sine_lege

μας εξαπάτησαν οι εγκλίσεις

Month: Ιουλίου, 2014

κι εσύ σκυφτός και φράουλες στη μανωλάδα*

είμαι σε νόμιμη άμυνα. με πλησιάζουν απειλητικά οι εργάτες που ‘χω στη δούλεψή μου και μου ζητάνε -θεός φυλάξει- λεφτά για τη δουλειά τους. να σας πω εδώ ότι βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα. τι θέλουν από μένα; σιγά τη δουλειά. μαζεύουνε φράουλες. βόλτα κάνουν στα χωράφια. ρώτα κι εμάς για τον κόπο και το άγχος μας να φτιάξουμε ολόκληρη περιουσία πίνοντας το αίμα των φτωχών ως σύγχρονοι δράκουλες. ρώτα για τα ξενύχτια στις ταβέρνες, που καθόμαστε συν γυναιξί και τέκνοις, ξερνάμε ρατσιστικά ανέκδοτα και γελάμε δυνατά. εμάς να ρωτήσεις. εμάς. τι τραβάμε για να κρατήσουμε αυτόν τον τόπο γόνιμο. αυτά τα χωράφια καρπερά. για να πάμε μπροστά αυτή την έρμη χώρα που μας τη ρημάξανε οι αλήτες. αλήτες. όλοι τους. κι ένας να βρεθεί να πει καμιά αλήθεια μέσα στη βουλή τον μπουζουριάζουνε αμέσως, γιατί λέει είναι τάχα μου φασίστας. πού τα ‘δατε γραμμένα αυτά ρε απατεώνες; όποιος αγαπάει την ελλαδίτσα μας δηλαδή είναι φασίστας; σημειώνω πως βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα. να, ρωτήστε το συνήγορό μου. ξέρει αυτός από εξοστρακισμούς σφαίρας. ξέρετε όλοι κύριοι δικαστές και αξιότιμοι ένορκοι που μου φαίνεστε νοικοκύρηδες άνθρωποι όπως σας βλέπω, ξέρετε από εξοστρακισμό ζωής. εδώ μέσα στις αίθουσες δικαστηρίων πετάτε την ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη στα σκουπίδια, χώνετε κάτω από τις τηβέννους σας ό,τι παπαγαλίσατε κάποτε για την αλήθεια και τα ανθρώπινα δικαιώματα. γι’ αυτό ξέρω ότι θα με καταλάβετε. είμαι σε νόμιμη άμυνα. με απείλησαν. με έβρισαν. ποιοι, αυτοί. οι άπλυτοι. οι κατάμαυροι. δεν φτάνει δηλαδή που ήρθανε παράνομα εδώ, δεν φτάνει που δεν έχουμε βάλει φρουρούς στα σύνορα να τους πυροβολάνε αμέσως, δεν φτάνει που τους έχουμε τσουβαλιάσει σε καταυλισμούς και σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, δε φτάνει που τους πετάμε ένα κομμάτι μπαγιάτικο ψωμί και δεν πεθαίνουνε από την πείνα, έχουνε και απαιτήσεις. όξω ρε. εδώ είναι ελλάδα. πώς να το κάνουμε, έλληνας γεννιέσαι. δεν είναι το ίδιο αγαπητοί μου υπηρέτες της θέμιδος να ‘σαι λαθραίος μουσουλμάνος και να ‘σαι χριστιανός ορθόδοξος έλληνας. δε συμφωνείτε; εδώ είναι η χώρα του φωτός. άλλοι γεννιούνται δουλικά και άλλοι άρχοντες. έτσι είναι. πρέπει να σας ξαναπώ κι ας γίνομαι κουραστικός πως βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα. κοιτάχτε με κύριοι δικαστές. παίρνω τις λέξεις που κάποτε σήμαιναν κάτι και τις πυροβολώ με καραμπίνα. δείτε με. αρπάζω τις έννοιες του ποινικού κώδικα και τους φοράω μάσκα. είμαι σε νόμιμη άμυνα. σημειώστε το αυτό. βγείτε στα κανάλια και πείτε το. πυροβόλησα, ναι. αλλά στον αέρα. απείλησα μόνο. κάτι έγινε στην επιστροφή της σφαίρας στο έδαφος και πήγε και τους πέτυχε. αλλάξανε οι νόμοι της φυσικής. χρόνια τώρα οι ζωές κυλάνε όπως θέλουμε εμείς και όχι όπως θα ‘πρεπε. εγώ ήθελα μόνο να τους διώξω. να μην είναι στο οπτικό μου πεδίο. να μην μου ασχημίζουν τη θέα. έχω τον κάμπο δικό μου ξέρετε. έχω φτύσει αίμα για να δημιουργήσω την περιουσία μου. ξέρετε καλύτερα από μένα πως ό,τι χτίστηκε στον όμορφο τόπο μας χτίστηκε από τους δυνατούς. τους ισχυρούς. τα αφεντικά πάνε μπροστά τις κοινωνίες, κύριοι δικαστές. οι αφέντες. το ξέρετε, έτσι δεν είναι; τα υπόλοιπα είναι για τις ταινίες. έφτασε πια ο καιρός να σταματήσουνε οι φωνές και οι διαμαρτυρίες. ο τόπος θα προχωρήσει. με όπλα. με αίμα. βουτηγμένος στην αδικία και την παραφροσύνη. γεμάτος κακία και ρατσισμό. ξαναγεννημένος από το φασισμό. θα πάμε μπροστά.

