sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Tag: όνειρα

βεργούλες*

κάθομαι στο ίδιο παγκάκι. περιμένω το ίδιο βαγόνι με τότε. κάθομαι όπως και πριν από εφτά εννιά δεκατρία χρόνια. βαρύτερη. καθόλου αγόγγυστα κουβαλάω οφειλές, χαρές ανεπίδοτες, επιτυχίες αδιέξοδες, αποτυχίες περισπούδαστες. είκοσι χρόνια οι ίδιες μουσικές στα αυτιά μου. είκοσι χρόνια μια φυγή. να φύγω. να μπω στον ηλεκτρικό να φτάσω μέχρι την κηφισιά κι ύστερα γραμμή για πειραιά. να μυρίσω τη δυσωδία της θαλάσσιας μόλυνσης. να καπνίσω ένα τσιγάρο αργόσυρτο. να μου ξεφύγει ένα δάκρυ ίσα να ξαλαφρώσω από βάρη ανεξήγητα και μετά να επιστρέψω. πάνε αυτά. τελειώσανε. στον τόπο που ζω τώρα πια δεν έχω άλλες δικαιολογίες. ούτε προθυμοποιείται ντόπιος κανείς να μου δανείσει δύο τρεις κουβέντες παρασυμπαθητικές ίσα για να βγάλω την τουριστική σεζόν. οι νησιώτες δεν χαρίζουν. αλατισμένοι και εκ δυσμών πολιτισμένοι σου πουλάνε ό,τι θες. αποθηκεύουν ό,τι νιώθουν βαθιά μέσα τους κι ύστερα πορεύονται με το ζύγι. ούτε έχω πια δικαιολογία δήθεν πως μου λείπει η θάλασσα. η θάλασσα τώρα πια με πνίγει. με απειλεί. με καταπίνει. είναι γύρω μου παντού. πάλι όμως κάτι λείπει. πάντα όμως κάποιος λύπη. τιμωρώ τον εαυτό μου για τούτον τον διπολισμό με την μη γράφειν ποινή. με αφήνω να πνιγώ από τον ίδιο μου τον εαυτό. με αναγκάζω να γεννάω φουσκοθαλασσιές κι ύστερα να τις σκοτώνω με τα ίδια μου τα χέρια καταπίνοντάς τες. δεν θα γράφεις πια. χωρίς ανάσα θα διαβιείς στρώνοντας φλοκάτη τα αλλοτινά σου όνειρα και πατώντας πάνω τους με βία. δεκαεννιά του μήνα σήμερα. πάνε χρόνια από κείνα τα άλλα γενέθλια. διαπληκτισμός για το ποδόσφαιρο είπε η οθόνη. μαχαιριά εγκάρσια στον τόπο που ‘χαμε υποσχεθεί πως δεν θα περάσει ο φασισμός. θάνατος αγύριστος. λόγια καρδιακά. μάνα με αυχένα που πονάει μα δεν σκύβει. πρέπει να φύγω. πρέπει να ξαναγυρίσω στο νησί. πρέπει να κάνουμε τα νησιά πρωτεύουσες και τις πόλεις βοσκοτόπια. ήθελα να ‘μαι σε κείνη τη συναυλία. να μπορώ να κλάψω ελεύθερα. χωρίς ντροπή. αυτό μου λείπει. να μην ντρέπομαι να κλάψω. εδώ η συγκίνηση είναι λέξη άγνωστη. όχι όχι άγνωστη. εδώ η συγκίνηση είναι έννοια αχρείαστη. βυθισμένη μαζί με τις άγκυρες των κρουαζιερόπλοιων στον βυθό του λιμανιού. πρέπει να ενώσω την πόλη με το χωριό. να τραβήξω μια τεράστια γραμμή και να ενώσω με τελίτσες ό,τι κουβαλάω από της άστεως τα πεζοδρόμια με τα σύννεφα που ακουμπάνε στον αίνο για να ξεκουραστούν. πρέπει να ξεπλύνω τις αποσκευές μου στην ιόνια θάλασσα και να κηρύξω τον λόγο του δάκρεος. να διδάξω στα μυαλά πώς να υγραίνονται. να ξεπλύνω τα από χρόνια στεγνωμένα ενοικιαζόμενα εισοδήματα με δακρυγόνα. να εξανθρωπίσω τον τουρισμό. πρέπει να φύγω από δω. να ξαναγυρίσω στο νησί. αποχαιρετώ το στίχο του γιάννη ρίτσου που σκεπάζει ολόκληρο το σπίτι του λαού και τραβάω γραμμή για το νησί. στο δρόμο σταματάω την κυκλοφορία στην εθνική οδό και  κόβω βέργες. να φτιάξω μιαν ανθοδέσμη από βεργούλες και να την χαρίσω στον πρώτο παλαβό που θα βρω πάνω στο νησί να νιώθει. που να νιώθει την αδικία. τον χαμό. τον θάνατο. τα κάγκελα. την καταπίεση. έναν που να νιώθει τη χαμένη μας λευτεριά*.

