sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: ψάρι

ουκ

 

photo.php

αρνούμαι

το φόβο, την ακαλαισθησία, τη νύχτα χωρίς φεγγάρι, τα βουνά χωρίς ζαρκάδια, το χαμόγελο χωρίς δόντια, τους ιερείς που κρύβονται κάτω από άμφια, τους εμπόρους πρέζας

 

αρνούμαι

την τρομοκρατία των δεκτών, τα κέρματα που πέφτουν εκκωφαντικά από τις τσέπες, τα πλαστικά σκουπίδια, όποιον δέρνει γιατί φοβάται τη σκιά του, τα μαχαίρια που δεν γράφουν μαντινάδες

 

αρνούμαι

τις ζωές δίχως τρελά όνειρα, εκείνους που δε νιώσανε ποτέ από πριν αυτό που έρχεται, εκείνους που μου κουνάνε το δάχτυλο, τις στολές, τη θρησκεία που φυλακίζει το μυαλό, τα υποκοριστικά της γραμματικής, τα κάγκελα των ισόγειων σπιτιών

 

αρνούμαι

το κυνήγι των χαμένων ψήφων, αυτούς που λένε παιδιά, όλοι ενωμένοι στα δύσκολα, τους τσοπάνηδες που δεν ξέρουν να παίζουν φλογέρα, αυτούς που πάνε για πλάκα να δούνε ταυρομαχίες, όποιον δεν έσκυψε ποτέ για μισή ώρα πάνω από μια μυρμηγκοφωλιά

 

αρνούμαι

την ομορφιά του κάτασπρου δοντιού, την ασχήμια του πλούσιου βιογραφικού, την αλληλογραφία που δεν έφτασε ποτέ στον παραλήπτη της, την τρομολαγνεία, τις αλήθειες που είπες για να γλιτώσεις από το ψέμμα σου

 

αρνούμαι

τα πρωινά παρέα με τις κρίσεις πανικού, τα βράδια αγκαλιά με το ταβάνι, τις αγκαλιές που δεν σε ζέσταναν ποτέ στ’ αλήθεια, τις άτακτες υποχωρήσεις, τις συμβολικές νίκες, τα ποιήματα που πούλησαν εκατομμύρια αντίτυπα

 

αρνούμαι

τις εφημερίδες που δεν τύλιξαν ποτέ τους ψάρια, το θόρυβο που κάνει το φέρετρο όταν κλείνει, τα κύκνεια άσματα που ποτέ δεν γράφτηκαν, τις αγάπες που ποτέ δεν τέλειωσαν, τη μυρωδιά της βροχής πάνω στην άσφαλτο

 

αρνούμαι να απαρνηθώ τις σπάνιες στιγμές της ομορφιάς

ίδιες με ελάχιστες κουκκίδες μέσα σε ωκεανούς ασχήμιας

Advertisements

δανειοθάλασσες

45800_4795694885161_929554403_n

ο κύριος και η κυρία μπλάιμπ

κάθε πρωί

ξυπνούν με τα κοκόρια της αυλής τους

ανάβουνε φωτιές συνθηματικές

και δίνουν εντολές στον ήλιο να προβάλει

ύστερα αγκαλιάζονται

φιλιούνται πεταχτά

εκείνος κατηφορίζει για την τράπεζα

εκείνη ξεκινάει για το λιμάνι

*

την τραβούσε πάντα η αρμύρα

και από μικρή ήθελε βασίλισσα να γίνει

τους νόμους να αλλάξει

μια καινούρια λέξη να γεννήσει

κι ύστερα με νόμο του βασιλείου της να την καθιερώσει

γιατί πώς λέγεται το κορίτσι που απ’ τη θάλασσα ζει;

