sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Month: Νοέμβριος, 2013

Überlin

*

Όμως, θεωρώ το Βερολίνο καρδιά της Ευρώπης, γιατί εκεί έλαμψε ο τόσο σημαντικός (και σχεδόν άγνωστος) πολιτισμός της εποχής της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, γιατί εκεί σχεδιάστηκε η εξόντωση όλων των ευρωπαϊκών λαών (αρχίζοντας από τους ρώσους, τους εβραίους και τους τσιγγάνους, γιατί εκεί ο Κόκκινος Στρατός συνέτριψε το χιτλερικό όνειρο, και, γιατί εκεί εκφράζεται με τον οξύτερο τόνο η μάχη των δύο Μεγάλων Δυνάμεων. Αυτά τα εξ αντικειμένου γεγονότα γέννησαν τη μυθολογία του Βερολίνου, που επενεργεί πάνω μας εξ υποκειμένου. Η μυθολογία του Βερολίνου σκεπάζει, σαν πυκνή ομίχλη, αυτό τούτο το Βερολίνο. Όλοι μας είμαστε θύματα της μυθολογίας του Βερολίνου.

[Ηλίας Πετρόπουλος, Η Μυθολογία του Βερολίνου, 1988]

*

[νότα // δωμάτιο στο άμστερνταμ // ρηχά τα όνειρά σου // και πάλι μινόρε μάγκες // νότα]

427309_2815104091629_1486779482_n

*

[02.10.2011]

Ανεβαίνω στο αεροπλάνο. Σκουπίζω τα μάτια μου με την μπλούζα μου. Λες να μουτζουρώθηκα; Βρίσκω τη θέση μου, κάθομαι, δένω τη ζώνη ασφαλείας. Ίσως η πιο ανασφαλής στιγμή της ζωής μου κι εγώ ήμουν δεμένη με ζώνη ασφαλείας. Αν και δεν υπάρχει πολύς χώρος στα πνευμόνια μου- ή τουλάχιστον έτσι νιώθω- προσπαθώ να πάρω μια βαθιά ανάσα. Κλείνω τα μάτια. Αυτό ήταν.

Όταν πολύ γλυκά και ευγενικά η αεροσυνοδός με ξύπνησε, βρισκόμουν σε άλλη χώρα. Άνοιξα τα μάτια μου μετά από έναν λήθαργο τριών περίπου ωρών. Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα.

Όπως μάλλον συμβαίνει με όλα τα όμορφα πράγματα, δεν ανακαλώ παρά στιγμές. Ξεκομμένα καρέ από μια ταινία που δεν γυρίστηκε ποτέ. Φιλοξενούμενη σε ένα σπίτι αγνώστων, φιλοξενούμενη σε μια χώρα αγνώστων, φοιτήτρια σε μια από τις καλύτερες πανεπιστημιακές σχολές της Ευρώπης, ελεύθερη για πρώτη φορά στη ζωή μου στην πόλη που γεννάει κάθε τόσο κινήματα και τάσεις και διατάζει κάθε εκατό περίπου χρόνια τη δολοφονία ολόκληρων λαών. Μια Ελληνίδα στο Βερολίνο εν έτει 2011 είναι περίπου σαν ένα πρόβατο στη στάνη τη Μεγάλη Παρασκευή το σούρουπο. Οι αντίστοιχες βλέπεις γερμανικές εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας κάνουν κι εδώ το θαύμα τους· οι τεμπέληδες Έλληνες σας παίρνουν τις συντάξεις, ενημερώνουν το γερμανικό λαό, κι εγώ ψάχνω υπόστεγο να προστατευτώ από τη βροχή και την κακία που γεννάνε οι ρεπόρτερς συμφερόντων.

Ας είναι.

*

Κάθε μέρα λύνω δέκα προβλήματα και ξεπετάγονται ενώπιόν μου άλλα είκοσι. Οικονομικά, πρακτικά, τεχνικά, επικοινωνιακά, ουσίας, συναισθηματικά, εκπαιδευτικά. Ο ήλιος εγκαταλείπει την πόλη γύρω στα τέλη του Οκτώβρη και την ξεχνά εντελώς για ένα εξάμηνο. Γύρω στις τρεις νυχτώνει. Το καλησπέρα με το καληνύχτα συγχέονται. Όσο για το καλημέρα, όταν προφέρεται γκούτεν μόργκεν δεν έχει την ίδια γλύκα.  Εξάλλου η δήθεν επάρκειά μου στη γερμανική γλώσσα αποδεικνύεται άχρηστη. Τι να τα κάνω όλα τα ανώμαλα ρήματα και τους αρχικούς τους χρόνους όταν δεν μπορώ να παραγγείλω μισό κιλό κρέας;

