sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: ψυττάλεια

ψάχνοντας τα δύο ταυ

ψιτ

φώναξα σε ένα παιδί

έχασα τα γυαλιά μου, μήπως τα είδες πουθενά εδώ γύρω;

σήκωσε τα μάτια από το τιμόνι του ποδηλάτου του

-ήτανε πια μεγάλος, δεν χρειαζότανε βοηθητικές ρόδες-

ό,τι γυαλιά χάνονται εδώ γίνονται θρύψαλα από τα ποδήλατά μας·

έσμιξε τα φρύδια και με κοίταξε

και σ’ αυτό το σμίξιμο των φρυδιών είδα ένα μικρό παιδί να μεγαλώνει ίσαμε σαράντα χρόνια

η ευτυχία του να είσαι παιδί βρίσκεται στο να λες ψέμματα χωρίς τύψεις

-όποιος σας έμαθε πως δεν είναι στη φύση σας να λέτε ψέμματα κάτι ήθελε να κερδίσει από σας-

γιατί το ψέμμα είναι το διαγώνισμα της ζωής

και ο καλύτερος βαθμός είναι το τρία

με άριστα το ένα

*

κάτι μου θυμίζει αυτός ο στίχος

α εμένα μην με μπερδεύετε

εγώ τόσα χρόνια γεννάω τα λόγια μου

κι ύστερα τα παρατάω στις πόρτες σας

με ένα σημείωμα καρφιτσωμένο πάνω τους

αυτό το τερατάκι ψάχνει μια οικογένεια να μεγαλώσει

είμαι μια μάνα άσπλαχνη

γιατί κάποιος κάποτε μου ξερίζωσε τα σωθικά

και με καταδίκασε σε αιώνιο πόνο

μητρικό

χωρίς περιθώρια ίασης

το Παγκόσμιο Μητρικό Δικαστήριο

με έχει καταδικάσει

να γράφω χωρίς να σβήνω

τα χαρτιά μου είναι τερατογενέσεις

μην τα αγγίζεις

ο ιός σε παρασέρνει πάλι στο ψέμμα

το δίχως τύψεις

 

μα πού στηρίζεσαι

με ρωτάνε

στηρίζομαι στους στύλους της Δ.Ε.Η. που τα πουλιά τους αγνοούν

μου αρέσουνε τα πράγματα που οι διαβάτες και τα πετούμενα

τα προσπερνούν

πότε πότε στηρίζομαι 

-όπως κι εσύ-

σε τέρατα αλλωνών

 

ο αγαπημένος μου ποιητής

αντάλλαξε τη σιγουριά

με το αιώνιο πέταγμα πλασμάτων φαντασίας

κι εκεί που άλλοτε ήταν σίγουρος

πως οι αλήθειες δεν θα αντέξουν

και τη ζωή τους πίσω από τα όνειρα θα ζητήσουν

τώρα απορεί

αμφισβητεί

τώρα ρωτάει

 

προσφάτως έπιασε δουλειά

οδοκαθαριστής κάπου στο Μενίδι

κάθε πρωί σκουπίζει τα ξεραμένα χρήματα των Ρομά

παλιά εργαζόταν κάπου στη Μανωλάδα

μάζευε φράουλες

αλλά τον σκότωσαν

γιατί τις νύχτες ανέβαινε πάνω στις πυγολαμπίδες και ταξίδευε

χωρίς χαρτιά·

κι έτσι τώρα σαν σκουπιδιάρης έχει το κεφάλι του ήσυχο

και τα χέρια του πάντα καθαρά από αίμα

 

-άραγε η πρόωρη εκσπερμάτωση να οδηγεί σε πρόωρη γέννα;

και μήπως αυτή είναι η εκδίκηση του σπέρματος;-

 

εγώ πάντως, αν διάλεγα δουλειά

θα διάλεγα εκείνη του θεού

θα γκρέμιζα ναούς, βωμούς και θυσιαστήρια

και τα παλιά νησιά θα έφερνα και πάλι στη ζωή

και ύστερα οι παγκόσμιες μυθολογίες θα γράφανε

πως στον δικό μου τον κατακλυσμό δεν πέθαναν οι άνθρωποι

μα τα φουγάρα·

*

τα γυαλιά μου δεν είναι πουθενά

το μικρό παιδί με τα σκεπτόμενα φρύδια

με κοίταξε για τελευταία φορά

ήτανε ταξικά;