κύριοι δικαστές. βρίσκομαι σε νόμιμη άμυνα.

αθωώστε με.

για το καλό όλων μας.

ζήτω η ελλάδα μας.

πάτρα, σωτήριον έτος 2014

*στίχος των social waste, από το τραγούδι φράουλες στη μανωλάδα

Advertisements

τελευταία συνομιλία

τελευταία συνομιλία

όχι όχι κράτα τα ρέστα σου ίσως στο παρακάτω να σου χρειαστούν
εγώ θα μείνω με την τσέπη άδεια σ’ έναν κόσμο πλήρη ημερών
γέμισε τα πνευμόνια του με μίσος και φούσκωσε τη σπλήνα του με ψέμα
και δολοφόνησε εκατομμύρια φορές τις κόρες και τους γιους του

ξέρεις ο πόλεμος που ήδη άρχισε μπροστά στα απαθή μας μάτια
θα είναι πόλεμος θρησκευτικός· τυφλοί ενάντια στους κουφούς
οι άθεοι θα ‘μαστε ο άμαχος πληθυσμός· οι πρώτοι των πεσόντων
και οι θεοί θα είναι οι νέοι στρατηλάτες των ματωμένων σταυροφοριών

δεν ξέρω πώς να πολεμάω· όμως αποδεικνύω με έγγραφα τη σήψη μου
επίσημα χαρτιά και πιστοποιητικά που ράφτηκαν στη ραχοκοκαλιά μου
πιστοποιούν πως γέννημα θρέμμα είμαι κόσμου που γεννήθηκε νεκρός
πολιτική κηδεία της ανθρωπότητας αύριο· χορηγία δαπάνης οπλικής

κράτα λοιπόν τα ρέστα σου εγώ χρειάζομαι μονάχα ένα κέρμα
− ακολουθώ τους μύθους με ευλάβεια από φόβο για το θάνατο −
βλέπεις εδώ και αιώνες τα χρήματα αλλοιώσανε το αίμα μας
κι εγώ επιθυμώ στο θάνατο γυμνή και αδέκαρη να συστηθώ

ομφάλιοι της αγάπης, οι

τα χρόνια που μεγάλωνες για μένα να ξέρεις πως σου τα ‘χω φυλαγμένα

14437_1232770414276_3212409_n

λες να μην ξανακοιμηθώ ποτέ; πέρα δώθε στο δωμάτιο όλη νύχτα. πέρα δώθε. καπνίζω κι ύστερα το βλέμμα μου ξεχνιέται στους θορύβους της νύχτας. οι γάτες της γειτονιάς κλαίνε σπαραχτικά ζητώντας το ερωτικό τους ταίρι, οι τέντες κουνιούνται ελαφριά από το αεράκι, ο καπνός μου υψώνεται ως το ταβάνι του δωματίου κι ύστερα πάει και κάθεται στο τζάμι της κορνίζας πάνω στο κομοδίνο. μια φωτογραφία που είχαμε βγάλει πριν από χρόνια, θυμάσαι; στη μέση η μικρή και τριγύρω της οι τέσσερις μας. δίχτυ προστασίας. ανάβω το επόμενο τσιγάρο. πού να ξεχαστώ και πώς. στο διπλανό δωμάτιο σε ακούω. δεν κοιμάσαι. ακούω την έγνοια σου που ανοίγει την πόρτα του δωματίου όλο ανησυχία. δεν κοιμάσαι; πώς θα σηκωθείς το πρωί να πας για δουλειά; δεν μπορώ να κοιμηθώ. δεν μπορώ να κοιμηθώ πια. νομίζω πως η στάθμη του πατώματος του δωματίου μου έχει κατέβει κάπως. σκάβω τα πλακάκια. αλλά τι ψάχνω να βρω;