Καταλαβαίνω από τις πρώτες κιόλας μέρες ότι τίποτα εδώ δεν θα είναι εύκολο και ότι η ζωή μου εδώ θα μοιάζει μόνιμα με μια σκυταλοδρομία μετ’ εμποδίων. Ξεπερνώντας τα εμπόδια που βρίσκονται ριζωμένα στο γερμανικό έδαφος, η σκυτάλη παραδίδεται στις χρόνιες αδυναμίες της γράφουσας, που τώρα πρέπει να τις αντιμετωπίσει εκούσα άκουσα. Πάνω στην πρώτη κρίση πανικού που δεν σηκώνω το τηλέφωνο, δεν ανοίγω το σκάιπ, δεν πιάνω μολύβι και χαρτί, δεν παίρνω αλλόφρων τους δρόμους, ξέρω βαθιά μέσα μου πως εγώ γι’ αυτό ήρθα μέχρι εδώ· κανένα μεταπτυχιακό, κανένας σύντροφος, καμία καινούρια παρέα, καμία εμβάθυνση στη γερμανική νύχτα και μπύρα. Εγώ ήρθα μέχρι εδώ για να λύσω και να λυθώ. Και η λύση έρχεται όταν σκάβεις με μανία μέσα σου, ξαναπιάνεις τις εξισώσεις εκείνες που σε ταλανίζουν από τα δώδεκα, το πυθαγόρειο θεώρημα ζωντανεύει μπροστά στα μάτια σου και ξεκινάς, μόνος, αδύναμος και αβοήθητος να αποδείξεις με τι ισούται η ζωή σου υψωμένη στο τετράγωνο. Υψωμένη πάνω στο τείχος που η δειλία σου έχτισε ανάμεσα σε σένα και την αλήθεια σου. Δυτικός και Ανατολικός Εαυτός ξανασυναντιούνται μετά από χρόνια Ψυχρού Πολέμου και αποφασίζουν να ξαναμοιράσουν τις ζώνες επιρροής του καθενός.

Αποφεύγω τώρα πια να μιλάω για τον ομορφότερο χρόνο της ζωής μου, υπάρχουν τραγούδια που μόλις τα πετυχαίνω στα ερτζιανά αλλάζω σταθμό πάραυτα, γιατί αλλιώς μια τεράστια θλίψη απλώνεται μέσα μου για κείνο που ‘φυγε και πια δεν ξανάρχεται. Το Βερολινάκι μου.

*

// don’t forget to change // it will save you // chasing in the city with the stars //

Εκείνοι οι ατελείωτοι περίπατοι σε γνωστές και άγνωστες γειτονιές της τόσο όμορφης αυτής πόλης λείπουν τώρα από την καθημερινότητά μου. Φωτογράφιζα με τα μάτια τα κτήρια, το χρώμα του ουρανού, το νερό του ποταμού, την προτομή του Μπρεχτ, τους δρόμους με τα ονόματα των ποιητών, τις πλατείες με τα ονόματα των γεννητόρων του σοσιαλισμού, τα «δεν ξεχνώ» μνημεία των φονιάδων του ναζισμού, όλοι μαζί και όλοι χώρια σ’ αυτόν τον τόπο, όπου περπατούσες υπήρχαν μνήμες πολέμου, το όνομα Αδόλφος απαγορευμένο δια παντός να το ξεστομίσεις, οι νεοναζί με τις γελοίες παράτες τους, το γεμάτο μετανάστες και αδέκαρους καλλιτέχνες Κρόιτσμπεργκ, οι χαμογελαστοί Τούρκοι με τα καλύτερα ντονέρ που έφαγες ποτέ στη ζωή σου- Τούρκοι, αδέλφια μου, στο χαμόγελό σας βλέπω το χαμόγελο του αδερφού μου, του φίλου μου, του πατέρα μου, του συντρόφου μου.

// es geht kein Weg zurück // die Welt ist bunt und schön // es gibt auch ein Wiedersehen // immer vorwärts Schritt um Schritt //

Οι τυπικοί Γερμανοί, ευγενικοί σχεδόν πάντα εξ αποστάσεως, οι άγαρμποι νέοι που δεν ξέρουν καλά καλά να φλερτάρουν- βλέπεις οι Τούρκοι τους παίρνουν τις καλύτερες γυναίκες– οι καθηγητές μου στο Πανεπιστήμιο που μου εκφράζουν τον υπέρμετρο θαυμασμό τους για την Ελλάδα και τους επιστήμονες που παράγουν έργο, είχα καθηγητή τον κύριο Τσάτσο, μου λέει ένας καθηγητής του Ποινικού Δικαίου και στη συνέχεια με εξετάζει- φευ!- προφορικά στο Ειδικό Ποινικό Δίκαιο σαν ίσος προς ίση, κι εγώ δεν μπορώ να μην ανακαλέσω το ύφος των καθηγητών μου στη Νομική Αθήνας, που με αντιμετώπιζαν περίπου σαν μυρμήγκι· βλέπεις, ούτε στη Δ.ΑΠ. ήμουν γραμμένη, ούτε το όνομά μου ήταν γνωστό, ούτε στα πρώτα έδρανα κάθισα ποτέ.