Advertisements

μπαλάντα των μη μετρήσιμων, η

πόσα δίνεις πόσα βγάζεις τι αμάξι έχεις από μισθό πώς πάμε δεν πας κομμωτήριο κάθε βδομάδα είναι δυνατόν να κάνεις αποτρίχωση μόνη σου τι θα πει κραγιόν με ένα γιούρο χρυσή μου να τα βγάλουμε έξω να τα μετρήσουμε όλα όλα τα πάντα να μπουν σε εξισώσεις δεν βγαίνουν τα φράγκα μάγκα μου κόψε τα όνειρα κόψε τα δάκρυα σε βαρεθήκαμε να βουρκώνεις είσαι παιδί μόνο ένα παιδί θα αντιδρούσε έτσι στα πράγματα είσαι ανώριμη η δουλειά και η ζωή θα σε σκληρύνει θα το δεις βάλτε τα όλα σε ένα κλάσμα αριθμητής τα χρέη και παρονομαστής η δυστυχία να στρέφεις το βλέμμα αλλού όταν κάποιος ψάχνει για φαγητό στα σκουπίδια αυτό θέλανε να γίνει όλοι τους να μην νιώθουμε πια να μπούμε στο περιθώριο οι με τα μόνιμα βουρκωμένα μάτια να πνίγονται τα παιδιά έξω από το φαρμακονήσι και να ‘σαι γελοίος άμα κλαις να λες τι να κάνουμε έτσι τα ‘φερε η ζωή να μην έχεις συναίσθημα ούτε οργή ούτε θυμό να σκύβεις το κεφάλι να βγαίνει η απόφαση για τη μανωλάδα και να μην σκίζεις τον ποινικό κώδικα να κοντεύει να πεθάνει ο ρωμανός και να σου λένε τι σόι δικηγόρος θα γίνεις μωρέ δεν θα πας μπροστά ποτέ σου κοίτα τη δουλίτσα σου και άσε τη ζωή να σαπίζει σε μια γωνιά να έχεις πάντα άδεια τσέπη και προίκα από τον πατέρα σου και τη μάνα σου ιδέες μόνο ιδέες να ‘χουνε ζήσει μέσα σε σχολικές αίθουσες τη μισή τους ζωή και το μόνο που σου μάθανε να ‘ναι να σκύβεις το κεφάλι μόνο όταν διαβάζεις βιβλία και να ‘σαι περιθώριο για τους πολλούς και ανεδαφική για τους λίγους βάλτε τα όλα σε μια εξίσωση λοιπόν οι πρωθυπουργοί δεν κλαίνε οι δικηγόροι έχουνε μόνο βαθιά τσέπη και ακριβές δερμάτινες τσάντες κι εσύ πάντα να χορεύεις μόνη το βαλς των χαμένων ονείρων πάντα όνειρα και πάντα χαμένα να κύριοι μετρήσιμοι πάρτε το τελευταίο που μου ‘μεινε δικά σας τα σημεία στίξης δικές οι εγκλίσεις της γραμματικής δικά σας τα απρόσωπα ρήματα δεν μου ανήκει τίποτα πια παρά μόνο μια μικρή στιγμή μια μόνο στιγμή που σπάει τη μοναχικότητα δεν είμαστε μόνοι γελάστε εις βάρος μου χάρισμά σας τα ισοσκελισμένα λόγια και τα πλεονάσματα λογικής κρατάω μόνο ένα βαλς το βαλς των ονείρων που ουρλιάζουνε μέσα μου για ζωή

διάολε, φύγε από μπροστά μου, μου κρύβεις το θεό*

1236633_10201028339805566_456309227_n

Δεν πιστεύω στα όνειρα. Έχω εκπαιδεύσει τα όνειρά μου να πιστεύουν αυτά σε μένα.

Σήμερα, την τελευταία νύχτα του χρόνου -σύμφωνα πάντα με τον ανθρώπινο τρόπο μέτρησής του- είδα περίεργα όνειρα.

Το πρωί πετάχτηκα από το κρεβάτι ακούγοντας το κουδούνι. Άκουσα δύο κορίτσια να λένε τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς στον πατέρα μου. Σκέφτηκα πως τα κάλαντα αυτής της μέρας μου αρέσουν πιότερο από τα κάλαντα των Χριστουγέννων. Η αλήθεια είναι πάντως, πως ποτέ δεν κατάλαβα τους στίχους τους. Κρυφοκοίταξα από τη γωνιά του δωματίου μου και άκουσα τον πατέρα μου να λέει στα παιδιά πως δεν έχει ψιλά, οπότε προτείνει να τους δώσει ένα εικοσάρικο και να του δώσουν πίσω είκοσι-πέντε ευρώ σε ψιλά. Ακολούθησε το γάργαρο γέλιο των κοριτσιών· μα δεν έχουμε τόσα λεφτά πάνω μας! Ο πατέρας μου ανταπέδωσε το γέλιο. Τους έδωσε μερικά ψιλά και τους ευχήθηκε καλή χρονιά και καλή πρόοδο. Αιώνιος δάσκαλος. Κρυφογελούσα όσο ντυνόμουν να πάω για δουλειά.

Μα πού το βρίσκει το κέφι για πλάκα πάντα; Μάλλον εκεί που το χάνω εγώ. Πάντα.

// Στο πρώτο όνειρο δύο γυναίκες αστυνομικοί στάθηκαν έξω από το παράθυρο του σπιτιού μας και με πυροβόλησαν όχι μία αλλά τέσσερις φορές ενώ ο πατέρας μου προσπαθούσε να με σώσει. Δεν έμαθα ποτέ αν πέθανα. Κάπως έτσι πρέπει να είναι ο θάνατος. Δεν είσαι εκεί για να τον νιώσεις. Πεθαίνεις για τους ζωντανούς. Αλλά πού πάνε οι άνθρωποι όταν πεθαίνουν; Και είναι άραγε το ίδιο να πεθαίνεις και το ίδιο να σε σκοτώνουν; Όπως και να ‘χει. Χρόνια πολλά, Χάρε. Χρόνια καλά, Μαρμαρένια Αλώνια. //

Κατήντησα πιο γραφική κι από το χιονοδρομικό κέντρο του Χελμού. Ο κόσμος μου εύχεται καλή χρονιά κι εγώ αντεύχομαι καλό κουράγιο. Η γιαγιά μου που διανύει το εκατοστόν έτος της ζωής της σίγουρα απαντάει πιο αισιόδοξα από μένα. Η φίλη μου η χοντρούλα με πήρε τηλέφωνο τα Χριστούγεννα για να μου ευχηθεί φοβόταν την αντίδρασή μου.