δυσκολεύομαι. έχω μια ανάκατη χαρά με θλίψη ομού με ένα ανακατεμένο στομάχι. κι έναν πόνο στο στέρνο. δεν μπορώ να πάρω βαθιά ανάσα. δυσκολεύομαι. δεν σηκώνω το τηλέφωνο σε κανένα φίλο. δεν θέλω κουβέντες. δεν μπορώ να μιλήσω. κλείνομαι μέσα μου. ο εαυτός μου ήταν πάντα η μοναδική μου άμυνα απέναντι στη σκληράδα. στην έλλειψη κατανόησης. στη σκόνη που προκαλούν οι κοινωνικές συναναστροφές. προχθές σου είπα να μου βρεις χαρτόκουτα. μα τι να τα κάνεις, νωρίς δεν είναι ακόμα; απόρησες. πρέπει να μαζέψω τα πράγματά μου, σου είπα. δεν μίλησες. μόνο το βράδυ μπήκες στο δωμάτιό μου και κοιτούσες τριγύρω. τι κοιτάζεις; τίποτα. έτσι να, κοιτάζω τη διακόσμηση. και κάπως σαν να είχες συγκινηθεί μου φάνηκε.

υπερβολικοί σε όλα μας σ’ αυτόν τον τόπο. κι εγώ πιο υπερβολική από την καμπύλη της υπερβολής που κάτι μας δείχνει στα μαθηματικά αλλά μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή. όμως ξέρω ότι ξέρεις. όμως νιώθω ότι καταλαβαίνεις. και τι θλίψη άραγε να κουβαλάς μέσα σου βλέποντας τα παιδιά σου να κάνουν τη διαδρομή σπίτι δουλειά, δουλειά σπίτι κουβαλώντας στην πλάτη χρόνια ολόκληρα διαβάσματος, κόπων, χαρτιά και πτυχία που όσο περνάνε τα χρόνια αντί να βαραίνουν γίνονται όλο και πιο ελαφριά, ίδια με τσιγαρόχαρτα. τώρα πια ίσα που αρκούν για να τα απλώσεις, να στρίψεις πάνω τους λίγο καπνό και να κάνεις ένα τσιγάρο μετάνοιας. και να αναλογιστείς τη ζωή που ζεις.