*

Αλλά είπαμε, εγώ δεν ανέβηκα μέχρι το Βερολίνο για να προσθέσω ένα μεταπτυχιακό στο βιογραφικό μου. Ανέβηκα για να ξαναγράψω το βιογραφικό μου με άλλο ύφος, άλλους όρους, άλλη γραμματοσειρά. Έτσι, οι βιβλιοθήκες και τα αμφιθέατρα δεν με έβλεπαν παρά όταν ήταν αναγκαίο. Οι δρόμοι, οι σταθμοί του μετρό, τα πάρκα, οι πλατείες, οι καινούριοι άνθρωποι, οι παλιοί παλιάνθρωποι που άφηνα οριστικά πίσω μου, οι παλιοί φίλοι που με συντρόφευαν ακόμα, το αναμέτρημα με τις δυνάμεις μου, τα σκοτεινά μπαρ, οι ποικιλίες της πάμφθηνης μπύρας, τα δρώμενα του δρόμου, το σπίτι μου- το βασίλειό μου- τα μαύρα σύννεφα του ουρανού, το πάλλευκο χιόνι που σκέπαζε τα πάντα, η ευτυχία του πεντάευρου για πέντε μέρες- ένα Ευρώ ημερησίως απαρεγκλίτως– η συνάντηση μετά από μήνες με τη μάνα, με τον αδερφό, με τους φίλους, με όλους όσοι ήρθαν να με επισκεφθούν, το μεθύσι με την επίγνωση ότι μετά είσαι η μόνη υπεύθυνη να περιθάλψεις το σώμα σου, το κλειδί που μπαίνει στην πόρτα και είσαι μόνος με τον εαυτό σου- διάολε, αναγκαστικά πρέπει να αγαπήσεις αυτό το πρόσωπο, αυτά τα χείλη, αυτό το βλέμμα- όλα τούτα είναι που σε κάνουν πολίτη· του κόσμου και του εαυτού σου. Μαθαίνεις να κλαις με λόγο και να χαμογελάς αναίτια. Εκτιμάς αυτό που μόλις πετάγεσαι από τη μήτρα παλεύουν να σε κάνουν να το λησμονήσεις· τη ζωή της ομορφιάς και την ομορφιά της ζωής.

Μαθαίνεις να ζεις.

*

1451998_10152087056391979_1509812661_n

[02.01.2012]

Και κάπου εδώ αποφασίζω. Τα αεροδρόμια δεν μου αρέσουν. Ο αποχωρισμός, ο αποχαιρετισμός, το μάτι που γυαλίζει αλλά παριστάνει πως γελά. Όχι, τα αεροδρόμια δεν μου αρέσουν. Αγγίζεις κάποιον, τον αγκαλιάζεις, τον φιλάς. Και φεύγει. Πονάει η στιγμή. Και μετά δεν θες να γυρίσεις στο σπίτι, θες να ξημερωθείς τριγυρίζοντας στην πόλη. Μα εδώ είναι  Βερολίνο, γλυκιά μου. Βρέχει και κάνει κρύο, δεν σε βοηθά ο καιρός να ξεχάσεις, να ξεχαστείς. Πρέπει να γυρίσεις στο σπίτι σου. Μεγάλη αλήθεια αυτή. Τη συνειδητοποίησα μόλις την έγραψα. Η πόλη, η χειμωνιάτικη πόλη, δεν σε βοηθά να ξεχάσεις. Σε προκαλεί να αναμασάς συνεχώς, να θυμάσαι, σου θυμίζει συνέχεια κάτι. Το οικείο της πόλης ξαφνικά δεν μου είναι τόσο ευχάριστο. Αν ψάχνεις τόπο για να ξεχάσεις και να ξεχαστείς, μην έρθεις εδώ. Όχι, δεν είναι η πόλη της λησμονιάς. Ήρθα εδώ γεμάτη λαχτάρα να ξεχάσω, να αδειάσω από όλα, να ξαναγεμίσω με καινούρια, να γίνω μια άλλη. Μάταιος κόπος. Είμαστε ό,τι έχουμε ζήσει. Είμαστε ό,τι κουβαλάμε. Φεύγοντας από κάπου, είμαστε ακόμα περισσότερο μια τρισδιάστατη φωτογραφία του παρελθόντος μας. Πολύ περισσότερο εδώ, στο Βερολίνο. Σε κάθε γωνιά της, η πόλη μου κρύβει καθρέφτες. Κοιτάζω και με βλέπω μικρό παιδί, κοριτσάκι, έφηβη, φοιτήτρια. Ξημερώνει κι έγινα δέκα χρόνων παιδάκι που θέλει τη μαμά του να το κρατάει από το χέρι για να νιώθει ασφάλεια. Βερολίνο, η πόλη της υπενθύμισης. Και της ανασφάλειας. Αν και αυτό το τελευταίο δεν είναι θέμα πόλης θαρρώ. Είναι προσωπική μου χειραποσκευή, την κουβαλώ παντού. Βερολίνο λοιπόν, η πόλη της θύμησης. Και, όχι, δεν μου αρέσουν τα αεροδρόμια.

*

Κι ύστερα; Κάποτε έρχεται η στιγμή που πρέπει να πεις το Μεγάλο Ναι ή το Μεγάλο Όχι. Και τώρα τι κάνουμε; Η Ελλάδα βυθίζεται όλο και πιο βαθιά στη θλίψη και το θάνατο, ψάχνεις απεγνωσμένα λόγους για να γυρίσεις. Ό,τι έμαθες ήρθε η ώρα να μεταλαμπαδευτεί στο επόμενο στάδιο της ζωής σου. Αν υποθέσουμε ότι η λέξη «λόγος» ανήκει στην ίδια οικογένεια λέξεων με τη «λογική», μέρα με τη μέρα συνειδητοποιείς ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος για να γυρίσεις εκεί, από όπου ο κόσμος φεύγει κατά εκατοντάδες για να βρει μια καλύτερη ζωή. Κανένας λόγος εξόν από έναν· την αγάπη.