«- Χρόνια πολλά σίνε λέγκε, καλά Χριστούγεννα!

– Ρε δε μας παρατάς κι εσύ και τα Χριστούγεννα και ο Χριστός σου;

– Ρε σίνε λέγκε, ούτε καν σήμερα δε δίνεις μια άφεση αμαρτιών στον κόσμο που θέλει να βγει έξω, να διασκεδάσει, να μεθύσει, να παίξει χαρτιά;

– Όταν όλος ο κόσμος καίγεται, εμείς χτενιζόμαστε χοντρούλα. Η σκέψη μου με τους που δεν έχουν τόπο. Ούτε ελπίδα. Ούτε ζωή. Ούτε απόψε, ούτε αύριο.»

// Στο δεύτερο όνειρό μου ήρθε κάποιος από τα παλιά. Από τα πολύ παλιά. Από τα παιδικά, πολύχρωμα χρόνια. Κάποιος που με όρους ανθρώπινης κουλτούρας δε ζει πια. Ήρθε, κάθισε δίπλα μου, με αγκάλιασε και με ρώτησε τι κάνω. Του χαμογέλασα. Αισθάνθηκα ευτυχία που τον ξαναβρίσκω μετά από πολύ καιρό. Ξαναζωντάνεψε. Ή ίσως να ξαναζωντάνεψα εγώ. Τα χαμόγελα στα όνειρά μας διαρκούν πολύ περισσότερο από ό,τι στον ξύπνιο μας. Το χαμόγελο αυτού του ονείρου με συνοδεύει ακόμα και τώρα, δέκα ώρες μετά. Σ’ ευχαριστώ που ήρθες. //

Στο νησί μου σήμερα ο κόσμος εύχεται καλή αποκοπή.

Η αποκοπή είναι μία έννοια πολυσήμαντη και αόριστη.

Στο νησί μου γενικώς -και συγχωρέστε μου τη χρήση κτητικών αντωνυμιών, δεν το εννοώ στ’ αλήθεια ότι κατέχω κάτι- μας λένε τρελούς. Όπως ο ζωντανός λέει τον πεθαμένο νεκρό γιατί αλλιώς δεν μπορεί να εξηγήσει το φαινόμενο, έτσι και οι δήθεν λογικοί μας λένε τρελούς γιατί τους φαινόμαστε κομματάκι νεραϊδοπαρμένοι, ανεξήγητοι, ζαβολιάρηδες. Το ξέρετε φυσικά πως η λέξη ζαβολιά ανήκει στην ίδια οικογένεια λέξεων με τη λέξη διάβολος, έτσι δεν είναι;

Σας τρομάζει η λέξη διάβολος όσο σας ερεθίζει η λέξη θεός. Αλλά το δίφραγκο έχει πάντα δύο πλευρές. Κι αν δεν μπορείτε να αποδεχθείτε πως μπορείτε να είσαστε εσείς οι θεοί της ζωής σας, τότε θα πρέπει να χωνέψετε πως ούτε διάβολοι μπορείτε να είστε. Ας παραμείνετε πάντα μέτριοι. Χρυσοποίκιλτες μετριότητες που αναμένουν το μάννα εξ ουρανού, πατάνε στη γη και ονειρεύονται να πετάξουν μόνο όταν πεθάνουν και γίνουν άγγελοι.

Εμένα πάντως οι άγγελοι με τρομάζουν λίγο γιατί είναι λέει άφυλοι. Και άμα είσαι άφυλος -τουτέστιν δεν έχεις γεννητικά όργανα- δεν μπορείς να κάνεις έρωτα. Και όχι μόνο δεν μπορείς να κάνεις έρωτα, αλλά δεν έχεις καν την επιθυμία για τον έρωτα. Τώρα αν εσάς αυτό σας ακούγεται παραδεισένιο, εμένα μου φαντάζει αληθινή κόλαση.

Όπως καταλαβαίνετε, κάνω τα πάντα για τον αφορισμό μου, γιατί εγώ κάθε καλοκαίρι που πατάω το πόδι μου στο νησί πλησιάζω με ανατριχίλα το άγαλμα του Αντρίκου και χαϊδεύω με τα ακροδάχτυλα το κρύο υλικό. Κι ύστερα κάθομαι και του μιλάω. Του λέω τα νέα του χειμώνα που πέρασε, αν και συνήθως τα ξέρει από πριν.

Σίγουρα παίζει δάχτυλος της Ασφάλειας και κάπου εδώ κολλάει και το αποψινό μου όνειρο με τις μπατσίνες που με πυροβολούσαν με μένος. Αλλά για κάποιον λόγο δεν ένιωθα πόνο.

Στα όνειρα δεν πονάς.

Τα εκπαιδευμένα να πιστεύουν σε μένα όνειρά μου έκαναν απόψε για λογαριασμό μου τον απολογισμό της χρονιάς.

Ζωντανέψτε τους νεκρούς σας και τα πεθαμένα από καιρό όνειρά σας. Αφήστε τα να ζήσουν μέσα από σας.

Ας μην ξεχάσουμε.

Κανέναν.

Καλή αποκοπή, σύντροφοι.

