίνησή του στο άκουσμα αυτής της μελωδίας, αλλά δεν ήμασταν μικρά για να τη νιώσουμε.

Κοντεύω τριάντα κι όταν ακούω φλογέρα κλαίω.

Φτάσαμε στο σπίτι εξαντλημένοι, η μαμά ήταν στο τσακ να αρχίσει να ανησυχεί, κινητά δεν υπήρχαν τότε φυσικά, αλλά και να υπήρχαν δεν υπήρχε σήμα, μόνο μετά από χρόνια ήρθε μια εταιρεία και αναβάθμισε το χωριό, κότσαρε πάνω σε έναν λόφο μια κεραία και μας είπε, τώρα μπορείτε να επικοινωνείτε, μια πανύψηλη, άσχημη κεραία που δεν έδεσε ποτέ με το τοπίο, φοβού τον πολιτισμό και δώρα φέροντα. 

Κοιμηθήκαμε για αρκετές ώρες και όταν ξυπνήσαμε η κούραση είχε πάρει δρόμο. Και δώστου να λέμε ιστορίες στη μαμά λες και πήγαμε στη χώρα των θαυμάτων, και είδαμε και αετό μαμά, αλήθεια, είχε κάτι τεράστια φτερά και πετούσε μόνος, σαν τον λούκι λουκ του ουρανού ήταν, και διψάσαμε λίγο αλλά δεν πειράζει, γιατί εκεί πάνω ο αέρας που φύσηξε μέσα μας ήταν αλλιώτικος, όχι σαν της Αθήνας, μύριζε διαφορετικά, πώς να στο πω, ήτανε μόνος του ο άνεμος εκεί πάνω αλλά δεν τον ένοιαζε.

Στο χωριό δεν είχα ποτέ τηλεόραση, ίντερνετ, παρέα, τίποτα. Όταν πηγαίναμε, άρπαζα τη γκλίτσα, έβαζα την αγαπημένη μου κασέτα στο γουόκμαν, φορούσα τα ακουστικά στα αυτιά και έφευγα. Περίπατος. Έβρισκα έναν μεγάλο βράχο, ανέβαινα πάνω, και είμαι σίγουρη ότι από μακριά φαίνονταν ευδιάκριτα τα σύννεφα των ονείρων μου να ξεπετάγονται από το κεφάλι μου και κόβουν τις δικές τους βόλτες στον ουρανό. Άσε που έβλεπα πάντα αστέρια τη νύχτα, αλλά δεν τα μετρούσα ποτέ, γιατί λέει όποιο παιδί μετράει τα άστρα βγάζει κάτι κόκκινα σημάδια στο χέρι του που δεν φεύγουν ποτέ. Και η πιο ακριβή στιγμή, τα βράδια του Αυγούστου, όταν έπεφτε το σκοτάδι, μέσα στην απόλυτη ησυχία με φώναζε ο πατέρας στο μπαλκόνι για να ακούσω το πιο όμορφο τραγούδι. Άκου, μου έλεγε. Τραγουδάει ο φίλος μας. Αηδόνι. Μόνο εκεί, σ’ αυτό το χωριό, σ’ αυτό το μπαλκόνι, μαζί με τον πατέρα, έχω ακούσει αηδόνι αληθινό. Κι ούτε που θέλω αλλού να ακούσω.

Πατέρα, τα αηδόνια δε μ’ αφήνουνε να κοιμηθώ· όπου κι αν βρίσκομαι.

του σωτήρος

[νότα look away lucifer νότα]

Η φωτογραφία είναι χαραγμένη στο κάτω μέρος της με ένα κλειδί. Η μυτερή άκρη του κλειδιού έχει γράψει πάνω της με πορτοκαλί φωσφοριζέ γράμματα ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ‘95. Ένα μικρό κορίτσι- μάτια κουμπότρυπες, φούστα λαμπάντα, τα πρώτα δόντια, στέκα πιο μεγάλη από το κεφάλι της- κάθεται στα πόδια ενός νέου παιδιού. Μια φωτογραφία που δεν μπήκε ποτέ σε άλμπουμ, μια φωτογραφία που κρύφτηκε για πάντα σε κάποιο εφηβικό ημερολόγιο. Μια φωτογραφία που ανάσαινε μόνο τις νύχτες. Με αναφιλητά.