Θαρρώ πως η αγάπη κινεί τα ορατά και αόρατα νήματα της ζωής μας. Η παρουσία ή η απουσία της μισοκρύβεται πίσω από κάθε μας απόφαση. Όπως αγάπησες, όποιον αγάπησες, όσο αγάπησες, ό,τι αγάπησες εδώ ήρθε ο καιρός να το ταξιδέψεις και να το φτάσεις σ’ εκείνη τη μικρή και ώρες ώρες αστεία χώρα που γουστάρει να σε πληγώνει, να σε δοκιμάζει, να σου ζητά να της αποδείξεις την αγάπη σου με τους πιο απαιτητικούς τρόπους.

Ξέρω πως τώρα πια θα ζω με μια νοσταλγία που δεν θα θεραπευτεί. Αλλά αποφασίζω να ακούσω τις ψιθυριστές ενστικτώδεις φωνές που μου γαμάνε το κρανίο*. Ό,τι με έφερε μέχρι εδώ με ξαναστέλνει στην Ελλάδα.

Για να παλέψω.

Μάλλον δεν ξέρω να κάνω και κάτι άλλο.

Εγώ θα γυρίσω.

*

[22.11.2012]

Κραυγή κατάντησε αυτό το κείμενο, μια χώρα που ουρλιάζει είμαστε, με μια ανάσα στα είπα όλα, κάτσε να πιούμε μια μπύρα και θα κοιμηθούμε μετά. Θέλω να σε ευχαριστήσω. Περάσαμε τον καλύτερο ίσως χρόνο της ζωής μας εδώ. Αυτό το παράθυρο και αυτή η μυρωδιά του τρένου θα μας ενώνουν για πάντα. Αλλά τώρα πρέπει να φύγω. Θέλω να φύγω. Με περιμένουν, το καταλαβαίνεις;

Όχι, εγώ θα γυρίσω. Πάω κόντρα στους καιρούς, σάμπως πάντα ανάποδα δεν πήγαινα; Τουλάχιστον ζω αυτό που νιώθω. Δεν έχω άλλο τρόπο να το αντιμετωπίσω αυτό, δεν έχω άλλη επιλογή, δεν θα με διώξουν, δεν θα μας γονατίσουν, ακούς; Θυμάσαι τι σου έλεγα; Το κεφάλι ψηλά. Να τους το τρίψουμε στη μούρη το Arbeit macht frei. Θα γυρίσω, μ’ ακούς; Να με περιμένεις στην Αθήνα. Και να με αγαπάς. Θυμήσου.

Αυτή είναι η δική μου πατρίδα.

Αυτή είναι η δική μου επιστροφή. 

Das ist mein Zurück.

Για το μαύρο χελιδόνι από την αραπιά και για το άσπρο περιστέρι από τον τόπο μου.

Εγώ θα γυρίσω.

*

[30.11.2012]

Το αεροπλάνο προσγειώνεται. Μια καταταλαιπωρημένη κοπέλα κατεβαίνει από το αεροσκάφος. Τα βήματά της κάνουν ταλάντωση ανάμεσα στην απορία και την αποφασιστικότητα. Στην έξοδο την περιμένουν οι φίλοι της. Μισή ώρα μετά, τα γέλια της παρέας, που γιορτάζει την επιστροφή πίνοντας κάπου καφέ, ακούγονται σε όλη την Αθήνα, σε όλη την Ελλάδα, σε όλη την Ευρώπη, φτάνουν μέχρι το Βερολινάκι.

Εμείς θα ζήσουμε, ρε.

// θα δούμε άραγε // ξανά μαζί ποτέ // το χιόνι του Δεκέμβρη // απόγευμα να πέφτει // έξω απ’ τη τζαμαρία // του μπλάιμπ-τρόι καφέ //

*

[νότα // μπερλίν // αχ // ντου // μπερλίν // νότα]

 

* στίχος των Κόρε Ύδρο.

Advertisements

μη συνηθίζεις, μην ξεχνάς

σήκωσα το κεφάλι μου ψηλά

να δω τον ουρανό

σκόνταψα σε μια φωτεινή επιγραφή

μη συνηθίζεις, μην ξεχνάς

έτσι έλεγε

 

χάθηκε ο ουρανός·

 

το βλέμμα μου ξαναγύρισε κάτω

πάνω στο κράσπεδο του δρόμου

εκεί που μάθαμε να κλαίμε

στους υπονόμους που μάθαμε να πετάμε τα όνειρά μας

άχρηστα πια

 

προσπάθησα να σε κοιτάξω κι εσένα ακόμα ίσια στα μάτια

να βρω κάτι

να δω κάτι

να γεννήσω μια αλλαγή·

 

περπατάω με βήμα ταχύ

για να προλάβω να πεθάνω αργά και βασανιστικά

 

περπατάω με βήμα ταχύ

γιατί εδώ στις λεωφόρους που γεννήθηκα

η ρόδα

και όχι ο άνθρωπος

κρατούν την εξουσία

 

περπατάω και ξάφνου κοντοστέκομαι

αναρωτιέμαι

γιατί τόσο εύκολα άραγε να ξεχάσαμε ποιο το σωστό και ποιο το λάθος

ετούτη η κρίση με πονάει

γιατί μας έφερε τη λησμονιά της ομορφιάς

 

θέλουνε βλέπεις

ορθό και καθημερινό να λογαριάσεις

το αίμα που ένα πρωί στο δρόμο θα κυλήσει

 