*στίχος από το Αιρετικό του Γιάννη Αγγελάκα

γενεθλιάζουσες

533029_4827908010469_1885386568_n

δεν είναι ότι μετανιώνω μωρέ. για τίποτα δεν μετανιώνω. ούτε απ’ αυτά που έκανα ούτε απ’ αυτά που μου κάνανε. όλα όμορφα ήταν μες στην ασχήμια τους. ούτε με νοιάζει το μεγάλωμα. καλύτερα δεν είμαστε τώρα; λίγο μεγαλύτεροι, λίγο ομορφότεροι, πιο γεμάτοι, πιο σίγουροι, ελάχιστα πιο διαβασμένοι. εντάξει, πιο καλά είναι τώρα, την υποψιαστήκαμε τη φάση, την ψάξαμε, άμα έχεις φάει σφαλιάρα δεν αισθάνεσαι πληγωμένος, ζωντανός νιώθεις, τα σημάδια από τα δάχτυλα της παλάμης που σου έχωσαν το χαστούκι πάνω στο μάγουλό σου είναι απόδειξη ζωής, βγήκαμε από τη γυάλα ρε παιδί μου αυτό είναι όλο.

αλλά με πιάνει το παράπονο για ό,τι και για όποιον αφήνω πίσω μου, γιατί τώρα πια ξέρω ότι αφήνω ανθρώπους πίσω μου, δεν γίνεται αλλιώς ρε παιδιά, πρέπει να συνταιριάζουν οι ανάσες μας για να ζούμε μαζί. ξέρεις τι δένει τους ανθρώπους; το μέλλον. το μέλλον και όχι το παρελθόν. θέλω οι γραμμές των ημερών που έρχονται κάπου να τέμνονται, τι κι αν συναντήθηκαν οι γραμμές μας παλιά, αύριο πού θα είναι η γραμμή σου, θα σε βρω ξανά μπροστά μου να φωνάξουμε μαζί, αυτό με καίει, ο γέγονε γέγονε και ούτε που με νοιάζει πια, δεν έχω παράπονο, αν θες να βγεις και να φωνάξεις εγώ την άφησα, πρόλαβα πρώτος, προχώρησα, κάντο, δεν με νοιάζει καθόλου, αλήθεια σου λέω μωρέ, μέσα μας την αλήθεια την ξέρουμε όλοι, κι εσύ κι εγώ.

είναι που εγώ δεν φωνάζω, είναι που οι μεγάλες οι αλλαγές λαμβάνουν χώρα σιωπηλά, κάπου βαθιά μέσα μου έβαλα μια νύχτα στο πουθενά το τέλος χωρίς να το πω πουθενά, κι έκανα εκείνη τη νύχτα τον πιο ήσυχο, τον πιο γαλήνιο ύπνο. τα ξεπλήρωσα όλα μωρέ, όλα, λεπτό προς λεπτό, στιγμή προς στιγμή, κι όταν κοιμάμαι ήσυχη τις νύχτες ξυπνάω δυνατή και καθαρή, έτοιμη να σκίσω την μπλούζα μου και να την κάνω σημαία, jamaica, jamaica, τέτοια σημαία εννοώ, λάβαρο μουσικής και αδερφοσύνης.

μεγαλώνουμε αλλά καθαρίζουμε μέσα μας τα απομεινάρια κι αυτό ίσως να είναι ευτυχία καθαρή. να ξυπνάς σαν να ξύπνησες πρώτη φορά, ναι αυτό να κάνουμε, να ζήσουμε πολλές φορές μέσα σε μία, αιώνια φτωχοί στις τσέπες και αιώνια πλούσιοι σε ιστορίες, έχεις δει κάτι γιαγιάδες στο δρόμο που σου χαμογελάνε σαν κοριτσάκια, έτσι θέλω να γεράσω, να γεμίσω ρυτίδες έκφρασης, να μην περνάει ούτε μια μέρα ανέκφραστη, να σκαφτεί το πρόσωπό μου από συναισθήματα, να σκαφτεί το κορμί μου από ανθρώπους, δεν με νοιάζει που περνάνε τα χρόνια, σημασία έχει πώς στο διάολο περνάνε.

κι όσο μεγαλώνουμε όλο πιο ανώριμοι να γινόμαστε, δε με νοιάζει μωρέ η ειρωνεία όλων αυτών που κάποτε ζήσαμε μέρες και νύχτες μαζί και τώρα γελάνε πίσω και μπροστά από την πλάτη μου, το μόνο που με νοιάζει είναι που μοιράστηκα μερόνυχτα με ανθρώπους κακούς και άδειους, αλλά εγώ πάντα έτσι ήμουνα, δεν κρύφτηκα, σας τα ‘λεγα ρε μαλάκες από παλιά πώς τα σκεφτόμουνα τα πράγματα, και όταν μου λέγατε ξεκόλλα και προσγειώσου επιτέλους εγώ σταμάταγα την κουβέντα· γιατί δεν ήθελα πια να συνεχίσω να μιλάω μαζί σας, γιατί καταλάβαινα πως ό,τι λέω είναι πολύ ακριβό για να μπει σε κουβέντα με τυχάρπαστους, γιατί εγώ δεν σας ενοχλούσα ποτέ στη δικιά σας ουτοπία που δεν ήταν ουτοπία αλλά ζωή στριμωγμένη μέσα σε υποκοριστικά, κι έτσι δεν ήθελα ούτε κι εσείς να με ενοχλείτε, γιατί μου λέγατε να προσγειωθώ αλλά εγώ είχα φτάσει ήδη στα έγκατα της γης και είχα ξανανέβει ήδη στον ουρανό, για πλάκα μωρέ προσγειώνομαι και ξαναφεύγω, άμα δεν το είδατε ποτέ δεν μπορώ να βοηθήσω, δεν κρύφτηκα ποτέ, εσείς δεν θέλατε να δείτε και τώρα ξαφνικά εκπλήσσεστε τάχα μου, μα ποια είναι αυτή, λέτε όπου βρεθείτε, κι εγώ γελάω.