Λίγα χρόνια μετά από κείνο το στιγμιότυπο, το μικρό κορίτσι είναι πια μια μικρή έφηβη. Καλοκαίρι, Ιούλιος, πανηγύρι στο χωριό. Για την υπόλοιπη Ελλάδα το κέντρο του καλοκαιριού ήταν ο Δεκαπενταύγουστος, για τούτο το σκαρφαλωμένο πάνω στο βουνό χωριό κέντρο του καλοκαιριού ήταν πάντα η γιορτή του πολιούχου του. Πρωί πρωί βάζαμε τα καλά μας, πηγαίναμε στην εκκλησία, ακούγαμε για νιοστή φορά την ιστορία του προφήτη Ηλία που ανελήφθη με το άρμα του εις τους ουρανούς, καταριόμασταν αυτόν τον περίεργο θεό που ήθελε να χάνουμε το μπάνιο μας κάθε χρόνο τέτοια μέρα, καταπίναμε με το ζόρι τη θεία κοινωνία κι επιστρέφαμε στο σπίτι για το τραπέζι. Κοκκινιστό μοσχαράκι με μακαρόνια ή σούπα. Ντάλα καλοκαίρι κι εμείς τρώγαμε βραστό. Ιθαγενείς. Το βράδυ κατεβαίναμε στην πλατεία, χαζεύαμε τους παλιούς που χόρευαν μπάλο με την ψυχή τους κι ύστερα το σκάγαμε από τα τραπέζια των γονιών μας για να κάνουμε το δικό μας πηγαδάκι στο πεζούλι έξω από την ταβέρνα, με σουβλάκι και παγωτό, δύο σε ένα ένεκα της γιορτινής ημέρας.

Εκείνο το καλοκαίρι λοιπόν, στο γυρισμό από την εκκλησία το μεσημέρι, η μικρή έφηβη περπατάει με δυσκολία πάνω στα παπούτσια της- ευθεία παραπομπή στο αρχαίο δράμα και τους κοθόρνους- είναι ντυμένη με κάτι ρούχα που τη φοράνε και δεν τα φοράει, αλλά έχει βαφτεί- ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της- και νιώθει όμορφη. Ενώ δεν είναι. Άχαρη ηλικία. Η οικογένεια στρώνει το τραπέζι κι εκείνη δεν θέλει να βγάλει τα καλά της ρούχα. Χτυπά η πόρτα- ψέμματα ∙ η πόρτα του σπιτιού ήταν πάντα ανοιχτή. Ο νέος της φωτογραφίας μπαίνει στο σπίτι. Ο νέος που έχει γίνει τώρα πια σωστός άντρας. Σαν τη φωτιά είσαι ζεστός, είσαι ο ίδιος ο Χριστός. Ψηλός, με μακριά σγουρά μαλλιά, καταγάλανα μάτια, το κράνος περασμένο στον αγκώνα, με ένα χαμόγελο μόνιμο κάτοικο του προσώπου του. Πέρασα να σας δω, είπε, μόλις έφτασα στο νησί. Μια μικρή, άγρια, υπόκωφη χαρά. Ένα καρδιοχτύπι από κείνα που δεν ξανάρχονται πια όταν μαθαίνεις να ζητάς ανταλλάγματα από τη ζωή για καθετί που νιώθεις. Κι ένα χαμόγελο- όχι ∙ ένα μειδίαμα.   

Χρόνια μετά. Αύγουστος. Ξημέρωνε του Σωτήρος. Ετοιμασίες από τα αξημέρωτα για την αλιάδα. Ένα ολόκληρο νησί μυρίζει σκόρδο και μπακαλιάρο. Αλιάδα χτυπημένη στο γουδί από τα χαράματα από παππού ή από πατέρα. Ποτέ σε μίξερ, θα ήταν ιεροσυλία. Είναι πρωί και οι δουλειές δίνουν και παίρνουν. Τα παιδιά κοιμούνται ακόμα. Κάποιος γείτονας μπαίνει στο σπίτι, ένα τηλέφωνο χτυπάει, για ένα δευτερόλεπτο σταματάει το σούσουρο, το ρολόι αρνείται να πάει παρακάτω. Σιωπή. Κι ύστερα μια κραυγή που σκίζει τον νησιώτικο ουρανό και πέφτει σαν πέπλο πάνω από όλο το χωριό. Το κορίτσι πετάγεται τρομαγμένο, ανοίγει την πόρτα, δεν έχει ακόμα ξυπνήσει για τα καλά, τι έγινε;

Σκοτώθηκε.  