θέλουνε βλέπεις

να μάθουμε το θάνατο

-να τον φοβόμαστε βέβαια –

αλλά να ξέρουμε πως εύκολα μπορεί να έρθει

για τα λεφτά

για τη σημαία

για την ομάδα

 

να μην έχει πια τίποτα παράλογο

να μην έχεις πια λόγο να κλάψεις για τίποτα

να μην γράφονται πια ποιήματα και θέατρα και τραγούδια

για τη στιγμή εκείνη που σταματάνε τα πάντα

για κείνη τη στιγμή του μηδενός

που όνειρα για τη ζωή γεννάει

 

να γίνουμε όλοι στατιστικές·

 

θέλουνε βλέπεις

να μη σε νοιάζει και πολύ

να βιάζεσαι μόνο να φτάσεις ως το σπίτι

τρεις φορές να γυρίσεις το κλειδί στην κλειδαριά

κι ύστερα με τα αποφάγια δολοφόνων να χορτάσεις

 

σκαρφάλωσα στο πιο ψηλό κοντάρι

ξεκρέμασα τη σημαία που το τίποτα συμβολίζει

και άπλωσα φαρδιά πλατιά τη φωτεινή επιγραφή

 

μη συνηθίζεις, μην ξεχνάς

 

να λησμονήσουμε τη λησμονιά

και να γεννήσουμε την ομορφιά

 

κι ο θάνατος να θρηνείται όπως του πρέπει

για να είναι όμορφη η ζωή.

«θέλω να νικήσω, αφού δεν μπορώ να νικηθώ»

10657_10200580463088928_1118917030_n

*

Είμαι στο γραφείο. Ανοίγω το παράθυρο, ο ήλιος μπαίνει εκτυφλωτικός από τα στόρια. Ο θόρυβος της Κηφισίας τρυπώνει στα αυτιά μου. Ξαφνικά ακούω ένα κελάηδισμα. Κάθαρμα Βωβέ, σκέφτομαι, τα πουλιά πεθαίνουν τραγουδώντας.

Νιώθω ξαφνικά το περιλαίμιο της μισθωτής εργασίας να με πνίγει στο λαιμό. Θέλω να βγω στο δρόμο, να τρέξω μέχρι το σπίτι, να φορέσω τα αθλητικά μου και να κατηφορίσω ολόκληρη την Πατησίων. Να περπατήσω όλη τη διαδρομή μέχρι το κέντρο της πόλης, να χαμογελάσω στους άτυχους μετανάστες που η ευρωπαϊκή νομοθεσία τους κρατά φυλακισμένους στην βρώμικη, σκοτεινή και εξωτική Πατησίων, να καπνίσω τρία πακέτα τσιγάρα, να πιω πέντε μπύρες σε όποιο στέκι βρω μπροστά μου, να τραγουδήσω πως η χούντα δεν τελείωσε το ’73, να μην σκέφτομαι άλλο πια πως δεν έχω λεφτά στο πορτοφόλι μου, να σταματήσει ο χρόνος να κυλά τόσο αργά και βασανιστικά, σε κάποιους κάνανε φάλαγγα, σε μας κάνουν αφαίμαξη ψυχής, και τι να ‘ναι χειρότερο άραγε, όσα λουλούδια και να καταθέσω σε τόπους πεσόντων τα λουλούδια που μυρίζουν πιο πολύ θα είναι πάντα αυτά που από μόνα τους φυτρώνουν άναρχα στα νεκροταφεία, τι σου έλεγα;

Ναι.

Θέλω να φτάσω ξέπνοη στο Πολυτεχνείο, σαν να με βλέπω κιόλας, τα μαλλιά μου λύθηκαν και αρνούνται να με υπακούσουν, οι παλμοί μου έχουν υπερβεί κατά πολύ το φυσιολογικό, φτάνω στην είσοδο, μπαίνω μέσα, τα πόδια μου τρέμουν όχι από κούραση μα από ηδονή, σε μια γωνία βλέπω τον πατέρα μου, πρωτοετής φοιτητής με μακριά μαλλιά, αστεία ρούχα και βλέμμα που φωνάζει ΨΩΜΙ ΠΑΙΔΕΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, η μαμά μου στέκεται διστακτική απ’ έξω, μαθήτρια ακόμα, ψάχνει να βρει τους αλήτες που άκουσε ότι κατέλαβαν το χώρο και δεν βλέπει κανέναν αλήτη πουθενά, κάτι πολύ περίεργο φυσάει στο προαύλιο, κάτι σαν αέρας απελευθέρωσης, χαμογελάνε όλοι και οι λευκές οδοντοστοιχίες τους τυφλώνουν το θάνατο, νικάνε τους προβολείς του τανκ, λυγίζουν τους φαντάρους, ταρακουνάνε την Κύπρο, ξαναζωντανεύουν το αίμα που κυλάει στις φλέβες του Αλέκου Παναγούλη, κι εγώ τώρα πια τρέμω ολόκληρη μπροστά στην επέλαση της ομορφιάς.