υπερβολικοί σε όλα μας. κι εγώ πιο συναισθηματική κι από ταινία του γαλλικού σινεμά. δεν θα κλάψεις, σου είπα. απαγορεύονται τα κλάματα. προστακτική έγκλιση. αλλά τι τα θες. οι εγκλίσεις ήταν μια απάτη, κύριε μπαμπινιώτη μου. θυμάμαι εκείνη τη φωτογραφία που ήσουν κοριτσάκι. έπαιρνες το πτυχίο σου από τα χέρια του μπαμπινιώτη. πόσο όμορφη ήσουν. μας εξαπάτησαν που λες οι ρημάδες οι εγκλίσεις. και γω τις είχα μάθει τόσο καλά. μπερδέψαμε την ευκτική με την προστακτική. κι ύστερα διαγράψαμε την οριστική και αποφασίσαμε να ζήσουμε βουτηγμένοι μέσα στην υποτακτική. υποταγμένοι. να, αυτά μου τρώνε το μυαλό. αυτά με εξοργίζουν και κάθε φορά που γυρνάω στο σπίτι ερείπιο βάζω τις φωνές. κλείσε την τηλεόραση, λένε όλοι ψέματα. είναι διορισμένοι υπάλληλοι. ολόκληρη η χώρα υπάλληλος του μπόμπολα. κι εγώ φυσικά. αυτά είναι που δεν αντέχω και αρχίζω να φωνάζω και να βρίζω. φυσιολογικό διάλογο δεν μπορώ να κάνω πια με κανέναν. στο νησί λένε αυτή που έρχεται ξέρουμε ποια είναι. αυτή που στα κείμενά της βρίζει. πώς να μείνω άπραγη; πώς να πηγαινοέρχομαι κάθε μέρα έχοντας αποδεχτεί ότι αυτή θα ‘ναι η ζωή μας πια. δεν μπορώ. το ξέρεις. εξεγείρομαι. είναι κι αυτός ο στίχος του καρούζου που παίζει μέσα μόνιμα στο κεφάλι μου σε επανάληψη τόσους μήνες τώρα. φεύγετε, να φεύγουμε, να αχρηστέψουμε τις πόλεις. προσωπικός εθνικός ύμνος. δεν αντέχω. κι ας μου λες πάντα ηρέμησε, κατέβασε τον τόνο της φωνής σου, μη φωνάζεις, χάνεις το δίκιο σου. ξέρω πως από μέσα σου συμφωνείς. ξέρω πως βράζεις από οργή για αυτό που ζούμε. αλλά βλέπεις, ο ρόλος σου είναι αυτός. πυροσβέστης. βρίσκεσαι σε διατεταγμένη υπηρεσία εδώ και τριάντα χρόνια. να σβήνεις φωτιές. να δίνεις κουράγιο. να ζωγραφίζεις ανύπαρκτες ελπίδες στον τοίχο του σαλονιού. να μην το βάζεις κάτω για να μην το βάλουμε κάτω κι εμείς. κι ας βρήκα καταχωνιασμένα σε μια γωνία της αποθήκης τα βιβλία σου. μαρξ και ένγκελς. κι ας δηλώνεις υπερήφανα πως είσαι κομμουνιστής. θυμάμαι μια φορά που είχες δει πάνω στο γραφείο μου ένα βιβλίο του μπακούνιν. μα, αυτός είναι αναρχικός, μου ‘πες και γέλασες συνωμοτικά. κι ας ξέρεις πως τα πράγματα πάνε κατά διαόλου. εσύ εκεί. να παλεύεις πάντα για το καλύτερο. να δείχνεις πάντα έναν δρόμο πιο φωτεινό που δεν ξέρουμε πού οδηγεί αλλά υπάρχει. το σπίτι μας ένα λιμάνι κι εσύ ο φάρος.

ξέρεις τι μου ‘πε το αφεντικό μου όταν του είπα πως θα φύγω μόνιμα για το νησί; οι άνθρωποι του νησιού σου είναι περιπετειώδεις. ωραίο πράγμα η περιπέτεια. ειδικά για μένα που ζω με το φόβο μήπως κάποια μέρα ξυπνήσω και είμαι ικανοποιημένη και δυστυχής. μήπως χαθώ στη βολεμένη καθημερινότητα. μήπως γίνουν σκόνη τα όνειρά μου. μήπως σταματήσω να αποζητάω κάτι, που δεν ξέρω και πού ούτε και θέλω να μάθω τι ακριβώς είναι.

σου απαγόρευσα το κλάμα αλλά τώρα πια δεν με νοιάζει για τα δάκρυά μου που τρέχουνε με αναίδεια. τώρα ξανάγινα το μικρό κοριτσάκι που ψάχνει το χέρι σου για να το κρατήσει σφιχτά και να διασχίσουμε το δρόμο μαζί. θυμάμαι που μου ‘λεγες πως όταν γεννήθηκα όλα μου τα δάχτυλα τυλίγονταν γύρω από το μικρό σου δάχτυλο. αντικειμενικά δεν ήμουν και πολύ όμορφο μωρό. αλλά εσύ με έλεγες ορτανσία. θα είμαι δυνατή λοιπόν. κόβω τον ομφάλιο λώρο και τον κάνω κολιέ στο λαιμό μου. περήφανο κόσμημα αγάπης για το ταξίδι μου. μαζί θα ΄μαστε παντού.

εμείς θα ζήσουμε, ρε.

κοιτάζω τον ουρανό καθώς ξημερώνει. έρχεται μια καινούρια μέρα και γω νιώθω μια άγρια χαρά που ακόμα δεν το ΄χω βάλει κάτω. και που πάω να δοκιμάσω το καινούριο. σε λίγο πρέπει να πάω για δουλειά. βλέπεις, θα δουλεύω μέχρι και την τελευταία μέρα. έτσι μου ‘μαθες. ότι ο αγώνας είναι αέναος. ότι η ζωή είναι βασανιστική. μου ‘μαθες να είμαι δυνατή. και θα είμαι. φύγαμε για το άγνωστο. το σαλόνι γεμάτο κούτες. όλη μου η ζωή πακεταρισμένη σε κιβώτια. αλλά μέσα μου ό,τι δεν κλείνεται σε κουτιά, δεν τυλίγεται με μονωτική ταινία, δεν ταξιδεύει με φορτωτική. μέσα μου όλα όσα μου έμαθες αυτά τα χρόνια. μέσα μου το βλέμμα σου και το χαμόγελό σου. μέσα μου η ευγνωμοσύνη. μόνο.