με ρώτησε

ναι, ήτανε της πέμπτης τάξης του δημοτικού

του απάντησα·

γέλασε τόσο δυνατά που ο τυμπανιστής του αυτιού μου

παραιτήθηκε εθελουσίως

πρέπει να ξεφλουδίσεις τις μνήμες σου·

μου είπε

όπως ο ποιητής σου ξεφλουδίζει τα ποιήματά του

να φτάσεις στις πρώτες σου τις θύμησες

όπως εκείνος κάποτε θα φτάσει στην ένατη γραφή

 

κι εσύ αλήθεια που τον ξέρεις τον ποιητή;

μα εκείνος με κατέβασε στη γη

 

ωστόσο εσύ μην ψάχνεις άλλο για γυαλιά

κι ας έχεις τόσο αγαπήσει

το ρήμα

ψάχνω

και το γράμμα

ψ

πήγαινε πίσω

βρες το απολυτήριο του δημοτικού

κάντο κομμάτια

και άσε το χαρτοπόλεμο να πέσει αργά

πάνω σ’ έναν

περήφανο

καταυλισμό

τσιγγάνων

 

για τη δεύτερη γραφή

της Ψυττάλειας Β

του Σαμσών Ρακά

Αφαλός στο Μέτωπο

 

Advertisements

Ψ.


Η λαχτάρα για καυτό νερό

είναι η διαφορά ανάμεσα

σε χειμώνα και σε καλοκαίρι

 

αν καθώς νυχτώνει

σηκώσεις τα μάτια στον ουρανό

τότε ανάμεσα απ’ τα κτίρια

– κτίρια, κτήρια, πες τα όπως θέλεις-

της θεμιστοκλέους θα δεις σύννεφα

σημάδι από το αύριο

κι εσύ όπως θες θα το ερμηνεύσεις

όλοι πυθίες είμαστε

ή βαρύς χειμώνας έρχεται

θα πεις

ή ξημερώνει κι έννοια σου

 

περπάτησα στα μέρη μας απόψε

κι έψαξα παντού μήπως σε βρω

ήθελα μόνο να στο πω

για να μη νομίσεις πως σε ξέχασα

 

η εύκολη λύση είναι να ξεχάσεις

η δύσκολη να πνιγείς

και η μέτρια να αναπνεύσεις

                                       πάλι

 

συγγνώμη που ανέπνευσα

 

είναι ωραίες οι πέμπτες μας

αγχωμένες και αγχώδεις

χίπικες

βαρύ το αύριο γι’ αυτό ας ζήσουμε το σήμερα

 

λοιπόν τα μοίρασα·

 

οι πέμπτες είναι χίπισσες

την παρασκευή κατεβαίνουμε στο τρίτο υπόγειο

                                                στο σπίτι του λαού

το σάββατο θα πιούμε σοσιαλισμό

                                                   απ’ το μπουκάλι

την κυριακή θα αυτοκτονήσουμε

                                 με ευλάβεια δεξιά και λαϊκή

οι άλλες μέρες μυρίζουν φασισμό

 

μόνο την τρίτη το απόγευμα

εκεί

στη μέση του πουθενά

σηκώνεις το βλέμμα πάνω απ’ τα κτήρια

– κτήρια, κτίρια, πες τα όπως θες-

και τραγουδάς μόνος

το εμβατήριο της αναρχίας

 

αλλά ντρέπεσαι να κλάψεις

– και σιγά μην έχει εμβατήριο η αναρχία

ίσως μόνο μια νότα

αυτήν του διαπασών

για τους κουφούς-

 

γιατί όταν κλαις

θυμίζεις την ιτιά

κι εσένα σου αρέσανε πάντα τα πλατάνια

για να θυμίζεις τον πατέρα

για να θυμάσαι τον πατέρα

 