γελάω γιατί το κλάμα μου το σκορπάω για πόνους αληθινούς τώρα πια.

καλά είναι που λες κι έτσι. ξεχωρίσανε επιτέλους η ήρα από το σιτάρι γιατί είχανε γίνει κουβάρι τόσα χρόνια, αλλά εμένα μου αρέσει αυτή η εποχή γιατί μπορείς επιτέλους να είσαι ξεκάθαρος, και να βρεις κι άλλους ξεκάθαρους σαν εσένα, και μαζί να κάνετε όνειρα- δεν θα βγούνε μωρέ, το ξέρω– άλλος είναι ο σκοπός, πού να σου εξηγώ τώρα, άμα δεν καταλαβαίνεις τράβα το δρόμο σου, αυτό προσπαθώ να πω τόση ώρα, ότι διώχνω κόσμο τώρα πια γιατί δεν με νοιάζει, άλλα πράγματα με καίνε, κατάλαβες, αυτά που εσένα δεν σε κάψανε ποτέ, κι εγώ θέλω να μοιραστώ τις στάχτες μου με κόσμο.

με κόσμο όμορφο.

σαν την ομορφιά τίποτα αδερφάκι μου.

γι’ αυτό χαίρομαι που μεγαλώνω, γιατί όσο περνάνε τα χρόνια γίνομαι όλο και πιο ανάλαφρη, περπατάω και πετάω με αναίδεια τα βάρη μου, γιατί δεν είναι δικά μου, είναι τα δικά σας σκουπίδια που μου τα φορτώσατε κι εγώ τα πήρα ο βλάκας, αλλά τώρα πια δεν θέλω κανενός άλλου τα σκουπίδια, θέλω μόνο τα δικά μου βάρη, γιατί και το βάρος τι είναι; μια δύναμη.

| δράση – αντίδραση, φυσική για αρχάριους |

αντιδράω στο βάρος με μια άλλη δύναμη, κρυφή, κι έτσι μπορώ να γεννάω στιγμή προς στιγμή στιγμές καινούριες, ενώ εσείς μένετε για πάντα καρφωμένοι στη γη, υπόδουλοι, δεν σας περνάει καν από το μυαλό πως γίνεται να συμβεί και κάτι άλλο, ε ρε παιδιά δεν σας φταίει κανένας.

ε κάπως έτσι θα πάμε παρακάτω, χαμογελώντας και όχι γελώντας, εμένα μου αρέσει το μειδίαμα γιατί είναι υπαινικτικό, άσε τις βαρύγδουπες δηλώσεις για άλλους μωρέ, άμα μπορούσα να ζωγραφίζω θα ήθελα ό,τι έχω να πω να το κάνω εικόνα, να τριγυρνούσα στην πόλη σαν τρελή κουβαλώντας πινέλα και μπογιές και ποτέ πια να μην ξαναμιλούσα, αλλά όλη μου η ζωγραφική δεινότητα περιορίζεται σε δυο βουνά που σμίγουν κι έναν ήλιο που ξεπετάγεται ανάμεσά τους, οπότε αναγκαστικά θα συνεχίσω να λέω ιστορίες.

και να τραγουδάω τραγούδια.

τραγούδια όπως αυτό.

άνοδος των μυρίων, η

1208747_10200888393947007_499785804_n

 

Άκου. Άμα είναι να πούμε αλήθειες τότε να μην φοβηθούμε. Άκουσέ με. Μην κοιτάς που χαμογελάω όλη μέρα σαν ηλίθια, μην κοιτάς που σου γελάω συνωμοτικά και σου λέω δεν έχω κάρτα, θα σου κάνω αναπάντητη όταν έρθω- άλλο που εσύ, κανενός παπά ευαγγέλιο, πήγες και μου αγόρασες μονάδες για να έχω στο κινητό- το νιώθω πως πάμε κατά διαόλου. Κάτι αλλάζει προς το χειρότερο. Θυμάσαι που λέγαμε ότι ο πάτος δεν έχει πάτο; Κατεβαίνουμε κι άλλο. Αργά, υγρά, βασανιστικά. Η κάθοδος των μυρίων της εποχής μας και δεν βρέθηκε ένας ιστορικός της προκοπής να την καταγράψει. Ένας πελοποννησιακός και κλείσαμε. Είπαμε να μην το βάλουμε κάτω αλλά ψάχνω να ελπίσω σε κάτι και καταντάω να ακούω έξω φωνή τους Κερκυραίους που ξημεροβραδιάζονται ανάμεσα στη σύγχυση και το γέλιο και να διαβάζω από την ανάποδη- το πίσω μπρος, αν έχεις το θεό σου– τον Επαναστατημένο Άνθρωπο του Αλμπέρ μήπως βρεθεί και κάτι ακόμα για οξυγόνωση. Κανένας δεν ήθελε να τελειώσει ο Αύγουστος και μόνο εγώ ήθελα να γυρίσω στην Αθήνα, με κούρασε η νωχέλεια, να γυρίσω στη δουλειά μου, να σιγουρευτώ ότι ακόμα έχω δουλειά, ο ένας απολύθηκε, ο άλλος ετοιμάζεται για έξω, ο τρίτος θα δουλεύει πια τρεις μέρες και τις υπόλοιπες θα αναρωτιέται γιατί ανέβηκε η μυωπία του τρεις βαθμούς μέσα στο Μετσόβιο τόσα χρόνια, ρε στραβώνει το πράγμα ολοένα και πιο πολύ, δεν το βλέπετε; Κι ύστερα βγαίνεις μια βόλτα στις γειτονιές το σούρουπο και βλέπεις κόσμο στα μαγαζιά, χαμός, φέρε μπύρες να πιούμε, έχει ο θεός, μαλάκα μου αλήθεια έλεγε ο άλλος, λεφτά υπάρχουν, και πιο πολύ από όλα με πειράζει που ακόμα πιστεύουν σε θεούς και δαίμονες όλοι αυτοί οι άνθρωποι, κι άμα τους πεις λίγο στην πλάκα λίγο σοβαρά πως πάνω από τα σύννεφα είναι τα αστέρια, πιο πάνω η στρατόσφαιρα και πιο κει άλλα σύμπαντα, αλλά τίποτα το θεϊκό γιατί θεοί είμαστε μόνο εμείς οι ίδιοι, ο θεός κατάγεται από τον πίθηκο ρε μάγκες, σε στήνουν στον τοίχο και σε πυροβολούν, πάει αυτή αποτρελάθηκε, κάπου έχει μπλέξει. Δεν αντέχουν μάτια μου οι άνθρωποι να νιώσουν πως είναι μόνοι, οι μόνοι υπεύθυνοι για τη ζωή τους, κλείνουν τα μάτια στην αλήθεια, καλά όλοι το κάνουμε αυτό δε λέω, αλλά καμιά φορά που ανοίγω τα μάτια μου ορθάνοιχτα στην καταιγίδα μετά τον τρόμο έρχεται η απελευθέρωση, αλήθεια σου λέω, δοκίμασέ το έστω μια φορά, είναι ωραίο, σα να κάνεις έρωτα φαντάσου.