σ’ ευχαριστώ.

στους δύο Δασκάλους της ζωής μου,
τον Β. και τη Χ.

qui tacet consentit

όλοι εμείς
που προσπερνάμε βιαστικά τις κηλίδες αίματος στο δρόμο
που καταδικάζουμε τον πόλεμο μέσα σε σχολικές αίθουσες
που βγάζουμε πύρινο κήρυγμα κατά της βίας μέσα σε εκκλησίες

όλοι εμείς
που νομίσαμε ότι οι σειρήνες ηχούν μακριά μας
που πουλήσαμε την αξιοπρέπεια για την ασφάλεια
που αγοράσαμε μισοτιμής τη μισανθρωπιά

όλοι εμείς
που βουλιάξαμε σε έναν καναπέ μισοκοιμισμένοι
που πετάξαμε από το παράθυρο την αλληλεγγύη
που κάναμε τα παιδιά μας υπάκουους στρατιώτες

όλοι εμείς
που λερώσαμε με αίμα τα αβασάνιστα χέρια μας
που κάναμε σημαία μας τις σοφιστείες των αρχόντων
που κοιμηθήκαμε με υπνωτικά και δεν ξυπνήσαμε ποτέ

όλοι εμείς
που μετράμε νεκρούς λες και είναι κέρματα
που αγωνιούμε για τον καιρό και όχι για τις θάλασσες
που ευγνωμονούμε τους βιαστές μας γιατί μας άφησαν να ζήσουμε

όλοι εμείς
που σκεφτόμαστε με οδηγό μια αριθμομηχανή τσέπης
που διώξαμε τα δέντρα για να ζήσουμε στην πολυτέλεια του διοξειδίου
που ψιθυρίζουμε στον καθρέφτη ποιος είσαι εσύ δεν σε θυμάμαι

όλοι εμείς
που κλείσαμε εμετικά τον κύκλο της ανθρώπινης ζωής
που εγκαθιδρύσαμε μια νέα ανθρωπότητα τρόμου
που σπείραμε νεκρούς σε κάθε γη της υφηλίου

να ξέρετε πως πια θεατές δεν είμαστε
παρά οι φρικτοί πρωταγωνιστές της τελευταίας πράξης

φα

φα

φακός
ψευδαίσθηση ελπίδας στο σκοτάδι

φαρίνα
κυριακή παιδιού που μυρίζει μητρικό γλυκό

φαρέτρα
αδειάσαμε από επιχειρήματα και τόξο δεν κρατήσαμε ποτέ

φάση
το ορόσημο της γενιάς της αφασίας

φαβέλα
εμπρός της γης οι ινδιάνοι

φάνηκες
αλλά η πλάτη μου έμαθε στο σχολείο μόνο το όχι του νησιώτη δικτάτορα

φασαρία
συνθήματα και οργή που δεν αντικαθίσταται απ’ το δάκρυ

φαρσί
έμαθες ξένες γλώσσες για να αποβάλεις τη λαθραία σου πατρίδα

φακίδες
τα κορίτσια των παραμυθιών σκοτώθηκαν από υπερβολική δόση αλήθειας

φα
έβαλα στη βαλίτσα μου τρία κλειδιά του σολ και πέντε διαπασών

κι ύστερα έφυγα

τώρα κάθομαι εδώ στο περιθώριο της πρωτεύουσας
σας γράφω με λυγμούς για τη δειλία μου
που μουντζουρώνω τα χαρτιά δίχως να λέω αυτό που μου τρυπάει τα ρουθούνια
δίχως να παραδέχομαι πως έφαγα τόσα ληγμένα δακρυγόνα
για να γεννήσει η γενιά μου μια λέξη από φα που την ήλπιζα νεκρή

μόλις περάσανε οι ένστολοι τοποτηρητές της θηριωδίας από δω
μου σκίσαν το χαρτί
με χαστουκίσανε
με διέταξαν στο νέο λεξικό να υπακούσω
να καταπιώ το μίσος που αρχίζει από φα
να πορευτώ στο κλίμα του ευρωπαϊκού καλοκαιριού*