η διαφορά ανάμεσα στα είκοσι και τα τριάντα

είναι η επιθυμία να λες ιστορίες

– ίσως πάλι και η λαχτάρα για καυτό νερό-

όταν είσαι είκοσι

θες να τις ζεις

όταν είσαι τριάντα

θες να τις θυμάσαι

ή θες

να μπορείς να τις διαγράφεις

 

τα είκοσι περνάνε αργά

τα τριάντα τρέχουν τρομαγμένα

 

κάναμε κύκλους κάτω απ’ τα μάτια

όχι από κιμωλία φτιαγμένους

κι ακόμα

ελπίζουμε

 

μα οι κύκλοι δεν σβήνουν πια

 

οι ακτίνες των κύκλων μας

συναντιούνται κάπου κάπου

έχουν για τυπικό χαιρετισμό τους το τρία κόμμα δεκατέσσερα

«πι»,  λέει η μία στην άλλη

και το λάθος μας ήταν

ότι αφήσαμε τη διάμετρο να κάνει κουμάντο

 

όσο πιο μεγάλος ο κύκλος

τόσο πιο σπουδαίος ο νομοθέτης

 

με έχει πιάσει μια μανία

γεροντίστικη

ανάλυση

αναλύω τις λέξεις

νόμο   θέτης

 

να μάθουμε να συνθέτουμε

όχι άλλη ανάλυση

μόνο

σύνθεση

 

κι αυτή η λέξη

τι ρήμα!

θέτω

πάει και χώνεται παντού

συνταιριάζει με όλες τις λέξεις

βολεύεται παντού

 

με ενοχλεί

το ρήμα θέτω

 

ίσως πάλι να το ενοχλώ κι εγώ

 

είμαι ενοχλητική

αλλά δεν γίνεται να κάνεις ταίρι με όλες τις προθέσεις

 

νάτη πάλι η ίδια ρίζα

 

να βρούμε τη ρίζα του καλού

και να τη μεταφυτέψουμε

σε γλάστρες

σε μποστάνια

σε ζαρντινιέρες

και σε μαχαίρια

 

κι ίσως τότε να λυθεί το μυστήριο

της πυγολαμπίδας

του ιππόκαμπου

και του ψαριού

 

ψ

όπως ψάχνω

όπως ψέμμα

όπως ψίθυρος.

 

για την Ψυττάλεια Β

#47

img_0887

ψ

όπως ψέμμα

όπως ψάχνω

όπως ψίθυρος

 

καταλαβαίνεις τον σπαραγμό από τα μι

βλέμμα

κλάμα

καταλαβαίνω την αλήθεια από τα γάμα

συγγνώμη

μα ό,τι καταλαβαίνω

με στοιχειώνει

πάντα

 

(θα σε βρω)

 

τώρα πια ξέρω τι με σπρώχνει στη θάλασσα

τώρα πια ξέρω γιατί κλαίω στη σταδίου

τώρα πια ξέρω πως τα ξερονήσια φτιάχτηκαν για μας

 

καμιά επιστροφή στην ηλιοφάνεια

γράφεις ανάμεσα στη σιωπή και στα ουρλιαχτά

διαβάζω ανάμεσα στην απόγνωση και στην ελπίδα

δεν ξέρω τι από τα δύο θα νικήσει

ήθελα μόνο να σου πω

πως το καμιά επιστροφή

είναι το kein zurück του βερολίνου μου

 

βοήθησέ με

 

δεν ξέρω ποιος έχει ακόμα το τηλέφωνό του στις επαφές μου

 

αλλά σου υπόσχομαι

πως από δω και μπρος

θα προσέχω τις πέτρες που πετάω

 

μόνο αυτές που κάνουν γκελ·

 

λουίζα, θα ξαναγίνουμε νησί.

 

 το όνομά σου γράφεται με σίγμα και η θάλασσά σου με δύο ταυ

 

 sine_lege

_img_0892

*πρότζεκτ Ψυττάλεια

από @to_portatif

μονότυπο νούμερο σαράντα-επτά

ευχαριστώ

δύναμη μόνο

http://www.psytalia.blogspot.gr