Συνειδητοποιώ τώρα πόση διαφορά έχουν οι λέξεις που οι άνθρωποι προφέρουν για το θάνατο. Άλλος θα πει έφυγε, σωστός φυγόπονος. Άλλος πάλι θα πει πέθανε, στωικός από τους λίγους. Κάποιος άλλος θα πει μας άφησε, παραπονιάρης και ειλικρινής. Μα το σκοτώθηκε έχει μέσα του τόση βία που σου χαράζει τον πόνο κάπου, από όπου δεν θα σβηστεί πια ποτέ.

Το ίδιο απόγευμα τρία κορίτσια κάθονται στη στάση του τοπικού λεωφορείου του χωριού. Δεν έχουν ξανακλάψει πιο πολύ στη σύντομη ζωή τους. Κοιτάζονται με απορία. Ανοίγουν το στόμα χωρίς να μιλούν. Αντικρίζουν για πρώτη φορά το θάνατο. Ο νέος δεν ήταν φίλος τους, δεν ήταν καν συγγενής- ίσως πολύ πολύ μακρινός. Ήταν όμως κάποιος που μέχρι χτες γνώριζαν τη ζωντάνια του. Η βεβαιότητα και της δικής τους ύπαρξης είχε πια κλονιστεί. Η πρώτη φορά που ένα παιδί αντικρίζει το θάνατο είναι ταυτόχρονα η πρώτη φορά που καταλαβαίνει τι είναι η ζωή.

Σκοτώθηκε.

Χρόνια μετά, η μητέρα του νέου θα πει πάνω σε μια κουβέντα πως ο γιος της καμάρωνε το μικρό κορίτσι κι έλεγε πως κάποια μέρα θα το παντρευτεί. Κι ύστερα η μητέρα θα χαρίσει στο κορίτσι την παλιά φωτογραφία. Εκείνη θα πάρει το ακριβό δώρο στα χέρια της, θα χαϊδέψει με τα ακροδάχτυλα τα πορτοκαλί γράμματα που βροντοφωνάζουν ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ‘95– σα να λέμε ζήσε για όσο αναπνέεις γαμώ τον χριστιανικό θεό σας- και θα την κρύψει κάπου, όπου θα την βλέπει τώρα πια μόνο εκείνη.

Εσείς μιλάτε στις φωτογραφίες;

Χρόνια μετά. Φάγαμε τα νιάτα μας σε τούτο το νησί. Γυρνούσαμε από την παραλία στοιβαγμένοι ανά δεκάδες μέσα στα αυτοκίνητα. Στην είσοδο του χωριού, πάντα μια περίεργη επιθυμία. Σταμάτα να ανάψουμε τα καντηλάκια. Τα αυτοκίνητα σταματούσαν και η παρέα ξεχυνόταν στο νεκροταφείο σαν κοπάδι από ζαρκάδια. Δεν φοβηθήκαμε ποτέ. Είχαμε τον δικό μας κώδικα αφοβισιάς και αποτίαμε τον δικό μας φόρο τιμής. Άλλος στη γιαγιά, άλλος στον παππού, άλλος στη μάνα, άλλος στο μικρό του ανιψάκι. Πλησίαζα στον παππού μου και του έπιανα την κουβέντα. Καμιά φορά του σιγοτραγουδούσα το γιλεκάκι που τον θυμόμουν σαν χτες να το τραγουδάει. Κράτησα αυτήν την περίεργη συνήθεια μέχρι σήμερα. Ένα το καντηλάκι του παππού, ένα της γιαγιάς της φιλενάδας μου, ένα του παππού της παλιάς μου αγάπης. Και πάντα το καντηλάκι του νέου. Έφευγα από το νεκροταφείο ξαλαφρωμένη.

Πώς να φιλιώσεις με τον γαμημένο τον θάνατο;

Χριστιανικέ θεέ δεν σε χρειάζομαι πια. Κι εσείς πατριώτες χριστιανοί φάτε τη σκόνη μου. Λατρεύετε έναν Χριστό που δεν τον είδατε ποτέ, και ούτε πρόκειται. Και σας διαφεύγει πως οι θεοί είναι άνθρωποι. Εγώ τον δικό μου Χριστό τον γνώρισα. Και θα τον παντρευόμουν.

Ώρα σου καλή.