sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: ψωμί

δραχμές ενενήντα

δεκαεφτά νοέμβρη 2014
ένας παππούς στέκεται με μάτια βουρκωμένα
κοιτάζει το σωρό από στεφάνια μέσα στο χώρο του πολυτεχνείου
κρατά στα χέρια μια τραγιάσκα
το βλέμμα του ανεβοκατεβαίνει
από τα στεφάνια στις στέγες των σπιτιών και πίσω
θαρρείς και βλέπει ελεύθερους σκοπευτές τριγύρω στις ταράτσες
σε λίγη ώρα, μας μιλά

 
λοιπόν όχι, δεν ήμουν εκεί
σήμερα που στέκομαι εδώ
μπορώ να θυμηθώ τα πάντα

όχι, δεν ήμουν εκεί
ενενήντα δραχμές τα αργύριά μου
στουρνάρη και πατησίων η συκιά που φύτεψα

ακούσαμε για φασαρίες με παιδιά
θυμάμαι τη μάνα να βουρκώνει
είδα τον πατέρα να θυμώνει
άκουσα την πατησίων να ματώνει

όμως όχι, δεν ήμουν εκεί
ήμουν κι εγώ ένα παιδί
όχι φαντάρος
όχι σπουδαστής
ούτε κι ακούμπησα ποτέ
σε εργατικού τον ώμο συνδικάτου

εκείνη τη νύχτα ξάπλωσα
κι ακόμα ως τότε
κανείς δεν μου ‘χε κάνει λόγο για την τύψη
κοιμήθηκα ακούγοντας στην τσέπη μου
να κουδουνίζουν ενενήντα αργύρια
είχα προσκέφαλό μου το μεροκάματο της ενοχής

κι έτσι την άλλη μέρα εργάστηκα φιλήσυχα
δεν έκλαψα για τους νεκρούς
δεν ούρλιαξα για τις ζωές
ούτε έμαθα πως το σύνθημα των φοιτητών
για το δικό μου το ψωμί μιλούσε

και τώρα στέκομαι εδώ βουβά
γι’ αυτό με βλέπετε να κλαίω μπροστά στην πονεμένη πύλη
γι’ αυτό από αιδώ στα χέρια κρατάω την τραγιάσκα μου
γι’ αυτό θρηνώ χωρίς να κλαίω
γι’ αυτό ποτέ δεν με είδατε στεφάνι με αναίδεια να κρατώ

γιατί παντρεύτηκα την ενοχή μου
γιατί από τότε κάθε νύχτα ακούω τις φωνές
που εκείνο το νοέμβρη ουδέποτε έφτασαν στα αυτιά μου
και γιατί ορκίστηκα από τότε ενώπιον ερειπίων και κραυγών
να ζω ανεπίστρεπτα μετανιωμένος
και να πεθάνω εντίμως για την επόμενη των νέων γενιά
που πίσω τη ζωή της θα ζητήσει

νερό ψωμί και γιασεμί

ήμασταν λέει πολλοί μαζεμένοι

και φωνές, πολλές φωνές

μπλεκόταν η απόγνωση με την ελπίδα

δεν ξεχώριζα ποιος ούρλιαζε από αγάπη και ποιος έσβηνε από μίσος

τι διαφορά να έχει άραγε-

μου είπες δεν μπορείς να αναπνεύσεις

και δεν ήταν απ’ τα δακρυγόνα

 

άλλαξα πλευρό

τινάχτηκα·

 ε όχι και τις νύχτες μας

 

άλλαξα όνειρο

 

ήμασταν λέει οι δυο μας

αγκαλιασμένοι σφιχτά

και δεν φοβόμασταν

τα δυο μας χέρια ενωμένα

έπαιρναν και έδιναν δύναμη το ένα στο άλλο

και προχωρούσαμε

με βήμα βέβαιο

για πρώτη φορά από τότε που σε πρωταγκάλιασα

έδειχνες σίγουρος για το αβέβαιο των βημάτων σου

κι εγώ σε θαύμαζα

πολύ·

 

είδα στον ύπνο μου χαμόγελα

από κείνα τα αληθινά που έλειψαν πια στα χρόνια μας

είδα στον ύπνο μου αγάπη μόνο ρε

 

όταν ξημέρωσε σηκώθηκα πριν απ’ την πρέπουσα ώρα

εργάστηκα, φιλήσυχος πολίτης·

κόσμος πολύς μου μίλησε

κόσμος θαρρείς από άλλη πολιτεία

εισαγγελείς και δικαστές και βιαστές της θέμιδος

 

κόσμος ανύποπτος και τόσο ύποπτος

 

οι αίθουσες και τα γραφεία αυτής της πόλης αχνίζουν

μαύρος καπνός πετάγεται απ’ τα παράθυρά τους

εκλέξανε το νέο πάπα

εκλέξανε το νέο εχθρό

 

είμαστε λίγοι μου λες

να φύγουμε από δω μου λες

είμαστε μόνοι μου λες

 

σκέψου να βγαίναμε άτακτοι στους δρόμους

και οι γιαγιάδες να σκύβαν στα παράθυρα

και να μας δίναν νερό και ψωμί και γιασεμί

 

ποτέ δεν ήμασταν πολλοί

ποτέ δε θέλαμε να φύγουμε από δω

– εδώ να τα γεννήσουμε τα όμορφα παιδιά μας-

ποτέ δεν θα ‘μαστε μόνοι*

 

*διαδηλώνοντας·

είναι κάτι μαύρο αλλά όχι σκοτεινό

είναι κάτι που δεν το γνωρίζεις αλλά δεν σε τρομάζει

είναι κάτι που γεννιέται από το τίποτα αλλά σου θυμίζει γιατί είσαι άνθρωπος

είναι κάτι που δεν σε κάνει να λες θα νικήσω αλλά σε κάνει να λες θα παλέψω

είναι η γέννηση του πληθυντικού αριθμού μέσα σου