Ωραία και τα νησιά και οι θάλασσες και τα τοπία και τα φαγητά αλλά εγώ φέτος έψαχνα για [α]γωνίες. Κοιτούσα τους ανθρώπους στα μάτια, λαχταρούσα να δω την αγωνία στο βλέμμα τους, γιατί από την αγωνία γεννιέται ο ελεύθερος, από τη γωνία ξεπηδά η ιδέα και η σκέψη, μην τα στρογγυλεύετε όλα ρε παιδιά, άμα έχεις γωνίες μαθαίνεις να είσαι ευλύγιστος, άμα είσαι στρογγυλός κουτρουβαλάς από τις κατηφοριές αδιάφορα και μόνο ο θάνατος σε σταματάει κι ούτε που νιώθεις πόνο ή χαρά, απλά κατρακυλάς. Στις εσοχές και τις εξοχές σου είναι που πληγώνεσαι, κι άμα πληγώνεσαι παλεύεις να επουλωθείς, κι άμα μαθαίνεις να παλεύεις μαθαίνεις να νικάς.

Είπαμε, θα σου πω αλήθειες. Με κυριεύει ο φόβος πολλές φορές, όχι τις νύχτες, οι νύχτες με αγαπάνε γιατί τους χαρίζομαι, αλλά είναι κάτι πρωινά που φοβάμαι, οδηγώ και σκέφτομαι γιατί να μην υπάρχει και έκτη και έβδομη ταχύτητα, ο συμπλέκτης σταματάει στην πέμπτη και μετά τι; Δεν υπάρχει τίποτα άλλο μετά, κι αυτό είναι που με κάνει να κλαίω, η ανυπαρξία του μετά.

Η πιο μισητή λέξη της δεκαετίας είναι η λέξη μέλλον. Τη φοβόμαστε γιατί την καταστρέψαμε. Κι αυτή μας εκδικείται γιατί της στερήσαμε το λόγο ύπαρξης.

Κι έτσι τι κάνουμε οι άνθρωποι; Ξαναγυρνάμε πίσω. Στον κουβά του παρελθόντος. Κι ούτε μαθαίνουμε απ’ αυτό, ούτε το αγαπάμε, ούτε συμφιλιωνόμαστε. Αναμασάμε τις ίδιες έχθρες ξανά και ξανά, ξανανάβουμε φωτιές από χρόνια σβησμένες μπας και νιώσουμε λίγη ασφάλεια, την οικειότητα του ξανά και ξανά καμένου δάσους. Δεν μας νοιάζει που είναι καμένα τα δέντρα, φτάνει που ξέρουμε πώς είναι, το έχουμε ξαναζήσει, παίζουμε στο γήπεδό μας. Μα για αναδάσωση ούτε λόγος.

Κοίτα δεν σου κρύβομαι. Φοβάμαι. Είναι που φέτος στο διάβα μου από Αιγαίο και Ιόνιο είδα πολλούς με κάτι σβάστικες στο μπράτσο και κάτι ελληνικές σημαίες- κουρελόπανα, πανάθεμά τα- και με έπιασε μια θλίψη. Συνομήλικοι. Θα μπορούσαμε να πίναμε χυμό μαζί και να γελάμε με τους μαλάκες τους παλιούς που κύλησαν αίμα την Ευρώπη και όχι μόνο γιατί δεν είδαν ποτέ στ’ αλήθεια τι είναι αυτό που τους φταίει στις ζωές τους. Μα τι χυμό να πιεις με βλέμμα κενό απέναντί σου; Κι εγώ πια, έλεος, το στόμα μου δεν ξέρω να το κλείνω, βγαίνω από τα ρούχα μου και παλεύω να εξηγήσω σε αυτιά που δεν ακούνε πια γιατί έχουν βουλώσει οι φλέβες και οι αρτηρίες και οι αδένες από κακία ότι η αγάπη και η ελευθερία θα με στείλουν στον αγύριστο πριν την ώρα μου, ναι το ξέρω ότι η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή ρε βλάκες ηδονιστές, αλλά δεν με νοιάζει αν είναι μικρή ή μεγάλη, με νοιάζει να είναι όμορφη.

