sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: ψηλός

gastarbeiter

σκαπανέας

η οδός λουκάρεως είναι ένας δρόμος με πολλές λακκούβες

τις λακκούβες τις έχουν δημιουργήσει οι κλούβες των ματ

οι ματατζήδες που κάνουνε βάρδια έξω από το εφετείο

είναι ό,τι πιο θλιβερό μπορώ να σκεφτώ για τη φετινή άνοιξη

άραγε οι ματατζήδες όταν γνωρίζουνε ένα κορίτσι να του λένε τι δουλειά κάνουν;

ποια είναι η μέση ταχύτητα γδυσίματος ενός ματατζή που σχολάει και βγάζει τη στολή του;

*

οι στολές είναι απομεινάρι του δωδεκαθεϊσμού

οι στολές είναι απομεινάρι του καπιταλισμού

ο θεός δίας που ερωτευόταν και άντρες και γυναίκες και ζώα

μεταμορφώθηκε σε υπουργούς χωρίς μαλλιά και σε πολιτευτές χωρίς καρδιά

που νομίζουν ότι ο έρωτας γίνεται πάντα κατόπιν παραγγελίας και με αντικαταβολή

*

στην οδό λουκάρεως περπατάνε πολλοί χαρτοφύλακες

νέοι και νέες με όνειρα που φτάνουν μέχρι απέναντι στο κολωνάκι

νέες και νέοι με ασφυκτικά κοστούμια και ψηλοτάκουνα οράματα

κάποιος πρέπει να τους πει πως τα οράματα δεν έχουνε ύψος αλλά βάθος

τα όνειρα γίνονται ζωή μόνο μετά τον πνιγμό

στα βάθη των ορυχείων βρίσκονται οι πολύτιμοι λίθοι του ανθρωπισμού

και πού ξέρεις; ίσως και να ‘μαστε απλά οι γκασταρμπάιτερ της ανθρωπιάς

*

σκάβουμε το άνυδρο χώμα με νύχια φαγωμένα από την ηδονή και την αγωνία

κατεβαίνουμε κάπου κοντά στον πυρήνα της γης

γιατί πυρήνας και ουρανός συνθέτουν το άτομο

άλλος θα είναι το ηλεκτρόνιο άλλος το πρωτόνιο

κι άλλος το σωματίδιο της ύλης που κανείς ποτέ δεν ανακάλυψε

*

τα ανώνυμα σωματίδια της ύλης στροβιλίζονται μαζί με τη μαρτιάτικη γύρη

κατακάθονται στα πνευμόνια των μη καπνιζόντων

και τους στέλνουνε στο θάνατο μια ώρα αρχύτερα

και ύστερα οι καπνιστές οργανώνουμε πορεία διαμαρτυρίας

έξω από το υπουργείο αντιύλης

και οι πολιτευτές τρομάζουν με το πλήθος

-πάντα το πλήθος είχε δύναμη θαρρώ-

αρχίζουν να πετάνε τα παράνομα τσιγάρα από τα παράθυρα του υπουργείου

συσσίτια καπνιζόντων σε χρόνια μνημονιακά

και το μνημόνιο να ξέρεις πως έρχεται απ’ τη λέξη μέμνημαι

*

μέμνημαι μέμνησαι μέμνηται

αλλά εσύ λησμόνησες και τους ανθρώπους και τα γαρύφαλλα στο πέτο τους

η λησμονιά πλημμύρισε την καρδιά μου με ατόφιο μίσος ταξικό

με γέρασε πριν την ώρα μου

όσο πάω συρρικνώνομαι

με καταπίνουν οι λακκούβες της λουκάρεως

με κομματιάζουν τα βλέμματα των ματατζήδων

*

δεν επιθυμώ άλλο να πνίγομαι και να γερνάω

ο νους μου υπέκυψε στη σκολίωση

αλλά οι νέοι και οι νέες της λουκάρεως υποφέρουνε μόνο από λόρδωση

ώστε λοιπόν το παράταιρο δεν έχει θέση στη χώρα σας

*

αλλά ο μάρτης θα ‘ναι πάντα ο μήνας των ηρωικών γαρύφαλλων

και οι παράταιροι με τα μαυρισμένα από το σκάψιμο νύχια σκαπανείς

θα φέρνουνε πάντα την άνοιξη

στο αιώνιο πένθος του αστικού σας φθινοπώρου

Advertisements

στο γκισέ

index

 