*

πάνω σε τούτο το νησί

πάντα οι γυναίκες για γοργόνες λογαριάζονταν

και καμιά ποτέ δεν έγινε ψαράς

γιατί η λέξη, το επάγγελμα, το θάρρος

ήταν αδόκιμες

για πλάσμα που μια μήτρα κουβαλάει

*

η δεσποινίδα μπλάιμπ βασίλισσα δεν έγινε ποτέ

αλλά το θάρρος της δεν έχασε

και ενάντια στου νησιού τις δοξασίες

δια παντός αποφάσισε να ζήσει

κι έτσι

έγινε ψαράς

*

όταν αγάπησε τον κύριο μπλάιμπ

τα αφροδισιακά του βυθού της

ζηλέψανε την τύχη του

ερχόταν τώρα ένας κύριος με γραβάτα

και τα υγρά της για δικά του τα λογάριαζε

με τον καιρό όμως τα ψάρια συνηθίσανε

και με τον αντίζηλό τους συμφιλιώθηκαν

δεν είχαν άλλωστε επιλογή

*

ο κύριος μπλάιμπ γνώριζε τα λογιστικά

καλύτερα από όλους τους εντός και εκτός θαλάσσης

ενώπιόν του υποχωρούσαν όλοι οι πελάτες

της τραπέζης

και με το λέγειν του έφερνε κέρδη αμέτρητα

στον τραπεζίτη αφεντικό του

*

τις νύχτες που το ζευγάρι αγκαλιασμένο έσβηνε φωτιές

εκείνος συχνά ομολογούσε την ασχήμια του

ένιωθε πως τα χνώτα του μυρίζανε χρυσάφι

και πως τα χέρια του ήταν κρύα

ενώ οι ανάσες της κυρίας μπλάιμπ

-όποτε βέβαια ανέπνεε γιατί σαν αμφίβιο λογιζόταν-

μυρίζανε ατλαντίδα και ιώδιο

τα χέρια της ήτανε πάντα ζεστά

και τα μαλλιά της

όταν έπεφτε ο ήλιος

σε αρμυρίκια μεταμορφώνονταν

*

πως θέλει να αλλάξει τη ζωή του

λογάριαζε τις νύχτες ο κύριος μπλάιμπ

ήτανε βλέπεις η γυναίκα του ο ψαράς που τόσο τον γοήτευε

και ήταν εκείνη που τις νύχτες τις αντάρες του κατάπινε

γιατί

όπως του έλεγε

οι δυο τους σαν ζευγάρι

το τέλειο παραμύθι για τα παιδιά των πόλεων σχηματίζανε

γιατί ένα θαλασσοδάνειο σε σχήμα λειχήνας

αρκούσε λέει στους αδαείς των πόλεων τους κατοίκους

που οθόνες προσκυνούσαν

για να πιστέψουν

πως η φτώχεια τους δικαίως τους καταπλακώνει

 

και για να μην αντέξουν ποτέ

να δουν τους εαυτούς τους όρθιους

ενάντια στις τράπεζες

απέναντι στα δάνεια

κι επάνω στον θαλάσσιο αφρό

ελεύθεροι να περπατούν

Ψ.


Η λαχτάρα για καυτό νερό

είναι η διαφορά ανάμεσα

σε χειμώνα και σε καλοκαίρι

 

αν καθώς νυχτώνει

σηκώσεις τα μάτια στον ουρανό

τότε ανάμεσα απ’ τα κτίρια

– κτίρια, κτήρια, πες τα όπως θέλεις-

της θεμιστοκλέους θα δεις σύννεφα

σημάδι από το αύριο

κι εσύ όπως θες θα το ερμηνεύσεις

όλοι πυθίες είμαστε

ή βαρύς χειμώνας έρχεται

θα πεις

ή ξημερώνει κι έννοια σου

 

περπάτησα στα μέρη μας απόψε

κι έψαξα παντού μήπως σε βρω

ήθελα μόνο να στο πω

για να μη νομίσεις πως σε ξέχασα

 

η εύκολη λύση είναι να ξεχάσεις

η δύσκολη να πνιγείς

και η μέτρια να αναπνεύσεις

                                       πάλι

 