Κι από ειρωνεία; Πού να στα λέω. Πόσες φορές άκουσα και φέτος από φίλους και γνωστούς και συγγενείς και αγνώστους και εχθρούς για τις βλακείες που κάθομαι και γράφω, για τις χαζές μου τις ιδέες, για τα όνειρά μου που είναι τόσο μα τόσο ηλίθια, μια χαρά κορίτσι είσαι, έχεις τη δουλίτσα σου, έχεις τις σπουδές σου, θα κάνεις κι έναν καλό γάμο κι όλα τα άλλα να πα’ να γαμηθούν, τι τα θες και τα σκαλίζεις μωρέ όλα αυτά, εμείς διαβάζουμε ό,τι λες και γελάμε πολλές φορές, μην ασχολείσαι και μην πωρώνεσαι, ούτε στη δουλειά σου κάνει καλό αυτό, και μέσα σε όλα αυτά ένας πατέρας που μου χαμογελάει συνωμοτικά, μην σταματήσεις να γράφεις μου λέει, κι εγώ σηκώνω και πάλι κεφάλι, εντάξει, ήσουν ποτέ με τις πλειοψηφίες για να είσαι και τώρα ή νοιάστηκες ποτέ αν σε λένε τρελή και αλλοπαρμένη; Άστους μωρέ. Ου γαρ οίδασιν.

Χαμόγελο.

Εντάξει τώρα που στα είπα πάνω κάτω νιώθω καλύτερα.

Εξάχνωση φόβου θα το ονομάσω το φαινόμενο.

Καλύτερα είμαι, αλήθεια σου λέω.

Ε γι’ αυτό μάλλον γράφω. Για να ξορκίσω το φόβο, που θα ‘λεγε και κάποιος χριστιανός.

Κερνάω όνειρα, ψήνεσαι;

 

Ευπειθώς αναφέρω

e53c2c9f4d6761de9122d72eac64a0cc_XL

Τώρα είναι που δεν πρέπει να χάσουμε την ελπίδα μας, το καταλαβαίνεις; Θέλει δύναμη, το ξέρω. Θα το καταφέρουμε. Μαζί.

Διαβάζω πως η ανεργία θα φτάσει για τους νέους κοντά στο 50%. Αναρωτιέμαι πού θα φτάσει η κατάσταση. Πόσο πιο μακριά, πόσο πιο χαμηλά, πόσο πιο εξευτελιστικά; Τι θέλουν από μας;

Να μην έχεις παράπονο, σου λένε. Βρήκες δουλειά, ταχτοποιήθηκες, μπήκες σε μια σειρά. Ας τους πει κάποιος πως τα όνειρά μας δεν είχαν να κάνουν ποτέ με δουλειές, καριέρα, πολλά λεφτά και ακριβά ρούχα. Ταχτοποιήθηκα; Γιατί τι είμαι, φάκελος προς αρχειοθέτηση;

Τα όνειρα, αυτά που τολμάς να σκεφτείς εκείνα τα μαγικά λεπτά πριν κοιμηθείς, αυτά που δεν τολμάς να ξεστομίσεις γιατί θα σε περάσουν για τον τρελό της γειτονιάς, δεν περιέχουν τίποτα που να αγοράζεται ή να ανταλλάσσεται με δεκάωρα κλεισμένα σε γραφεία, αποθήκες και εργοτάξια. Είναι σκέψεις γεμάτες χρώμα, τραγούδια, βλέμματα και χαμόγελα. Είναι αναπαλλοτρίωτα. Υπάρχουν και επιβιώνουν σε όλα τα πολιτικά και οικονομικά συστήματα, επί αριστερών και δεξιών κυβερνήσεων, στη φτώχεια, στον πλούτο, στις χαρές και στη θλίψη. Ξέρω πως δεν θα σταματήσουμε να κάνουμε όνειρα, φοβάμαι όμως πως τα όνειρά μας θα μεταμορφωθούν σε σχέδια. Πόσα λεφτά έχω, μπορώ να πληρώσω το χαράτσι, τι χρωστάω στην τράπεζα, περνάω το μήνα μέχρι να ξαναπληρωθώ, να πάρω δεύτερο ποτό ή άστο καλύτερα, έχω βενζίνη για να πάω μέχρι την Αλσούπολη, πότε θα ξαναβάλω κάρτα στο κινητό, τι μισθό να βγάζει άραγε αυτός; Τρομακτικό.

Πριν από περίπου σαράντα χρόνια, όταν ο πατέρας μου πέρασε στο Πανεπιστήμιο, η επιτυχία του έγινε η είδηση σε όλα τα γύρω χωριά. Θα γινόταν επιστήμονας! Ζούμε στην εποχή που η εύρεση εργασίας αποτελεί την είδηση του μήνα για ολόκληρες γειτονιές. Βρήκε δουλειά! Πληρώνεται; Πόσα παίρνει; Πάλι καλά να λέει, τυχερή είναι. Το αναφαίρετο δικαίωμα στην εργασία έγινε ηράκλειος άθλος. Όχι, δεν δικαιούσαι πια να δουλεύεις. Υποχρεούσαι να λες κι ευχαριστώ, λες και κάποιος σου κάνει χάρη, λες και το νόημα της ύπαρξής σου συγκεντρώνεται σε ένα οχτάωρο, λες και η ύπαρξή σου αποτιμάται σε χρήμα.