να μάθεις να πλέκεις, μου είπε

να σκαρφαλώνεις με λίγη προσοχή πάνω στα πεύκα

πρόσεχε λίγο μόνο τα υγρά τους

-βλέπεις το πεύκο δεν είναι από κείνους που ‘χουν συνήθεια να κρύβονται-

να κόβεις ύστερα απαλά μια δυο βελόνες

το πεύκο δεν πονάει, μην σε ανησυχεί

για μοίρασμα τα έχει τα παιδιά του

 

έτοιμα τα σύνεργά σου

φτηνά και μαλακά

σαν τα τσιγάρα που καπνίζεις τις ημέρες που τελειώνει ο μισθός

γράφουν επάνω πως ο καρκίνος δεν πωλείται·

σας τον χαρίζουμε απλόχερα εμείς του κόσμου οι καινοί δημιουργοί

την ώρα που ρουφάς του μαλακού τσιγάρου τον καπνό

αναρωτιέσαι μήπως τελικά όντως πιο γρήγορα πεθάνεις

και πριν προλάβεις να ανταλλάξεις σκέψεις με το φόβο

πετιέσαι πάνω· τρέχεις μέχρι το περίπτερο

– θα στα χρωστάω μεθαύριο πληρώνομαι

– λυπάμαι ο θάνατος και τα λεφτά ζυγίζουνε βαριά

κομίζω νικοτίνες και λεφτά και ευθύνη για κηδείες καμιά δεν φέρω

αυθάδης ο περιπτεράς και με ενσυναίσθηση

*

λοιπόν τώρα που σου τα λέω αυτά

θυμήθηκα όταν ήμουνα παιδί

που με έστελνε ο πατέρας στο περίπτερο για τσιγάρα

κάπου διακόσιες δραχμές κοστίζανε νομίζω τότε

και μόλις έφτανα μπροστά στου περιπτέρου το γκισέ

ανέβαινα στις μύτες των ποδιών μου και ετοιμαζόμουνα για την απαγγελία

αλλά το ποίημα έκανε φτερά και εγώ τη μάρκα των τσιγάρων μόνιμα ξεχνούσα

μου έκανε πλάκα τότε ο περιπτεράς

έννοια σου και ξέρω εγώ τι μάρκα είναι ο καπνός που ο πατέρας σου φουμάρει

γελούσα και ο γκισές δεν μου φαινόταν πια τόσο ψηλός

και χάριζα απλόχερα ένα χαμόγελο ελλιπές

ε δεν θα μου λείπανε δυο τρία δόντια;

*

που λες, να μάθουμε να πλέκουμε προτείνω

με τις βελόνες απ’ τα πεύκα

και τα μαλλιά των πρώην μακρυμάλληδων φαντάρων

θα φτιάχνουμε μπλουζάκια και καπέλα

ολόμαλλα

θα τα χαρίζουμε σ’ όποιον αρνήθηκε τις ιδέες του να κόψει

και στης πατρίδος το πλευρό να κοιμηθεί

της χώρας μου οι αντιρρησίες να μην κρυώνουν πια

 

όχι, όχι παρεξήγησες·

δεν σου μιλάω για επιχείρηση

αν θέλεις επιχείρηση γίνε περιπτεράς

 

εγώ ονειρεύομαι πως χαμηλώνουν οι γκισέδες

εγώ ονειρεύομαι πώς χαμηλώνουν οι γκισέδες

 

και πως τα πεύκα κάποτε την ακαμψία της πατρίδος θα νικήσουν

και πώς τα πεύκα κάποτε την ακαμψία της πατρίδος θα νικήσουν