συγγνώμη που ανέπνευσα

 

είναι ωραίες οι πέμπτες μας

αγχωμένες και αγχώδεις

χίπικες

βαρύ το αύριο γι’ αυτό ας ζήσουμε το σήμερα

 

λοιπόν τα μοίρασα·

 

οι πέμπτες είναι χίπισσες

την παρασκευή κατεβαίνουμε στο τρίτο υπόγειο

                                                στο σπίτι του λαού

το σάββατο θα πιούμε σοσιαλισμό

                                                   απ’ το μπουκάλι

την κυριακή θα αυτοκτονήσουμε

                                 με ευλάβεια δεξιά και λαϊκή

οι άλλες μέρες μυρίζουν φασισμό

 

μόνο την τρίτη το απόγευμα

εκεί

στη μέση του πουθενά

σηκώνεις το βλέμμα πάνω απ’ τα κτήρια

– κτήρια, κτίρια, πες τα όπως θες-

και τραγουδάς μόνος

το εμβατήριο της αναρχίας

 

αλλά ντρέπεσαι να κλάψεις

– και σιγά μην έχει εμβατήριο η αναρχία

ίσως μόνο μια νότα

αυτήν του διαπασών

για τους κουφούς-

 

γιατί όταν κλαις

θυμίζεις την ιτιά

κι εσένα σου αρέσανε πάντα τα πλατάνια

για να θυμίζεις τον πατέρα

για να θυμάσαι τον πατέρα

 

η διαφορά ανάμεσα στα είκοσι και τα τριάντα

είναι η επιθυμία να λες ιστορίες

– ίσως πάλι και η λαχτάρα για καυτό νερό-

όταν είσαι είκοσι

θες να τις ζεις

όταν είσαι τριάντα

θες να τις θυμάσαι

ή θες

να μπορείς να τις διαγράφεις

 

τα είκοσι περνάνε αργά

τα τριάντα τρέχουν τρομαγμένα

 

κάναμε κύκλους κάτω απ’ τα μάτια

όχι από κιμωλία φτιαγμένους

κι ακόμα

ελπίζουμε

 

μα οι κύκλοι δεν σβήνουν πια

 

οι ακτίνες των κύκλων μας

συναντιούνται κάπου κάπου

έχουν για τυπικό χαιρετισμό τους το τρία κόμμα δεκατέσσερα

«πι»,  λέει η μία στην άλλη

και το λάθος μας ήταν

ότι αφήσαμε τη διάμετρο να κάνει κουμάντο

 

όσο πιο μεγάλος ο κύκλος

τόσο πιο σπουδαίος ο νομοθέτης

 

με έχει πιάσει μια μανία

γεροντίστικη

ανάλυση

αναλύω τις λέξεις

νόμο   θέτης

 

να μάθουμε να συνθέτουμε

όχι άλλη ανάλυση

μόνο

σύνθεση

 

κι αυτή η λέξη

τι ρήμα!

θέτω

πάει και χώνεται παντού

συνταιριάζει με όλες τις λέξεις

βολεύεται παντού

 

με ενοχλεί

το ρήμα θέτω

 

ίσως πάλι να το ενοχλώ κι εγώ

 

είμαι ενοχλητική

αλλά δεν γίνεται να κάνεις ταίρι με όλες τις προθέσεις

 

νάτη πάλι η ίδια ρίζα

 

να βρούμε τη ρίζα του καλού

και να τη μεταφυτέψουμε

σε γλάστρες

σε μποστάνια

σε ζαρντινιέρες

και σε μαχαίρια

 

κι ίσως τότε να λυθεί το μυστήριο

της πυγολαμπίδας

του ιππόκαμπου

και του ψαριού

 

ψ

όπως ψάχνω

όπως ψέμμα

όπως ψίθυρος.

 

για την Ψυττάλεια Β