Γιατί να λέω πάλι καλά γαμώτο σας; Ποιος σας είπε ότι ο στόχος της ζωής μου αρχίζει και τελειώνει εκεί; Θέλω να ανασαίνω ελεύθερη, και ναι, αυτό είναι ένα όνειρο ζωής για μένα. Θέλω να κοιτάζω τον ήλιο κατάματα, να νιώθω ότι το είναι μου εξαπλώνεται πάνω από το κλεινόν άστυ, φτάνει μακριά, σε πόλεις που δεν θα αντικρίσω ποτέ, σε ανθρώπους που μου χαμογελούν χωρίς να με γνωρίζουν, σε θάλασσες με περίεργα πράσινα και μπλε νερά, θέλω να χορέψω μαζί με τους φύλαρχους της Αφρικής, να διαλογιστώ μαζί με Ινδούς δασκάλους, να τραγουδήσω σε γερμανικά καμπαρέ. Θέλω να ζήσω.

Κοιτάζω από το παράθυρό μου έξω. Πέρα από την Κηφισίας απλώνεται η ανοιξιάτικη Αθήνα. Το φως του ήλιου λούζει τα άσχημα κτίρια, ο ουρανός είναι ανέφελος, διάολε η Αθήνα είναι τόσο όμορφη ώρες ώρες! Σαν αυτές τις ατελείωτες ιστορίες αγάπης, τους έρωτες που δεν τελειώνουν ποτέ πραγματικά, τα ζευγάρια που χωρίζουν, σε βαρέθηκα πια, θα γνωρίσω κάποιον άλλον καλύτερο, φεύγω, φωνάζει ο ένας στον άλλον, μέχρι να ξανασμίξουν γιατί τίποτα πια δεν είναι όμορφο όταν δεν είναι μαζί- έτσι κι εμείς, λατρεύουμε να μισούμε αυτήν την πόλη. Την ποδοπατάμε, την αναγκάζουμε να γεράσει πριν την ώρα της, τη βρίζουμε, αλλά εκείνη μας δίνει μια ηλιόλουστη μέρα και αμέσως την ερωτευόμαστε από την αρχή- άτιμο θηλυκό!

Άραγε την αγαπάμε τη χώρα μας; Γέμισε ασχήμια, βρωμιά, φασισμό. Οι αρουραίοι βγήκαν από τις τρύπες τους και αλωνίζουν ελεύθεροι. Αλλά εμείς παλεύουμε για να πληρώσουμε τη δόση στην τράπεζα, δεν έχουμε χρόνο να ασχοληθούμε μ’ αυτό. Έχουμε τα προβλήματά μας βρε αδερφέ! Μα υπάρχει κάποιο άλλο πρόβλημα που να μας αφορά πιο προσωπικά από ό,τι μια ανελεύθερη χώρα; Είναι η δική μας χώρα ρε! Μπορούμε να την ξαναφτιάξουμε ή είναι μάταιο; Η αγωνία με πνίγει τις νύχτες, αλήθεια σας λέω. Έτσι θα ζήσω; Και τι θα λέω στα παιδιά μου; Το νιώθετε κι εσείς ότι μέρα με τη μέρα το ανάστημά μας μικραίνει;

Ζητείται ελπίς, έγραφε ο Αντώνης Σαμαράκης, σήμερα πιο επίκαιρος από ποτέ. Ξέρω ότι δεν πρέπει να το βάλουμε κάτω, ξέρω πως τώρα πρέπει να ατσαλωθούμε ακόμα πιο γερά, καταλαβαίνω πως ο αγώνας τώρα ξεκινά. Δίνω εντολές στον εαυτό μου να μην χάνει την πίστη του στους ανθρώπους, να ανασαίνει βαθιά, να ελπίζει και να συνεχίσει να κάνει τρελά όνειρα. Μόνο που στις εντολές τώρα πια μπαίνει κι ένας αστερίσκος, μια υποσημείωση: *ενεργοποίηση. Μόνο πράξη, που λένε και οι Πραξιματίες, το γνωστό πανκ κίνημα που άλλαξε τον ρουν της ιστορίας της Κυψέλης.

Οι εποχές άλλαξαν. Αγαπητέ κύριε Καστοριάδη, ευπειθώς αναφέρω πως επέλεξα.

Την ελευθερία.

στη χώρα του φωτός

58165_10200150203812715_1478260436_n

ησύχασε· μη μιλάς για λίγο

ακούς;

άκου. τα τύμπανα της Ιερισσού.

μείναμε καρφωμένοι στις οθόνες μας

απέναντί μας ένα κουτί άλλαζε χρώματα

κάποιοι πουλούσαν όνειρα

όλη τη νύχτα ψάχναμε τις τσέπες μας

ξέχασες πως δεν πουλιούνται;

τη νύχτα έσπασαν την πόρτα

ευχήθηκε να ήταν κλέφτες

πού σε πάνε; ποιοι είναι; πότε θα ξανάρθεις;

ποιοι είστε;

ποιοι είστε;

με το ποίημα για το Διομήδη έκλαιγα για μέρες

και για τον άνθρωπο με το γαρύφαλλο δεν ξημέρωνε η νύχτα

ο Πέτρουλας ήταν ψηλός και όμορφος σαν αετός

και ο Λαμπράκης φυσούσε την ελπίδα όπου πατούσε

πατέρα, οι ιστορίες σου βγήκαν αληθινές.

τίποτα δε μάθαμε

τίποτα δεν αλλάξαμε

τίποτα δεν αγαπήσαμε

κάθε πρωί ξυπνάω μ’ έναν φόβο.

μα θα τον διώξω.

ή τώρα

ή ποτέ.

άκου προσεκτικά.

ηχούν τα τύμπανα της Ιερισσού

ή τώρα

ή ποτέ.

Ελάτε.

 

Υ.Γ.: Στη φωτογραφία απεικονίζεται το ποίημα «Ο Απόγονος» του Μπέρτολτ Μπρεχτ.