*

Σουρουπώνει, κι εγώ εκείνη την ώρα- αλήθεια, βρίσκω κι εγώ κάτι ώρες-θυμάμαι πριν δύο χρόνια που είχα έρθει στην Ελλάδα μόνο για να ψηφίσω στις εκλογές και μετά γύρισα στο Βερολίνο τρανταζόμενη από λυγμούς· «γύρισα στη Γερμανία κλαίγοντας. μα γιατί κλαις; με ρωτούσαν οι Γερμανοί. τι να τους απαντήσω; τι ξέρουν για τον Δεκέμβρη του Αλέξη, για τον Ιούνιο της πλατείας, για τους νεκρούς της Μαρφίν, για τα χημικά που ζουν μέσα μας, δε λυγάνε τα ξεράδια, και πονάνε τα ρημάδια, ολόκληρο ipod touch και να ακούς Βάρναλη καταμεσής στην Alexanderplatz, πού ακούστηκε; τι ξέρουν για τις ταράτσες που γέμισαν απόγνωση, τι να τους πρωτοπώ; ψωμί, παιδεία, ελευθερία, και μας έμεινε μόνο το ψωμί, κι αυτό για πόσο; μεταπολίτευση, μετανάστευση, μετενσάρκωση κι όλο ένα μετά να περιμένει ο άνθρωπος. τώρα είναι το μετά, δεν το βλέπεις;»

*

Μπαίνω μέσα στο κτίριο· σε μια γωνία το ιατρείο, στην άλλη ένας πομπός που παλεύουν να φτιάξουν οι μηχανολόγοι. Σε λίγη ώρα θα ακούσω τις φωνές από το ραδιόφωνο που ξεκινά να εκπέμπει. Η χροιά της φωνής όσων μιλάνε θα τρυπώσει ανέμελα μέσα στα σπίτια, κερδίζοντας έτσι την πρώτη μάχη κατά της προπαγάνδας. Τα υπόγεια της οδού Μπουμπουλίνας θα κουνηθούν συθέμελα. Βασανίζουν τα παιδιά σου. Η λέξη λαός δεν με έχει συγκλονίσει ποτέ στη ζωή μου πιο πολύ, αυτά εδώ τα παιδιά βασανίζονται όσο κι εγώ, αυτά εδώ τα παιδιά είναι αδέρφια μου, τους έχουν κόψει την αναπνοή, πλησιάζω έναν κύριο που φοράει φόρμα εργασίας, εσείς τι κάνετε εδώ, τον ρωτάω. Είμαι εργάτης, μου απαντά, και άλλη εξήγηση δεν χρειάζομαι.

Τα δάκρυα έχουν θολώσει τα μάτια μου αλλά ξέρω πως βλέπω πιο καθαρά από ποτέ.

Ακούω από την καθεστωτική τηλεόραση πως ο Παττακός απειλεί με μηνύσεις τα ξένα μέσα ενημέρωσης που παρουσιάζουν τη χούντα σαν χούντα, σαν κάτι να μου θυμίζει αυτό, ανατριχιάζω ολόκληρη, δεν γίνεται όλα να μοιάζουν τόσο πολύ, δεν γίνεται ο Διομήδης Κομνηνός να σκοτώθηκε χωρίς αιτία, πώς αντέχετε, μου λέει ένας μαθητής της εποχής, πώς μπορείτε να ζείτε έτσι πενήντα χρόνια μετά, γιατί δεν ζείτε το δικό σας Πολυτεχνείο, του ιστορώ πως το άσυλο των πανεπιστημίων δεν υπάρχει πια και με κοιτάζει έκπληκτος, δηλαδή, μου λέει, παντού αστυνομία;

Παντού αστυνομία, Δικαιοσύνη πουθενά, του απαντάω και ανηφορίζω για τη Νομική, πηγαίνοντας το χρόνο κι άλλο προς τα πίσω- ίσως και προς τα εμπρός. Βρίσκω κόσμο μαζεμένο στην ταράτσα, εκεί και ο αγαπημένος μου δάσκαλος της νομικής, της δικηγορίας και της ζωής, έχει μακριά μαλλιά και την ίδια ζωντάνια στο βλέμμα που θα έχει και τριάντα χρόνια μετά, τώρα, μου λέει, τώρα είναι η δική σου ώρα, τώρα ανέβα σε ταράτσες και σε μπαλκόνια, συγκράτησε όσους θέλουν να πηδήξουν, θύμισέ τους πως ο αγώνας γίνεται μόνο όταν είσαι ζωντανός, μην τους πιστεύετε, είσαστε πολλοί, είσαστε πιο ζωντανοί από ποτέ, μην παραδοθείτε, μην·

*

Αποφασίζω να δράσω. Κατεβαίνω στην πλατεία της Κατερίνας Γώγου τραγουδώντας Άσιμο· θα βάλουμε μπροστά τη μαύρη και την κόκκινη σημαία, για αγώνα η λευτεριά μας είναι αναγκαία. Να τους το τρίψουμε στη μούρη το arbeit macht frei, να μην λυγίσουμε, να μην φύγουμε, να μην σκύψουμε άλλο πια, φωνάζω και δεν με νοιάζει πια που γυμνώνομαι έτσι.

Από παντού ακούγονται φωνές που λένε πως έφτασε η ώρα. Τώρα είναι το μετά, δεν το βλέπεις; Ολόκληρο το διαδίκτυο πάτησε το πλήκτρο του οφ στον υπολογιστή και βγήκε στους δρόμους. Μαζευόμαστε κόσμος. Διάολε, είμαστε χιλιάδες, εκατομμύρια, είμαστε λαός.  Ποτάμι ανίκητο.

Ανίκητο.

Ας τους νικήσουμε.