κυρίως όμως
ό,τι γράφω
στην επιτροπή λογοκρισίας να το στέλνω πριν το δημοσιεύσω
– κοινοποιούνται οι κραυγές;-
ειδάλλως ως εχθρός του έθνους θα λογίζομαι
και μέσα σ’ ένα πάλλευκο υπερσύγχρονο κελί
το υπόλοιπο του βίου μου θα ζήσω

*τρέξτε να πείτε στις αγέννητες ακόμα νεολαίες
πως του καιρού μας το κυκλοφοριακό
για φαεινό σηματοδότη τον τρόμο είχε

μάγισσες

στάσου
να σταθούμε εδώ μια στιγμή
να κοιτάξουμε τον ήλιο με βλέφαρα κατεβασμένα από την αϋπνία
να κάνουμε ορθοπεταλιά σε κατήφορο τα όνειρα που κάναμε πριν από δεκαπέντε χρόνια
να κουβεντιάζουμε έξω από μια νάιλον σκηνή για τα χρόνια που αντρωθήκαμε μαζί
να μας τσιμπάνε οι τσούχτρες και να ξέρουμε ότι το κατούρημα είναι η μόνη λύση
-κατούρα τους δεν αξίζουν τίποτα παραπάνω-

στάσου για μια στιγμή
να σου πω ένα τραγούδι που ακούγεται τις νύχτες μέσα στις βάρκες των ψαράδων
των ψαράδων που ζούνε σαν αμφίβια μα τρέμουν τη φωτιά
να αναβοσβήνει το καλάμι μας τη νύχτα
-σημάδι πως δεν πιάσαμε απολύτως τίποτα κι απόψε-
να απαντάμε με θράσος πως εδώ ρε δεν πεθάναμε από έρωτα θα πεθάνουμε από πείνα
να ξέρουμε με βεβαιότητα εφηβική πως πάλι όλα λάθος θα τα κάνουμε
να γελάνε τα μουστάκια μας με τους διπλανούς που ζηλέψαν τις κονσέρβες μας
να ταΐζουμε τα σκυλιά της παραλίας σαρδέλα
κι εκείνα να αναρωτιούνται αν την ώρα που τρώνε ψάρι γίνονται κανίβαλοι
να θυμόμαστε κάτι διακοπές παλιές όλο ουρλιαχτό και έρωτα
κι ύστερα να μας παίρνει ο ύπνος στην ασφάλεια των αγνώστων

στάσου ακόμα μια στιγμή
να υμνήσουμε τον έρωτα που νίκησε τα στεφάνια τις κορδέλες τους ναούς και τα προικώα
-μόνο εκείνη η δοξασία μονά κουφέτα μέσα σε κάθε τούλι στέκει αήττητη εμπρός μας-
να παίξουμε παιχνίδι γνώσεων -είκοσι χρόνια σε παρακαλάω-
πρωτεύουσα της ξενοιασιάς
πολίτευμα της θάλασσας
ηγέτης του αντάρτικου
χρώμα του άδικα χυμένου αίματος
ποιος έβαλε το νικητήριο γκολ ο τσε ή ο φιντέλ

κι ύστερα στην επιστροφή κοίτα πώς μας τυφλώνουνε τα φώτα του πολιτισμού
κι ύστερα στην επιστροφή κοίτα πώς μας πληγώνουνε οι οδηγοί που αποδειχτήκανε πιο μάγκες από μας
λωρίδα εκτάκτου ανάγκης μόνο για έξυπνους
-ρατσιστική εθνική οδός κι εμείς ακόμα τους πληρώνουμε διόδια-

κι εμείς να κουβεντιάζουμε τι λάθος κάνουμε
να οργανώσουμε την τάξη μας μου είπες
την ώρα που τινάζαμε το αλάτι απ’ τα μαλλιά μας
αφήσαμε το ιώδιο να δράσει λίγο ακόμα
-σε τούτο τον περίπατο δίχως κρυφές πληγές να φτάσουμε θελήσαμε-

κι όταν αργά τη νύχτα φτάσαμε πίσω στην πόλη των δελτάδων
είπες ας αναβάλουμε για απόψε την ομαδική καύση αισιοδοξίας
ίσως μια μέρα καταφέρουμε δίπλα στις θάλασσες ή δίπλα σε πλατάνια να γεννάμε
κι είπα κι εγώ ας αναβάλουμε για φέτος τον εκούσιο θάνατο
και με ένα στίχο του καρούζου αποφασίσαμε από κοινού
πως με μαγεία πάλλευκη
την απαλλοτρίωση των εφηβικών χρωμάτων θα ακυρώσουμε