*

κατά ριπάς

015

 

όταν τα σύννεφα θυμώνουν

– μπορεί και όταν χαμογελούν ή κι όταν παίρνουν την απόφαση να πουν ένα τραγούδι και κουνάνε ρυθμικά τα χείλη τους-

αφήνουν να ξεσπάσει ένας λυγμός·

 

το σχήμα της σταγόνας της βροχής

είναι σχήμα οξύμωρο

-και εντέλει το καλό με τα οξύμωρα σχήματα είναι ότι τα περιέχουν όλα μέσα τους-

από τη μια της πλευρά η σταγόνα είναι στρογγυλή

και από την άλλη μυτερή

χαϊδεύει και τρυπάει ταυτόχρονα·

σε μια σταγόνα βροχής είναι κλεισμένοι

ένας άντρας και μια γυναίκα

 

όταν πέφτει πάνω σου το νερό της βροχής

κάπου δυο παιδιά φιλιούνται στο στόμα για πρώτη φορά

– κι ίσως οι δυο αυτές στιγμές να μοιάζουν μεταξύ τους· είναι το αμήχανο και άβολο εκείνο χρονικό σημείο που για κάποιον λόγο δεν θέλεις να τελειώσει-

 

είναι το φαινόμενο της σταγόνας

που μπορεί να μεταμορφωθεί σε μαρτύριο

από τη μια στιγμή στην άλλη

 

κι ίσως πάλι να μην είναι τυχαίο

που βροχή και κλάμα

έχουν το ίδιο σχήμα

και την ίδια πορεία

 

το χώμα καταπίνει τη σταγόνα

το στόμα καταπίνει το δάκρυ

– περήφανη λέξη· διάλεξε το δύσβατο ύψιλον-

 

κι ίσως το λάθος του πολιτισμού να είναι αυτό·

οι υπόνομοι καταπίνουν τώρα πια τη βροχή

τα μαντήλια παίρνουν μακριά τώρα πια το κλάμα

έτσι που να μην θυμάσαι τι χρώμα έχει η βροχή

και τι γεύση έχει το κλάμα

και κανείς δεν απορροφά κανέναν·

 

και η γη

όπως και το στόμα

στεγνώνουν

τώρα πια

 

κι έχουν τόση θλίψη μέσα τους

τα χωράφια

και τα χείλη

αλλά δεν ξεσπούν·

 

γιατί δεν ξέρουν να κλαίνε.

 

και τι τραγούδια να τραγουδάνε άραγε τα σύννεφα;

έτη τεσσαράκοντα

// θέλω να φύγω // να φύγω // να φύγω // μακριά από τούτο τον τόπο // με τους μπλε και τους πράσινους ανθρώπους // μακριά από τα δημοκρατικά χαστούκια // να μην ξανακούσω τους συγχαρητήριους υπουργούς // να μην ξαναδώ τους αλητήριους φονιάδες // να ζήσω κάπου ελεύθερα //

// τι πάει να πει ελεύθερα //

// ελευθερία σημαίνει να γεννήσω τα παιδιά μου // χωρίς να πληρώσω τρεις μισθούς σε γιατρούς // να τους διαβάζω γώγου τις νύχτες για να κοιμηθούν // να βρίσκω λόγους να χαμογελάω κάθε πρωί // να μην μετράω τα πενηντάλεπτα // για να βγει ο μήνας //

// πού πάνε οι μήνες όταν φεύγουν //

// έμαθα τους γαμημένους τους νόμους // τόσα χρόνια // όταν ορκίστηκα // έδωσα όρκο μπροστά σε δικαστή // κι ήμουν η μόνη ανάμεσα σε δέκα // εκείνη τη μέρα // που έδωσα υπόσχεση σε μένα // και όχι σε θεό χριστιανικό // μια υπόσχεση απλή // να κοιμάμαι ήσυχη τις νύχτες // και να περπατάω με το κεφάλι μου ψηλά τα πρωινά // μα πάνω από όλα // να βοηθάω //

// αλληλεγγύη //

// εκείνη τη μέρα // κανένας δεν ήξερε // είχαν ξεμείνει βλέπεις οι συνθήκες από κίνητρα // μάλλον είχαν πεθάνει σε κάποιο υπόγειο της οδού μπουμπουλίνας //  το μόνο που ξέρανε // ήταν αυτό //

// ψωμί // παιδεία // ελευθερία //

// ένα // ένα // τέσσερα //

// πέρασαν σαράντα χρόνια // πες μου πάλι πατέρα για κείνες τις μέρες // ρουφούσα ηδονικά τις αφηγήσεις // κάποιος ποιητής έγραφε ποιήματα στους τοίχους του κελιού του // με το αίμα του // άγρια χρόνια // και με βεβαρυμένον παρελθόν ο διομήδης //  κι ένας άλλος νέος // πήρε άνωθεν εντολή // να πάρει το τανκ // και να ορθωθεί μπροστά σε άλλους νέους //

// οι αφηγήσεις του δεν με πείθουν //

// η απείθεια θα ήταν και θα είναι για πάντα η μοναδική του επιλογή //

// όλο γιατί ρωτάω // κι απάντηση δεν παίρνω // να αλλάξουμε τα γιατί // να μη ρωτάμε πια // να μάθουμε να ζούμε με τα επειδή // μόνοι μας να δώσουμε τις απαντήσεις // τρία χρόνια τώρα // με είπες αστεία // με είπες γραφική // με είπες αλλοπαρμένη // μα κάπου μέσα σου // το νιώθεις // δεν μπορεί // τους αφήνεις // να μην σε αφήνουν // να ζήσεις //

// τρία χρόνια // και το αποκορύφωμα // μια τεράστια σβάστικα ανεμίζει από πάνω μας // κι όλοι μας // δεν ξέρουμε // δεν είδαμε // διαβάζαμε τότε // δεν καταλάβαμε πώς έγινε // δεν μας αφορά // μέχρι το επόμενο μαχαίρι // μετά το χάος //

// μας κυβερνάνε // τα μαχαίρια // οι ταράτσες // οι γραβάτες // τα κλομπς //

// τι άραγε // ποια αιτία // να οδηγεί κάποιον // να γίνει αστυνομία //

// ο ποιητής έγραφε // πως θέλει να νικήσει // γιατί δεν μπορεί να νικηθεί // εγώ ξέρω μόνο // πως και σήμερα // σαράντα χρόνια μετά // οι άνωθεν εντολές // αλωνίζουν στις ζωές μας //

// θα σου πω ένα μυστικό // δεν θα φύγω // υποσχέθηκα πως δεν θα σκύψω το κεφάλι // θα μείνω εδώ // φτωχή // ποτέ δεν με ένοιαξε // θα είμαι εδώ // μπροστά σε κάθε τανκ // θα είμαι εδώ // με άδειο πορτοφόλι // γιατί ο αγώνας // δεν γίνεται για τις τσέπες // ο αγώνας συνεχίζεται για το μυαλό // θα είμαι εδώ // γιατί ο παύλος φύσσας και ο σαχτζάτ λουκμάν // είναι αδέρφια μου // κι ας μην τους γνώρισα ποτέ // θα είμαι εδώ // γιατί ανατριχιάζει κάθε κύτταρό μου // μπροστά στη μάχη // για τη λευτεριά // θα είμαι εδώ // γιατί θα χαρίζουμε // ο ένας στον άλλον // αρετή και τόλμη // και γιατί // στο τέλος // θα νικήσουμε // και θα μας τραγουδάει ο νικόλας //

// venceremos //

künftige sehnsucht

*

κάποτε αγάπησα
κάποτε ήρθες
ήταν άνοιξη
δεν θυμάμαι καλά

πάντως τα δέντρα άνθιζαν

κάθε νύχτα οι δρόμοι γέμιζαν πέταλα
θυμάμαι την αστυνομία λουλουδιών
διατάγματα
οδηγίες
εντολές
μην αγαπάτε
ούρλιαζαν στις οθόνες
δεν επιτρέπεται να φεύγει τόσο χρήμα στο σκούπισμα

κι εσύ συνέχισες να με αγαπάς

δεν φοβήθηκες εκείνους τους αγέλαστους με τη στολή
που σου χτύπησαν μια μέρα την πόρτα
συλλαμβάνεσαι
σου είπαν

γιατί;

γιατί αγάπησες

*

ξυπνούσα πάντα νωρίς
κοίταζα τον καφέ να βράζει
το γκαζάκι έκλαιγε
είμαι φτιαγμένο για επανάσταση έλεγε
γιατί με αναλώνεις έτσι

κι εγώ γελούσα
κοιτούσα τις φουσκάλες
και θυμόμουν τα λακκάκια
το χαμόγελό σου

το βλέμμα
που αχρήστευε το πετρέλαιο
όταν νύχτωνε

*
πάει καιρός αλλά δεν σβήνει τίποτα

όταν βράδιαζε
η θλίψη στεκόταν σε μια γωνιά
απειλητικό όρνιο
έτοιμο να κατασπαράξει
όποιον δεν έμαθε να κλείνει τα αυτιά στις σειρήνες του εύκολου
κλάματος

εγώ αγαπάω το δάκρυ
έλεγες
και με φιλούσες στα μάτια

και οι λαϊκές δοξασίες σκύλιαζαν με τούτη την ανεμελιά

μοιράζαμε τις γουλιές
δεν έχω ξανατραγουδήσει πιότερο ποτέ
κι από τότε που έφυγες
μέχρι να ξανάρθεις
δεν θα ξαναβγεί ούτε νότα
καφές και τραγούδι ήμασταν

*

 με έβαζες πάνω στο κρεβάτι
κι εγώ σταύρωνα τα πόδια
δήθεν ύψωνα τείχος

δήθεν
μου διάβαζες ποιήματα
ακόμα έχω τη φωνή στα αυτιά
ποίηση είναι,
έλεγες,
ό,τι φτιάχνεται
με χέρι και με μολύβι

δεν ξεχνώ το μίσος σου για τα πληκτρολόγια

*

ήθελα απόψε να σου πω
πως αυτό που μου λείπει
δεν είναι η χροιά
δεν είναι τα λόγια
δεν είναι οι ζωγραφιές πάνω στο σεντόνι
δεν είναι το βλέμμα
δεν είναι οι φουσκάλες του καφέ

είναι το αύριο

όταν ξυπνήσω δεν θέλω να είσαι εκεί
όχι

όταν κοιμηθώ θέλω
μόνο
να μου κρατάς το χέρι
να κλείσω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά σου
και να ξέρω
πως νύχτα ή μέρα
αδιάφορο
τα πόδια μου θα έχουν πάντα ζεστασιά
και το μυαλό μου πάντα καταφύγιο
*